|
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
|
|
|
Ό |
ταν το 1528 ο Ντεσιντέριους Έρασμος από το Ρότερνταμ έγραψε το βιβλίο του που πραγματευόταν το πώς τα Ελληνικά και τα Λατινικά δήθεν προφέρονταν κατά την αρχαιότητα,[19] πολύ λίγο αντιλαμβανόταν ότι η γραμμή που διέγραφε θα προσδιόριζε όχι μόνο την προφορά, αλλά και την προσέγγιση στη μελέτη της Ελληνικής γλώσσας και της γραμματείας της για σχεδόν πέντε αιώνες. Διότι, όχι μόνο τα Ελληνικά από τότε άρχισαν να προφέρονται από τους Ευρωπαίους φοιτητές με ένα καινοφανή τρόπο, αλλά επίσης και η μακρά γραμματειακή ιστορία της διαχωρίσθηκε σε δύο μεγάλες περιόδους: την αρχαία και τη σύγχρονη. Η πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εξελήφθη ως το τέλος της Ελληνικής ιστορίας και υπόστασης. Έχοντας βγάλει τον επικήδειο λόγο για την Ελλάδα, τα διάφορα έθνη της Δυτικής Ευρώπης, όχι δίχως αληθοφάνεια, θεώρησαν τους εαυτούς τους ως τους νόμιμους δικαιούχους της κληρονομιάς της Ελλάδας, καθώς ήδη είχαν καταστεί οι κληρονόμοι του πολιτιστικού της θησαυρού δύο φορές: πρώτα μέσω της Ρώμης και πιο πρόσφατα μέσω της αναγέννησης των Ελληνικών γραμμάτων από Έλληνες μελετητές που δραστηριοποιούνταν στη Δύση.[20]
Έκτοτε, Ευρωπαίοι επιστήμονες επικέντρωσαν το ερευνητικό τους ενδιαφέρον στην κλασσική φιλολογία, εξαιτίας όμως του θρησκευτικού τους ενδιαφέροντος και στην Καινή Διαθήκη (και στους Εβδομήκοντα), διεύρυναν το πεδίο δράσης της μελέτης τους μέχρι τους πρώιμους Χριστιανικούς χρόνους. Το υπόλοιπο της ιστορίας της Ελληνικής γλώσσας και της γραμματείας της θεωρήθηκαν ως άνευ ιδιαίτερης σημασίας και ερρίφθησαν στη λήθη.[21]
Ένα παράδειγμα αυτής της στάσης είναι ο Friedrich Blaβ (Φρειδερίκος Μπλάς), του οποίου η Grammatik des neutestamentlichen Griechisch (Γραμματική της Ελληνικής της Κ.Δ.) έχει γαλουχήσει μελετητές επιστήμονες της Καινής Διαθήκης για περισσότερο από εκατό χρόνια. Ο Blaβ θεωρούσε τους Νεοέλληνες μαζί με τους Βυζαντινούς ως μιξοβάρβαρους [22] (μισο-βάρβαρους) και καταδίκαζε τη Νεοελληνική ως «βαρβαρική», ως κάτι που έχει «διαφθαρεί» και είναι «άνευ αξίας»,[23] παρά το γεγονός ότι οι τρεις εκδόσεις του βιβλίου του για την προφορά των Ελληνικών, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι δεν είχε καν ιδέα για τους φωνολογικούς κανόνες που εφαρμόζονται στη Νεοελληνική.[24] Ούτε φαίνεται να είχε μεγαλήτερη επιτυχία σχετικά με τις μορφολογικές εξελίξεις. Οι παρατηρήσεις του Χατζιδάκι, του Πατέρα της Γλωσσολογίας στην Ελλάδα, είναι εύστοχες εδώ:
«Δια την μεγάλην δε άγνοιαν ταύτης τε της γλωσσικής εξετάσεως από των μεταγενεστέρων χρόνων μέχρι σήμερον και των νόμων καθ’ ούς ετελέσθη, αρκούνται συνήθως οι φιλολογούντες να θεωρώσι την νέαν Ελληνικήν ως νοσηράν παραφυάδα της αρχαίας ή ως διεφθαρμένην και εκβαρβαρωμένην Ελληνικήν, ής η ακριβής εξέτασις και γνώσις δεν είναι, ως λέγεται, ανταξία του κόπου».[25]
Οι αστήρικτες δηλώσεις[26] του Blaβ έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην απόκρυψη της αλήθειας, εκ μέρους των μελετητών της Καινής Διαθήκης, για τη Νεοελληνική.
Έτσι, η Ελληνική γλώσσα μοριοποιήθηκε, και–αυτό που είναι ιδιαίτερης σημασίας για εμάς–οι μελετητές της Καινής Διαθήκης, εφόσον προχώρησαν πέρα από τα ουσιώδη της Καινής Διαθήκης, ενδιαφέρθηκαν για την κλασσική Ελληνική, αν και κατά τη διάρκεια των περασμένων εκατό ετών αυτό το ενδιαφέρον εστράφηκε στη μελέτη των Αιγυπτιακών παπύρων και μερικών Ελληνιστικών χειρογράφων.
Βέβαια, προς το τέλος του 19ου αιώνα ο Γερμανός επιστήμονας, Karl Krumbacher, έκανε πολλά για να καθιερώσει τις Βυζαντινές σπουδές ως έναν ανεξάρτητο κλάδο, καθώς επίσης και μερικοί άλλοι μελετητές, όπως ο A. Thumb, έδειξαν ενδιαφέρον ακόμη και στις νεοελληνικές διαλέκτους. Ωστόσο, για τους περισσότερους μελετητές της Καινής Διαθήκης οι περιοχές αυτές της γλώσσας έχουν παραμείνει εξωτικές. Ως εκ τούτου, όταν κάποια φορά ρώτησα έναν καθηγητή της Καινής Διαθήκης ποια θεωρούσε ότι ήταν η σχέση μεταξύ της Νεοελληνικής και της Ελληνικής της Καινής Διαθήκης, απάντησε: «Υποθέτω, έχει σχέση περίπου όπως η Σουηδική και η Νορβηγική με τη Ρουνική» (αρχαία Σκανδιναβική)!
Έτσι, αν και δεν είμαι επιλήσμων των μεγάλων συνεισφορών στη μελέτη των Ελληνικών από, για παράδειγμα, τη Γερμανική και Βρετανική επιστημονική σκέψη, το λάθος του Έρασμου να διαδώσει την καινοφανή του προφορά των Ελληνικών και η αστήρικτη δυσφήμιση των Νεοελληνικών από τον Blaβ, είχαν ως συνέπεια να ζημιωθούν οι σπουδές που σχετίζονται με τη μελέτη της Καινής Διαθήκης όχι μόνο επειδή η εφαρμοζόμενη προφορά συγκάλυψε πολλά γεγονότα και μας εμπόδισε να γνωρίσουμε ενδιαφέρουσες γνώσεις που σχετίζονται με το κείμενο της Καινής Διαθήκης και των σχετικών με την κριτική του προβλημάτων, αλλά, ακόμη περισσότερο, επειδή μας στέρησε σημαντικό φως που ρίχνεται επάνω στη μορφολογία και ιδιαίτερα στο συντακτικό της Καινής Διαθήκης από την ύστερη φιλολογία.[27] Και τέλος, στερώντας από την επιστημονική σκέψη τις ορθές παραμέτρους για την γλωσσολογική της έρευνα.
Το τελευταίο αυτό σημείο μπορεί να γίνει σαφές από την κοπιώδη εργασία του Stanley Porter. Ο Porter έγραψε ένα βιβλίο 492 πυκνογραμμένων σελίδων για να μας διδάξει κάτι που πολύ απλά δεν είναι αληθές. Ο Porter εφάρμοσε με έναν ιδιόρρυθμο τρόπο, στην ανάλυσή του για το Ελληνικό ρήμα, συγκεκριμένες ιδέες από τη σύγχρονη θεωρία της γλωσσολογίας, και κατέληξε στο αλλόκοτο συμπέρασμα ότι το Ελληνικό ρήμα δεν εκφράζει Χρόνο, αλλά μόνο ποιόν ενεργείας (Aspect). Είναι της άποψης ότι όχι μόνο οι «Γραμματικοί», αλλά επίσης ότι και «αυτοί οι ίδιοι οι Έλληνες εξαπατήθηκαν»![28] Γεμάτος χαρά από αυτό που θεωρούσε ως μία νέα ανακάλυψη, συνέλαβε το μεγαλεπήβολο σχέδιο να εκδώσει μία νέα Γραμματική με σκοπό να αντικαταστήσει τη Γραμματική των Blaβ–Debrunner–Rehkopf, και με προσκάλεσε να συγγράψω ένα μέρος αυτής. Η άρνηση εκ μέρους του Porter, του ημίσεως της σημασίας του Ελληνικού ρήματος είναι το αποτέλεσμα του χωρισμού της αρχαίας φάσης από τη σύγχρονη φάση της γλώσσας, μεταχειριζόμενος την Ελληνική ως μία νεκρή γλώσσα, παρερμηνεύοντας τους αρχαίους συγγραφείς, οι οποίοι αδυνατούσαν να διαμαρτυρηθούν, και ισχυριζόμενος ότι «δεν υπάρχουν αυτόχθονες ομιλητές που να μπορούν να προσφέρουν απόψεις για τη χρήση της γλώσσας τους»! –μία δήλωση που θα έκανε τα κόκαλα του Χατζηδάκι να τρίζουν. Στον ισχυρισμό του Porter, ωστόσο, αντιτίθεται κατηγορηματικά μεταξύ άλλων, η Νεοελληνική, η οποία έχει το ίδιο ρηματικό σύστημα όπως και η αρχαία φάση της γλώσσας, και φανερώνει ότι από τους χρόνους του Ομήρου μέχρι σήμερα δεν υπήρξε ούτε μία ημέρα που οι Έλληνες να μην έχουν χρησιμοποιήσει τα ρήματά τους με σκοπό να εκφράσουν Χρόνο (καθώς και ποιόν ενέργειας -aspect), και ότι και τα δύο αυτά στοιχεία εξίσου τονίζονται.[29]
Η Ελληνική γλώσσα είναι η αρχαιότερη συνεχώς ομιλούμενη και γραφόμενη γλώσσα της Ευρώπης. Η τεκμηρίωση μέσω γραπτών μνημείων μας οδηγεί πίσω στο 1500 π.Χ., ενώ η προφορική της μορφή είναι πολύ αρχαιότερη. Σε αντίθεση με τη Λατινική, που σήμερα επιβιώνει μέσω των θυγατρικών γλωσσών της,[30] η Ελληνική παραμένει η ίδια γλώσσα, παρ’ όλες τις αλλαγές που επεβλήθηκαν από το χρόνο, τον πολιτισμό, τη θρησκεία, την επιστήμη και τις κοσμοθεωρίες.
Γενικώς, μπορούμε να πούμε ότι σήμερα, η Ελληνική Γλώσσα, διέρχεται την πέμπτη της φάση. Η πρώτη φάση ήταν όταν η Ελληνική διαφοροποιήθηκε από την πρωτο–Άρια, την πρόγονο της Σανσκριτικής. Κατ’ αυτούς τους χρόνους, η Ελληνική ήταν μία κοινή γλώσσα για όλα τα Ελληνικά ή πρωτο–Ελληνικά φύλα που εισήλθαν στην Ελλάδα κατά τα τέλη της τρίτης χιλιετίας π.Χ. Η δεύτερη φάση εγκαινιάσθηκε με την εγκατάσταση των Ελληνικών φύλων στην Ελλάδα, μία εποχή κατά την οποία η Ελληνική χωρίστηκε σε διάφορες διαλέκτους (Ιωνική, Αττική, Αιολική, Δωρική, Θεσσαλική, κ.ά.), που διήρκεσαν μέχρι τους μετα–κλασσικούς χρόνους. Η τρίτη φάση εκπροσωπείται από την Κοινή, όταν η Ελληνική και πάλι έγινε μία ενιαία και κοινή γλώσσα για όλους τους Έλληνες. Κατά τη διάρκεια των Βυζαντινών χρόνων η γλώσσα διαχωρίστηκε και πάλι, αυτή τη φορά σε νέες Ελληνικές διαλέκτους, για να γίνει ενιαία για τρίτη φορά κατά τη διάρκεια του δεκάτου ενάτου και εικοστού αιώνα, αυτό που αποκαλούμε η Νέα Κοινή ή Νεοελληνική. Αυτή αποτελεί την πέμπτη φάση.[31]
Εάν θέλαμε να δείξουμε τις διάφορες φάσεις της Ελληνικής γλώσσας, θα μπορούσαμε να το κάνουμε με τη βοήθεια του ακόλουθου πίνακα:
Ι. Αρχαία Ελληνική (1500 π.Χ. – 600 μ.Χ.)
Γραμμική Β = Μυκηναϊκή (15ος–12ος αιώνας π.Χ. Πινακίδες Γραμμικής Β)
Ε =Επική (800–500 π.Χ.: Όμηρος, Ησίοδος, κ.λπ.)
Α = Κλασσική (κυρίως Αττική) 500–300 π.Χ.)
Μ = Μετα–κλασσική (300 π.Χ.–600 μ.Χ.)
Ε = Ελληνιστική (300 π.Χ.–600 μ.Χ.)
ΠΕ = Πρώιμη Ελληνιστική (300 π.Χ.–1 μ.Χ.)[32]
ΥΕ = Ύστερη Ελληνιστική (1–300 μ.Χ.)
ΠΒ = Πρωτο–Βυζαντινή (300–600 μ.Χ.)
ΙΙ. Νέα Ελληνική (600 μ.Χ.–Παρόν)
Β = Βυζαντινή (600–1000 μ.Χ.) (Πρώιμη Νεοελληνική)
ΥΒ = Ύστερη Βυζαντινή (1000–1500 μ.Χ.) (Μέση Νεοελληνική)
Ν = Νεοελληνική (1500–2000 μ.Χ.) (Ύστερη Νεοελληνική)
Κ = Καθαρεύουσα (επίσημη μέχρι το 1976: καθαρεύουσα, Αττικίζουσα, λόγια Νέα Ελληνική)
Δ = Δημοτική (ακολουθεί τη λαϊκή προφορική παράδοση)
ΝΚ = Νεοελληνική Κοινή (επίσημη από το 1976: συνδυάζοντας Κ και Δ)
Για να φανεί η λεξιλογική συνέχεια, ίσως θα μπορούσα να αναφέρω ότι λέξεις της Καινής Διαθήκης όπως a;ggeloj, avgro,j, si/toj, te,ktwn, to.soj, βρίσκονται στην αρχαιότερη γραπτή μορφή της Ελληνικής, τις επονομαζόμενες Πινακίδες Γραμμικής Β (15ος–12ος αιώνας π.Χ.), και συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται και σήμερα στην Ελλάδα, 3500 χρόνια μετά, απαράλλαχτες!
Όπως αναφέρθηκε προηγούμενα, η γραπτή παράδοση της Ελληνικής γλώσσας εκτείνεται σε μία περίοδο περισσοτέρων των 3500 χρόνων. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου η γλώσσα συχνά έγινε αντικείμενο βραδείας αλλαγής, αν και κατά την ίδια περίοδο κατάφερε να διατηρήσει τη βασική δομή της άθικτη. Η Καινή Διαθήκη εμφανίζεται κάπου στα μέσα αυτής της περιόδου. Ξεκινώντας με την Αυτοκρατορία του Μ. Αλεξάνδρου, η οποία μάζεψε όλους τους Έλληνες κάτω από την ομπρέλα της, η Αττική διάλεκτος, η οποία προηγούμενα είχε γίνει η επίσημη γλώσσα της Μακεδονίας, άρχισε να λαμβάνει στοιχεία από τις άλλες διαλέκτους. Πέρασε μέσα από ένα δρόμο απλούστευσης: αυστηρά αττικά στοιχεία άρχισαν να εκλείπουν και να αντικαθίστανται από αντίστοιχα στοιχεία από τις άλλες διαλέκτους· ανώμαλοι Αττικοί τύποι παραχώρησαν τη θέση τους σε πιο ομαλούς· οι σύνθετες Αττικές μορφές αντικαταστάθηκαν από απλούστερους τύπους έκφρασης γραπτού λόγου· το λεξιλόγιο επεκτάθηκε και δημιουργήθηκαν νεολογισμοί.[33] Με άλλα λόγια, αυτή ήταν μία εποχή βαρυσήμαντων αλλαγών στο λεξιλόγιο, τη μορφολογία και το συντακτικό. Η διαδικασία αυτή συνεχίστηκε για 900 χρόνια, από τον Αλέξανδρο (335 π.Χ.) μέχρι τον Ιουστινιανό (565 μ.Χ.), η οποία, συνεπώς, μπορεί να κληθεί ως η περίοδος της μετάβασης από την αρχαία στη νέα Ελληνική. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, η Ελληνική γλώσσα εγκατέλειψε το αρχαίο της κλασσικό περίβλημα και προσέλαβε το νέο. Ήταν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου που τέθηκαν τα θεμέλια της Νεοελληνικής, και ήταν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου που η Καινή Διαθήκη συγγράφηκε. Αυτό υπονοεί ότι οι νέες μορφές, οι νεολογισμοί και οι μετα–κλασσικές δομές της Καινής Διαθήκης δε μπορούν να εξηγηθούν με τη βοήθεια της αρχαιότερης Ελληνικής. Αυτό συμβαίνει, διότι τα νέα στοιχεία είτε εμφανίζονται για πρώτη φορά είτε γίνονται πιο συχνό φαινόμενο κατά τη διάρκεια της μετάβασης, ενώ, περιστασιακά, η Καινή Διαθήκη παρουσιάζει την πρώτη περίπτωση.[34] Όλοι αυτοί οι τύποι και το συντακτικό μπορούν να γίνουν κατανοητά με τη βοήθεια του ύστερου υλικού (ύστερη Ελληνιστική, Βυζαντινή, Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά), κατά το οποίο ο τύπος ή η σύνταξη καταστάθηκαν κοινά, και πολυάριθμα σχετικά παραδείγματα μπορούν να αποσαφηνίσουν το νόημα.[35]
Επιπλέον, όσο σημαντικό είναι το γεγονός ότι η Νεοελληνική διατηρεί άθικτο ένα μεγάλο αριθμό από το γλωσσικό της θησαυρό, όχι μόνο των μετα-κλασσικών, αλλά και των κλασσικών χρόνων, εξίσου σημαντικό οφείλει να είναι και το πώς ένα γλωσσικό φαινόμενο της Καινής Διαθήκης (λέξη, σύνταξη ή έκφραση) εκλαμβάνεται ή γίνεται αντιληπτό στη Νεοελληνική. Όμως αυτό, από όσο γνωρίζω, δεν το εκμεταλλεύτηκε ποτέ κανείς, στην μελέτη της Καινής Διαθήκης, εκτός μερικών αναφορών από δεύτερο χέρι στη Νέα Ελληνική, κυρίως στο λεξιλόγιο των Moulton και Milligan.
Μία διευκρίνιση είναι σκόπιμη εδώ. Κρίνοντας μέσα από το πρίσμα των μεγάλων πολιτιστικών γλωσσών της Ευρώπης, των οποίων η σημερινή μορφή είναι αρκετά διαφορετική από αυτή που είχαν πριν μερικούς αιώνες, κάποιος μπορεί να μπει στον πειρασμό να σκεφτεί ότι και η σημερινή Νεοελληνική, επίσης, πολύ δύσκολα θα πρέπει να έχει ομοιότητες με την Ελληνική της Καινής Διαθήκης. Αυτή ήταν, πράγματι, και η θέση του Krumbacher, στην προσφώνησή του στη Βαυαρική Ακαδημία, την 15η Νοεμβρίου 1902. Τώρα, όσο αληθές το πρώτο μέρος αυτού του συλλογισμού είναι, τόσο αναληθές είναι το δεύτερο μέρος. Η Ελληνική γλώσσα είναι μία ιδιαίτερη κατηγορία. Οι κύριοι λόγοι γι’ αυτό είναι η πρώιμη λογοτεχνική της εξέλιξη και η γραμματεία της. Έχοντας φτάσει στο υψηλότερο σημείο της εξέλιξής της τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ., και έχοντας, αυτή την περίοδο, παράγει έργα που έγιναν κλασσικά για όλους του επόμενους αιώνες, η Ελληνική, θα λέγαμε, διαμορφώθηκε ή αποκρυσταλλώθηκε. Αυτό συνέπεσε με μία πολύ σημαντική εξέλιξη στην ορθογραφία και την προφορά της. Έτσι, το 24–γράμματο αλφάβητο, που επικυρώθηκε στην Αθήνα το 403 π.Χ., και η ορθογραφία που προκύπτει από αυτό, παρέμειναν αναλλοίωτα μέχρι σήμερα, – 2407 χρόνια αργότερα! Μία αρχαία Ελληνική λέξη, είτε βρίσκεται στη λόγια Νεοελληνική, δηλ., στην Καθαρεύουσα, είτε στην καθομιλουμένη Νεοελληνική, δηλ. στη Δημοτική (εκτός από τις περιπτώσεις όπου η Δημοτική έχει αναπτύξει τους δικούς της τύπους), ακόμη γράφεται ακριβώς όπως γραφόταν και στην εποχή του Αισχύλου, του Πλάτωνα ή του Δημοσθένη.
Έτσι, αν και με το πέρασμα του χρόνου η γλώσσα άλλαξε από την κλασσική στην απλούστερη Κοινή, και αργότερα περαιτέρω εκσυγχρονίστηκε στη Βυζαντινή και Μεσαιωνική Ελληνική, έως ότου έφθασε στην τωρινή της φάση εξέλιξης στη Νεοελληνική, τα κλασσικά πρότυπα–κανόνες (norms) διαχρονικά λειτούργησαν ως σημεία ελέγχου, περιορίζοντας ανεξέλεγκτες αλλαγές.[36] Ούτε υπήρχε πολλή ανάγκη για δραστικές τροποποιήσεις, εφ΄όσον η γλώσσα ήδη είχε πλήρως εξελιχθεί. Έτσι, η πρώιμη εξέλιξη της Ελληνικής γλώσσας και της γραμματείας της εξηγούν γιατί η Ελληνική δεν έχει αλλάξει στον ίδιο βαθμό όσο οι άλλες Ευρωπαϊκές γλώσσες έχουν αλλάξει, από τότε που εγράφησαν τα πρώτα τους γραπτά μνημεία.[37] Μπορεί, συνεπώς, να ειπωθεί με βεβαιότητα ότι από τότε που γράφηκε η Καινή Διαθήκη, η Ελληνική έχει αλλάξει πολύ ολιγότερο απ’ ό,τι, για παράδειγμα, η Αγγλική ή η Γερμανική έχουν αλλάξει στο μισό διάστημα αυτής της περιόδου. Σε υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού παραθέτω δύο μελετητές, ένα Γερμανό και ένα Βρεττανό.
Στο βιβλίο του Ιστορία της Γλωσσολογίας (Geschichte der Sprachwissenschaft), ο Heinrich Steinthal γράφει:
Η Νεοελληνική γλώσσα είναι ένα από τα πιο εκπληκτικά φαινόμενα στην ιστορία των γλωσσών. Είναι λάθος να την συγκαταλέγουμε απλά ανάμεσα στις άλλες ρωμανικές θυγατρικές γλώσσες, αλλά και ακόμα και η σχέση της Νεοελληνικής με την Αρχαία Ελληνική είναι διαφορετική από αυτή της Νεογερμανικής με την Αρχαία Γερμανική…συνεπώς, η νεότερη έρευνα των γλωσσών δε μπορεί παρά να αναγνωρίσει ότι η διαμόρφωση της γλώσσας που μιλούν σήμερα οι Έλληνες συνδέεται περισσότερο με την Αρχαία Ελληνική από ό,τι η σημερινή Γερμανική με τη Γερμανική που μιλούσε ο Κάρολος ο Μέγας...[38]
Σχετικά με την Αγγλική, ο R. Browning αναφέρει:
Από τότε [τους χρόνους του Ομήρου] η Ελληνική απολαμβάνει μία διαρκή παράδοση μέχρι σήμερα. Βεβαίως, έχει επέλθει αλλαγή. Όμως δεν υπήρξε καμμία διακοπή όπως αυτή μεταξύ της Λατινικής και των Ρωμανικών γλωσσών. Η αρχαία Ελληνική δεν αποτελεί μία ξένη γλώσσα για το σημερινό Έλληνα όπως είναι η Αγγλο–Σαξονική γλώσσα προς το σύγχρονο Άγγλο (vii). Ίσως, στοιχείο που συνδέεται με αυτή τη διαρκή ταυτότητα, πάνω από περίπου τρεισήμισι χιλιετίες, είναι η βραδύτητα των αλλαγών στην Ελληνική γλώσσα. Η Ελληνική μπορεί να αναγνωριστεί ότι είναι ακόμη σήμερα η ίδια γλώσσα με αυτήν που ήταν όταν τα Ομηρικά ποιήματα καταγράφηκαν...Η συνέχεια που υπάρχει σε λεξιλογικά αποθέματα είναι εντυπωσιακή (2)... Πρώιμα στάδια της γλώσσας είναι έτσι προσεγγίσημα σε ομιλητές μεταγενέστερων φάσεων, με τρόπο που η Αγγλο–Σαξονική ή ακόμη και η Μεσαιωνική Αγγλική δεν είναι προσεγγίσημες σε ομιλητές της σύγχρονης Αγγλικής (3)…μία σύντομη επισκόπηση του λεξιλογίου…θα ρίξει περισσότερο φως στην…ιδιαίτερη κατάσταση που δημιουργήθηκε από μία μακριά φιλολογική παράδοση που καθιστά όλα τα στοιχεία της Ελληνικής γλώσσας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, υπό μία έννοια, προσεγγίσημα και «παρόντα» σε κάθε εγγράμματο Έλληνα (13).[39]
Πραγματικά, ο Χατζιδάκις φθάνει στο σημείο να πει:
Η γλώσσα που γενικά ομιλείται σήμερα στις πόλεις [της Ελλάδας] διαφέρει ολιγότερο από τη γλώσσα του Πολύβιου [203-120 π.Χ.] από ό,τι η τελευταία αυτή διαφέρει από τη γλώσσα του Ομήρου [8ος π.Χ. αιώνας].[40]
Η ενότητα της Ελληνικής γλώσσας είναι τέτοιας φύσεως που μεθοδολογικά είναι επιζήμιο (για τη γλώσσα) να απομονώνεται μία συγκεκριμένη περίοδος και να ερευνάται δίχως καμμία αναφορά στις άλλες περιόδους. Οι λόγοι γι’ αυτό έχουν με σαφή τρόπο διατυπωθεί από το Χατζιδάκι στο βιβλίο του Γλωσσολογικαί Έρευναι:
«Επειδή τα μεν χαρακτηριστικά της νέας ανέρχονται εις τους αρχαίους χρόνους, τα δε κύρια της αρχαίας σώζονται μέχρι σήμερον, αδύνατον να τεθή επιστημονικώς ακριβές όριον μεταξύ αυτών.
Κατά τον τρόπον τούτον εξικνούνται δια του μέσου αιώνος αφ’ ενός μεν πάμπολλα της αρχαίας μέχρι σήμερον, αφ’ ετέρου δε τα κύρια χαρακτηριστικά της νέας μέχρι των αρχαίων χρόνων. Τούτων δε ένεκα και τα αρχαία δια των νέων πολλαχώς συμπληρούνται και ορθότερον νοούνται, και τα νέα δια των αρχαίων διαλευκαίνονται και καταλαμβάνονται, πάσα δε απόστασις αυτών απ’ αλλήλων, πάσα χωριστή εκατέρων εξέτασις ου μόνον εις πλάνας κατ’ ανάγκην άγει αλλά και αδύνατος επ’ αληθείας είναι.» [41]
Αυτό το παράθεμα από ένα από τους μεγαλύτερους γλωσσολόγους δείχνει, από τη μία, το ενιαίο της Ελληνικής γλώσσας από τον Όμηρο (σήμερα θα λέγαμε, από τους Μυκηναϊκούς χρόνους κιόλας) μέχρι σήμερα, και από την άλλη, την περίπλοκη διασύνδεση των διαφόρων περιόδων της, και γι’ αυτό το λόγο το αδύνατο του χωρισμού μεταξύ των διαφόρων φάσεων της γλώσσας.
Συνέχεια και τέλος στο επόμενο.
Ο κ. Chrys Caragounis είναι καθηγητής της Καινής Διαθήκης στο Πανεπιστήμιο του Lund στη Σουηδία. Τελευταίο του έργο είναι το μνημειώδες «The Development of Greek and the New Testament» (Tübingen: Mohr 2004)
Μετάφραση: Σταύρος Δεληγιάννης
Μια αριστοκράτισσα
Ήταν Σάββατο πρωί στην πόλη των Φιλίππων. Μια σπουδαία γυναίκα – μια αριστοκρατική κυρία, βημάτιζε βιαστικά στους δρόμους της πόλης που οδηγούσαν έξω στο ποτάμι. Έτρεχε να συναντήσει τις άλλες γυναίκες που μαζεύονταν εκεί κάθε Σάββατο για προσευχή. Η Λυδία ήταν μια επιτυχημένη επιχειρηματίας που η δουλειά της την είχε φέρει στην Ελλάδα από την πατρίδα της τη Μικρά Ασία.. Γυναίκα έξυπνη, κοινωνική, ανεξάρτητη, αλλά και γυναίκα που ήξερε να ξεχωρίζει τις αξίες της ζωής. Σκεπτόταν και αναζητούσε κάτι ουσιαστικό στη ζωή της, κι αυτό δεν της το έδινε η λατρεία των θεών των Ελλήνων. Δεν της αρκούσε η λατρεία του Απόλλωνα, ήθελε κάτι περισσότερο. Κι αυτό το περισσότερο το είχε βρει στον ένα και μοναδικό Θεό. Αναγνώριζε την κυριαρχία του στο σύμπαν, και ήξερε ότι άξιζε να τον γνωρίσει περισσότερο.
Αν και πολυάσχολη, είχε το χρόνο να τρέξει και στη συνάθροιση στο ποτάμι. Εκείνο το πρωινό, ήταν καθοριστικό για τη Λυδία. Εκείνη την ημέρα έγινε η μεγάλη αλλαγή στη ζωή της, με τη συνάντησή της με τους απεσταλμένους του ενός και μοναδικού Θεού. Η καρδιά της ήταν ανοικτή στο μήνυμα της αγάπης του, τον εμπιστεύθηκε απόλυτα, το κομμάτι του παζλ που έλειπε από τη ζωή της βρέθηκε, και η ζωή της άλλαξε ριζικά.
Αυτό, το κατάλαβαν όλοι γύρω της. Βαπτίστηκε και …στρώθηκε στη δουλειά! Η πρώτη Ευρωπαία Χριστιανή, ήταν Ελληνίδα! Χωρίς να χάσει χρόνο, μίλησε στους δικούς της, και αν και απ’ ότι φαίνεται, δεν είχε δικά της παιδιά, τα πνευματικά παιδιά της αυξάνονταν από μέρα σε μέρα. Δεν έχασε την ευκαιρία να ανοίξει το σπίτι της και να φιλοξενήσει τους απεσταλμένους του Θεού, τον Παύλο, τον Σίλα και τον Λουκά για να μάθει περισσότερα για τον Θεό. Η πνευματική της πείνα ήταν μεγάλη και ο απόστολος Παύλος είχε έρθει στην πόλη της για να κηρύξει το ευαγγέλιο του Χριστού. Χάρη στη Λυδία, μια νέα ήπειρος, η Ευρώπη, άνοιξε την πόρτα της στο Ευαγγέλιο.
Οι προτεραιότητές της τώρα άλλαξαν. Η δουλειά της πήρε τη δεύτερη θέση στη ζωή της. Την πρώτη θέση πήρε ο Θεός. Η μαρτυρία της γι’ αυτόν ήταν δυναμική. Η πίστη της έφερε καρπό στη ζωή άλλων. Η αποφασιστικότητά της έδωσε την αφορμή για ένα καινούργιο ξεκίνημα στη ζωή των γύρω της, αφού το να είναι χριστιανή, δεν σήμαινε για τη Λυδία ότι έπρεπε να κλειστεί στο σπίτι της και να απομονωθεί από τον υπόλοιπο κόσμο. Εξακολούθησε τη δουλειά της διατηρώντας και αυξάνοντας την υπόληψή της και παραχωρώντας τη ζωή της, την περιουσία της, το σπίτι της, στην υπηρεσία του Ευαγγελίου. Μια καινούρια εκκλησία ξεκίνησε από το έργο και το σπίτι της Λυδίας, η πρώτη εκκλησία στην Ελλάδα. Μια εκκλησία που γι’ αυτήν αργότερα ο απόστολος Παύλος έγραψε πως ήταν «η χαρά και το στεφάνι της νίκης του»[42]. Γι’ αυτή την εκκλησία έγραψε ακόμη «Ευχαριστώ το Θεό μου κάθε φορά που σας θυμάμαι· πάντοτε, σε κάθε προσευχή μου, με χαρά προσεύχομαι για όλους σας κι ευχαριστώ το Θεό για τη συμμετοχή σας στο ευαγγέλιο από την πρώτη μέρα ως σήμερα».[43] Σ’ αυτή την εκκλησία – στο σπίτι της Λυδίας, που προφανώς προσευχόταν όσο ο Παύλος κι ο Σίλας ήταν στη φυλακή, σ’ αυτήν έτρεξαν οι απόστολοι μόλις βγήκαν με θαυμαστό τρόπο από τη φυλακή. Σ’ αυτή την εκκλησία ο Παύλος έγραψε με λόγια αγάπης και ξεχωριστής τρυφερότητας, ανησυχώντας ίσως, ότι είχαν τύψεις για το γεγονός πως η παρουσία του εκεί, είχε σαν αποτέλεσμα και τη φυλάκισή του.
Μια γυναίκα μοντέρνα για την εποχή της, χειραφετημένη, πρωτοπόρα. Μια γυναίκα αποφασιστική, διορατική, γενναιόδωρη, γοητευτική, φιλόξενη. Μια γυναίκα που πήρε από τον ίδιο τον απόστολο Παύλο τη δάδα του ευαγγελίου και μαζί με άλλους, την κράτησε σταθερά για να τη δώσει σε άλλους, κι εκείνοι σε άλλους, μεταφέροντας έτσι το Ευαγγέλιο της χάρης του Θεού στην Ευρώπη και από κει στα πέρατα της γης.
Λυδία - Μια αριστοκράτισσα:Μια ευλογημένη αρχή ενός ευλογημένου έργου
της κας Έρσης Αντωνιάδου
Ραάβ
Μια πόρνη
Στην πινακοθήκη των ηρώων της πίστεως στην προς Εβραίους επιστολή, υπάρχει το όνομα της Ραάβ. Κοντά στο όνομά της …και το επάγγελμά της: πόρνη! Κι’ όμως… ανάμεσα στους ήρωες της πίστης!
Η Ραάβ είχε ένα πανδοχείο. Την εποχή εκείνη τα πανδοχεία τα είχαν μόνο γυναίκες και μάλιστα με κακή φήμη. Γραπτοί λογαριασμοί πανδοχείων που σώθηκαν από τα Ρωμαϊκά χρόνια φανερώνουν ότι στις παρεχόμενες υπηρεσίες ενός πανδοχείου συμπεριλαμβανόταν και το… κορίτσι. Πουθενά δεν υπήρχε αναφορά απλώς για το κόστος του ύπνου σε ένα κρεβάτι!
Όταν ο Ιησούς του Ναυή έστειλε στην Ιεριχώ τους κατασκόπους του, εκείνοι κατέλυσαν στο πανδοχείο της Ραάβ – ίσως ήταν το μοναδικό στην πόλη. Δεν ξέρουμε αν η Ραάβ ήξερε ποιους έβαζε στο πανδοχείο της. Ούτε ξέρουμε αν οι κατάσκοποι ήξεραν σε τι σπίτι έμπαιναν. Όταν όμως η Ραάβ έμαθε ποιοι ήταν, αποφάσισε να πάει κόντρα στην … αντικατασκοπία της χώρας της! Είχε ακούσει για τον Θεό του Ισραήλ και για τα θαύματα που είχε κάνει στον λαό του και αναγνώριζε την δύναμή του. Με σύνεση, σοφία, επιδεξιότητα και μεθοδικότητα, άλλα όχι και χωρίς υστεροβουλία, συνεργάστηκε με τους κατασκόπους. Ανησυχούσε για τη ζωή τη δική της και των συγγενών της, αλλά πίστευε ότι ο Θεός του Ισραήλ μπορούσε να προστατεύσει αυτήν και την οικογένειά της. Πίστευε ακόμη ότι αν ο Θεός ήθελε να πέσει η πόλη της η Ιεριχώ, ότι κι αν έκαναν οι συμπατριώτες της δεν θα είχε κανένα αποτέλεσμα.
Η Ραάβ έκανε τις συνεννοήσεις της με τους κατασκόπους, και μόλις έφυγαν εκείνοι στρώθηκε στη δουλειά. Κρέμασε την κόκκινη κορδέλα και έκανε ότι ακριβώς είχε συνεννοηθεί μαζί τους. Πήρε στα σοβαρά τη δουλειά της. Αυτό είναι κάτι που αρέσει στον Θεό, ακόμα και αν συμβαίνει σε ανθρώπους που δεν του ανήκουν. Και περίμενε! Περίμενε με υπομονή, ελπίδα και εμπιστοσύνη στον Θεό του Ισραήλ. Αφού είχε κάνει διαθήκη με τον λαό του, είχε κάνει διαθήκη με τον Ίδιο τον Θεό. Και η πίστη της έκανε το θαύμα. Όταν έπεσαν τα τείχη της πόλης, το κομμάτι των τειχών πάνω στο οποίο ήταν κτισμένο το δικό της σπίτι, δεν έπεσε. Σώθηκε αυτή και ολόκληρη η οικογένειά της.
Το μεγαλύτερο όμως θαύμα στη ζωή της, δεν ήταν αυτό. Ήταν το γεγονός ότι το μέλλον της άλλαξε χωρίς η ίδια ούτε καν να το φανταστεί. Ο Θεός πήρε μέσα από μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, μια γυναίκα περιθωριακή, που κανείς ίσως δεν την εκτιμούσε στο περιβάλλον της, που δεν ανήκε καν στον λαό του, και της έδωσε ένα θαυμαστό και ιδιαίτερα σημαντικό μέλλον. Το όνομά της, μαζί μ’ αυτό της Σάρας, είναι στη λίστα κοντά στα ονόματα μεγάλων ανδρών της πίστεως. Σημασία πια δεν έχει το ήταν, αλλά το τι έγινε.
Η ζωή της Ραάβ άλλαξε ρότα. Η προτεραιότητά της ήταν πια ο Θεός του Ισραήλ. Έζησε ανάμεσα στον λαό του, παντρεύτηκε τον Σαλμών, και από τον γάμο αυτό γεννήθηκε ο σοφός και συμπαθητικός Βοόζ. Ο Βοόζ παντρεύτηκε την Ρουθ και από τον γάμο τους γεννήθηκε ο Ωβήδ. Ο Ωβήδ γέννησε τον Ιεσσαί και ο Ιεσσαί τον Δαβίδ! Απ’ τη γενιά του Δαβίδ γεννήθηκε ο Χριστός! Η Ραάβ έγινε μια από τις μητέρες στη γενεαλογία του Ιησού Χριστού. Ένα προνόμιο που θα ζήλευαν πολλές Ιουδαίες γυναίκες. Τι θαυμαστή ευλογία! Μια αμαρτωλή και περιφρονημένη γυναίκα που της δόθηκε η ευκαιρία να μπει στον λαό του Θεού. Με την πίστη και τις πράξεις της κέρδισε από τον Θεό μια ζηλευτή θέση στο σχέδιο της σωτηρίας του αμαρτωλού ανθρώπου.
Όταν ο Θεός πάρει στα χέρια του έναν άνθρωπο όσο βρώμικος και αμαρτωλός κι αν είναι, τον καθαρίζει και τον κάνει χρήσιμο και πολύτιμο όργανο στα χέρια του. Όταν χρησιμοποιεί ανθρώπους για να κάνει το έργο του, δεν εξετάζει την καταγωγή τους, ούτε το επάγγελμά τους, ούτε την κοινωνική τους θέση. Εκείνο που μετράει για τον Θεό, είναι η καρδιά του ανθρώπου.
Ραάβ – Μια πόρνη:Μια περιφρονημένη γυναίκα σε μια αξιοζήλευτη γενιά
Βιβλιογραφία:
All the Women of the Bible, Edith Deen, Harper & Collins - Clothed with the Sun, Joyce Hollyday, Westminster John Knox Press
She is Worthy, Marjorie L. Kimbrough, Abingdon Press - Το όνομά της είναι Γυναίκα, Gien Karssen, Ο Λόγος
Η Ιστορία του
Σαμψών
του κ. Χ. Αγαπίδη
Εις το βιβλίο των Κριτών της Παλαιάς Διαθήκης 16, 4 υπάρχει ένα σύντομο εδάφιο: «Και μετά ταύτα ηγάπησε γυναίκα…». Αγάπησε γυναίκα. Πόσα πράγματα περιέχει η λέξις αυτή! Πόσες επαναστάσεις δεν έφερε η πείρα αυτή! Αγάπησε γυναίκα. Μπορούμε να το πούμε για κάποιον η αγάπη του οποίου ήταν σαν ανοιξιάτικη αναπνοή στην καρδιά του! Με την πείρα αυτή όλα όσα είναι ωραία στην ψυχή, όπως λέει και ο ποιητής μας, ανθούν σε νέα ζωή, ενώ όλα όσα είναι ένα τίποτε ξεραίνονται και πεθαίνουν. Αλλά πολλές φορές έχομε και το αντίθετο αποτέλεσμα. Αν η αγάπη μιας καλής γυναίκας φέρνει στην ψυχή του άνδρα της την ανοιξιάτικη αναπνοή, η αγάπη μιας κακής γυναίκας φέρνει τον θάνατο. Μια αγάπη μπορεί να είναι η πόρτα προς τον ουρανό, ενώ μια άλλη αγάπη μπορεί να είναι η πόρτα προς την κόλασι. Ήταν ανοικτός ο δρόμος για την κόλασι, όταν ο Σαμψών αγάπησε την Δαλιδά. Ποια ήταν αυτή η Δαλιδά που αγάπησε ο Σαμψών; Λίγο μυαλό αν είχε θα έπρεπε να ξέρει ότι μια τέτοια αγάπη στο τέλος θα κατέληγε σε καταστροφή. Δυστυχώς όμως υπάρχουν τύποι ανδρών και γυναικών που γίνονται πέρα για πέρα ανόητοι όταν έχουν να κάνουν με το αντίθετο φύλο. Ο Σαμψών ήταν έξυπνος, αλλά στις σχέσεις του με τις γυναίκες δυστυχώς απεδείχθη ανόητος.
Αυτός ο έρωτας φαινόταν ότι θα είχε τρομερά αποτελέσματα για τους εξής λόγους. 1) Η Δαλιδά διέφερε από τον Σαμψών ως προς την φυλή, αλλά και ως προς την θρησκεία. Και τα δύο αυτά, το φυλετικό και το θρησκευτικό προκαλούν χάσματα που δεν γεφυρώνονται. Κάθε άνδρας και γυναίκα που προέρχονται από διαφορετική φυλή και θρησκεία, ριψοκινδυνεύουν. Είναι ανάγκη, άνδρας και γυναίκα να έχουν κοινό βάθος και κοινή πίστη. Ο Σαμψών αγάπησε μια γυναίκα που όχι μόνο δεν ανήκε στον λαό του, αλλά ανήκε σε φυλή που ήταν πολύ εχθρική στον λαό του. Μεγάλο μειονέκτημα. Η γυναίκα που διάλεξε ο Σαμψών μπορεί να ήταν εξαιρετικά όμορφη, αλλά δυστυχώς ήταν ιδιοτελής και στιγματισμένη. Μαυρισμένη ηθικώς, με παρελθόν και παρόν. Αγαπούσε την πολυτέλεια και την ανάπαυσι (το ραχάτι, όπως λέμε). Αλλά για να ζει κανείς μια τέτοια ζωή χρειάζεται πολύ χρήμα. Επομένως αμάρτανε από ιδιοτέλεια και χρήματα. Και έτσι ενώ έδειχνε πως ήταν αφοσιωμένη στον Σαμψών, ήταν πρόθυμη να τον πουλήσει για το χρήμα, όπως και το έκανε. Εκφραζόμενοι τόσο σκληρά για την Δαλιδά, μην νομίσετε ότι δικαιολογούμε τον Σαμψών. Ο Σαμψών γεννήθηκε σε σπίτι με θρησκευτική πίστι και οικογενειακή λατρεία. Οι γονείς του ήταν αφοσιωμένοι στον Θεό. Ο Σαμψών ήταν καρπός της προσευχής τους. Μακάριο το παιδί που γεννιέται σε μια τέτοια οικογένεια. Ο άγγελος που παρουσιάσθηκε στην γυναίκα του Μανωέ της είπε πως το παιδί που θα γεννήσει θα είναι Ναζηραίος εις τον Θεόν εκ κοιλίας μητρός. Οι επτά πλόκαμοι που εκρέμοντο στους ώμους του ήταν σημείο πως ο Ναζηραίος ήταν άνθρωπος αφοσιωμένος στον Θεό. Όταν ήμουν μικρός, μαθητής του Κυριακού σχολείου στην Βέροια, με ρώτησε κάποτε ο ιεροκήρυξ μας, μακαρίτης τώρα, Χρήστος Βαής, πού βρισκόταν η δύναμις του Σαμψών, και απάντησα «στα μαλλιά του». Αυτό βέβαια δεν ήταν ψέμα, αλλά δεν ήταν και αλήθεια πέρα για πέρα. Η δύναμη του Σαμψών, βρισκόταν στην αφοσιώσί του προς τον Θεό. Ενώ παραχωρούμε, αγαπητοί μου, τους εαυτούς μας στον Θεό, ο Θεος παραχωρεί τον εαυτό Του σε μας.
Χρόνια ολόκληρα ο Σαμψών χρησιμοποίησε την δύναμι που του έδωσε ο Θεός για να υπηρετήσει τον λαό του στις σκοτεινές εκείνες ημέρες. Δεν προτείνω να τον περιλάβουμε στον κατάλογο των αγίων ανδρών, αλλά μην ξεχνάτε πως ο συγγραφεύς της προς Εβραίους επιστολής τον περιλαμβάνει μεταξύ των περιφήμων ανδρών της πίστεως (Εβραίους 11, 32). Αν και είχε υποσχεθεί τελεία αφιέρωσι στον Θεό, δεν κράτησε τέλεια την υπόσχεσί του. Το όνομα «Σαμψών» σημαίνει «ευήλιος, ηλιοφεγγής, λιακάδα». Όταν ήταν μικρός αγόρι υπήρχε ένας σπινθήρας στα μάτια του. Και όταν ακόμη κτυπούσε τον εχθρό του, το έκαμνε με το γέλιο (Κριταί 15, 4). Μπορούσε να καταστρέψει τα σπαρτά των Φιλισταίων με τα χέρια του, αλλά του άρεσε να γελά και να κοροϊδεύει τον αντίπαλό του. Το γέλιο, είναι καλό, οι γιατροί μας λένε πως είναι υγεία. Αλλά, δυστυχώς, ο Σαμψών όπως κι εμείς πολλές φορές, δεν μάθαμε πότε να γελούμε και γιατί να γελούμε. Πολλές φορές γελούμε σε ακατάλληλο τόπο και χρόνο. Και τώρα το αποτέλεσμα. Αφού έκρινε είκοσι χρόνια το λαό του, απεφάσισε να πάρει την σύνταξί του. Όταν ο άνθρωπος αισθάνεται κούρασι, η συνταξιοδότησι είναι θρησκευτική πράξις. Όταν όμως ο Σαμψών για να περάσει τις διακοπές του προτίμησε το στρατόπεδο των εχθρών του, έκανε το πρώτο του λάθος. Με τους εχθρούς του παρά με τους φίλους του. Το δεύτερο λάθος: ενώ η Δαλιδά προσποιήθηκε πως τον ερωτεύθηκε, ο Σαμψών την ερωτεύθηκε χωρίς πρόσχημα. Και να η ευκαιρία μπροστά της. «Φανέρωσόν μου σε παρακαλώ εις τι συνίσταται η δύναμίς σου η μεγάλη και με ποιο τρόπο θα ήθελες να δεθείς για να δαμασθείς». «Σαμψών πες μου πώς να σε δέσουμε για να σε πιάσουν οι εχθροί σου». Αντί ο Σαμψών να διαμαρτύρεται για την ερώτησι της Δαλιδά, αστειεύεται μαζί της, λέγοντάς της: «Απλούστατο. Αν με δέσουν με επτά υγρές χορδές που δεν έχουν ξηρανθεί, τότε θα αδυνατίσω και θα είμαι όπως όλοι οι άνθρωποι». Έκανε η Δαλιδά ό,τι της είπε. Ο Γίγας όμως δεν φοβήθηκε κι έκοψε τις χορδές. Η Δαλιδά συνεχίζει το παιχνίδι της. Τα παιχνίδια όμως, δεν είναι καλά πάντοτε. Και αν παίζεις με τη φωτιά θα καείς οπωσδήποτε. Ο Σαμψών κουράσθηκε από του να ερωτάται. Η Δαλιδά όμως δεν κουράζεται από του να ερωτά. Δεν σταμάτησε παρά μόνον τότε όταν έμαθε το μυστικά: «Είμαι Ναζηραίος εις τον Θεό. Αν ξυρισθώ η δύναμίς μου θα παύσει». Τώρα η Δαλιδά είναι έτοιμη για εφαρμογή του σχεδίου της. Εξ’ αιτίας κακών γυναικών από ηθικής απόψεως, εξ’ αιτίας εγωισμού, φιλαρέσκειας, κενοδοξίας, πολυλογίας, ματαιοδοξίας, ψεύδους, απάτης, επιδείξεως, κουτσομπολιού κ.λπ., σύζυγοι και πατέρες έγιναν προδότες και άγρια θηρία. Πολλοί καλοί και αφοσιωμένοι σύζυγοι στις γυναίκες των, άφησαν εργασίες, φιλοδοξίες, φίλους, αγάπη και τιμή και αυτή ακόμη την ψυχή τους. «Γυναίκα ενάρετον τις θέλει ευρεί; Διότι η τοιαύτη είναι πολύ τιμιωτέρα υπέρ πάντας τους μαργαρίτας».
Και για να επιστρέψω στην ιστορία μας. Έκοψαν τα μαλλιά του Σαμψών. Τινάχθηκε. Αλλά μάταια. Γιατί; Διότι ο Θεός απεμακρύνθηκε από αυτόν. Του έβγαλαν τα δυο μάτια του οι Φιλισταίοι, και τον κατέβασαν στον οίκο του δεσμωτηρίου όπου άλεθε. Κρίμα Σαμψών, κρίμα. Πώς κατάντησες έτσι; Εσύ που πριν λίγες μέρες ακόμη με το ένα σου χέρι σκότωνες όλους τους Φιλισταίους, και όταν συναντούσες ένα λιοντάρι, το διέλυες σαν ένα ορνιθόπουλο. Κρίμα. Κανένα πράγμα, φίλοι μου, δεν τυφλώνει τα μάτια μας τόσο, όσο η απιστία και η αμαρτία μας. Ο Σαμψών άρχισε καλά, αλλά τέλειωσε δραματικά. Έχασε και την δύναμή του, αλλά και την ελευθερία του.
Δεν τολμά, όμως, κανείς από μας να βλέπει τον Σαμψών με αυτοδικαιωμένα μάτια. Ποιος θα πει «εγώ τέτοιο πράγμα δεν θα έκανα;» Ίσως όχι. Ίσως η δική μας αδυναμία να μην είναι σαν την αδυναμία του Σαμψών. Ίσως η αμαρτία να μην μπει στην ζωή μας απ’ την ίδια πόρτα που μπήκε στη ζωή του Σαμψών. Ίσως η επιθυμία της σάρκας μας να μην αφαιρέσει την δύναμί μας, να μην μας τυφλώσει, και να μην μας δέσει με χάλκινες αλυσίδες. Ίσως. Υπάρχουν, όμως, αμαρτίες ακόμη χειρότερες και από την επιθυμία της σάρκας. Γι’ αυτό κανείς μας δεν τολμά να ρίξει πέτρα στον γίγαντα Σαμψών. Άνθρωποι αναγεννημένοι, μέλη εκκλησίας, εκλεκτοί του Θεού, δεσπότες, ιεροκήρυκες, διάκονοι, ιερείς, πήγαν στο δρόμο του Σαμψών, μας αναφέρει η ιστορία.
Ευτυχώς, η ιστορία του Σαμψών δεν τελειώνει με πλήρη τραγωδία. Διαβάζουμε πως στο δεσμωτήριο η δύναμη του Σαμψών σιγά-σιγά επανήρχετο. Οι εχθροί δεν γνώριζαν τι θα πει συγχώρησις εκ μέρους του Θεού. Στο τέλος αυτός ο άνθρωπος απέκτησε και πάλιν την δύναμί του. Μια νύκτα οι αρχηγοί των Φιλισταίων διασκέδαζαν σε μια μεγάλη αίθουσα. Οι αρχές της πόλεως εκεί. Ασφαλώς προσκεκλημένη θα ήταν και η Δαλιδά, από τους πρώτους μάλιστα. Όταν η διασκέδασις έφθασε στο κατακόρυφό της με χορούς και ορχήστρες, έφεραν και τον Σαμψών για να διασκεδάσουν με χορούς και γέλια. Αφού τους διασκέδασε ο Σαμψών, είπε στο παιδάκι που τον οδηγούσε να τον οδηγήσει κοντά στους στύλους της αίθουσας για να στηριχθεί. Και τότε, ακούσθηκε η πιο φοβερή και άγρια προσευχή που ακούσθηκε ποτέ στον κόσμο. «Αποθανέτω η ψυχή μου μετά των Φιλισταίων». Τινάχθηκε ο Σαμψών, και το κτήριο έπεσε. Ο Σαμψών και όλοι εκείνοι που διασκέδαζαν, νεκροί. Αλλά εκείνοι που σκότωσε ο Σαμψών με τον θάνατό του ήταν περισσότεροι από εκείνους που σκότωσε στην ζωή του.
Δεν είναι, χριστιανική η ιστορία, ειμή κατά τούτο, ότι ο Σαμψών έδωσε τη ζωή του όταν ήλθε ο καιρός. «Μεγαλυτέραν ταύτην αγάπην δεν έχει ουδείς, ειμή του να βάλει τις την ψυχήν αυτού…».
Και έτσι πέφτει η αυλαία και αφήνει πίσω έναν άνθρωπο που απέτυχε τόσο τραγικά. Ο σπουδαίος Άγγλος ποιητής Μίλτων που ήταν τυφλός, και που είναι ο συγγραφεύς του σπουδαίου εκείνου βιβλίου «Ο απολεσθείς παράδεισος», μεταξύ πολλών που έγραψε, υπάρχει και ένα ποίημα με τίτλο «Σαμψών ο αγωνιστής». Στο ποίημα αυτό ο Μίλτων παρουσιάζει την Δαλιδά να επισκέπτεται τον Σαμψών στη φυλακή. Πήγε εκεί για να ζητήσει συγχώρησι από τον Σαμψών για το κακό που του έκαμε. Κατά την συνάντησί τους ο Σαμψών την κατηγόρησε σαν σκληρή και άνανδρη γυναίκα. Και τότε ο Μίλτων στο ποίημά του βάζει στο στόμα της Δαλιδά τις εξής λέξεις: «Προτού Σαμψών να γίνω εγώ σκληρή σε σένα, συ ήσουνα σκληρός στον εαυτό σου».
Αγαπητοί μου αναγνώστες, μην προφασιζόμεθα σε κανένα. Ούτε σε γυναίκα ούτε σε άνδρα, ούτε σε περιστάσεις. Προτού κατηγορήσουμε τους άλλους ή την αδικία των άλλων, ή τις δυσκολίες μας, ή τα παιδιά μας, τους συγγενείς μας, ή τους φίλους, τους εχθρούς μας, ή τον ιεροκήρυκά μας, ή τον επίσκοπό μας, τον δεσπότη μας, προτού κατηγορήσουμε τον πρεσβύτερό μας ή τον διάκονό μας, τον δάσκαλο του Κυριακού μας σχολείου κ.λπ., πρώτα-πρώτα ας κατηγορήσουμε τον εαυτό μας. Ό,τι κάνουμε, εμείς το κάνουμε στον εαυτό μας, οι άλλοι δεν μπορούν να μας κάνουν ο,τιδήποτε. «Προτού εγώ φανώ σκληρή σε σένα Σαμψών, εσύ ήσουν σκληρός στον εαυτό σου». Ο Νομίζων ότι ίσταται, αγαπητοί μου φίλοι, ας προσέξει μήπως πέσει, λέγει ο Ιησούς Χριστός.
Η ανάγκη όλων μας είναι η προσευχή και μετάνοια του Σαμψών. «Κύριε δέσποτα, ενίσχυσόν με, δέομαι, μόνον ταύτην την φοράν». Ας μετανοήσωμε μόνον ταύτην την φοράν. Ας μετανοήσωμε και ας ζητήσωμε την χάριν του Θεού που μας συγχωρεί. Και ο Θεός που ενίσχυσε τον Σαμψών που μετανόησε, και του έδωσε πίσω την δύναμί του, θα ενισχύσει και μας και θα μας κάνει δυνατούς εν τη δυνάμει της ισχύος αυτού.
«Διότι λύχνος είναι η εντολή και φως ο ήλιος. Δια να σε φυλάττουν από κακιά γυναίκα, από κολακείες γλώσσης γυναικός ξένης. Μην επιθυμήσεις το κάλλος αυτής στην καρδιά σου, και ας μη σε θηρεύσει δια των βλεφάρων αυτής, διότι εξ’ αιτίας πόρνης καταντά κανείς έως ένα κομάτι άρτου. Δύναται τις να βάλει πυρ εις τον κόλπον του και τα ιμάτια αυτού να μην καούν; Δύναται τις να περπατήσει σε άνθρακες φωτιάς και να μην καούν τα πόδια του; Ούτω και ο εισερχόμενος προς την γυναίκα του πλησίον του δεν θέλει αθωωθεί, θέλει κατακαεί ολοσχερώς».
Παροιμίες: κεφ. 6, εδ. 23-26 Ì
Η Πίστη
του Παναγιώτη Κανελλόπουλου
Συνέχεια από το προηγούμενο
Δεν οδηγεί το θαύμα στην πίστη, αλλά η πίστη οδηγεί στο θαύμα. Σε ποιο, όμως, θαύμα; Όχι στην επίγεια πραγματοποίηση του απραγματοποιήτου και αδύνατου. Όχι στο «φυσικό» θαύμα. Όχι στην ανατροπή των φυσικών φαινομένων με μέτρα φυσικά. Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ, στα μέσα του 19ου αιώνα, νομίζοντας ότι η εξυπνάδα είναι ανώτερη από την αλήθεια, βάλθηκε να ξεσκεπάσει την πίστη και τη θρησκεία. Κι ανάμεσα στα πολλά που είπε απευθύνοντας το λόγο στους επαναστατημένους και ικανοποιημένους από τον εαυτό τους αστούς, διατύπωσε ο Φόυερμπαχ, που ως άνθρωπος ήταν σεμνός και ζούσε στη μοναξιά, και τη στεγνή και ανόητη θεωρία ότι «η πίστη στον Θεό και η πίστη σε θαύματα είναι ένα και το αυτό». Και προσθέτει («Η ουσία της θρησκείας», 26η παράδοση): «Ένας Θεός που δεν κάνει πια θαύματα, που επομένως δεν εκπληρώνει επιθυμίες και δεν εισακούει προσευχές εκτός από εκείνες που η εκπλήρωσή τους, θεμελιωμένη ήδη μέσα στην πορεία που ακολουθεί η φύση, είναι φυσικά δυνατή και που μ’ άλλα λόγια θα εκπληρώνονταν και χωρίς αυτόν, χωρίς προσευχές, είναι ένας άχρηστος και ανωφελής Θεός». Και μονάχη η φράση αυτή δείχνει ότι ο Φόυερμπαχ, που τον υλισμό του τον βρήκε αντεπιστημονικό ο Κάρολος Μαρξ, δεν κατάλαβε διόλου τι θα πει πίστη. Αλλά και πολλοί από τους πιστούς δεν καταλαβαίνουν τι θα πει πίστη. Ο Φόυερμπαχ απάντησε, ουσιαστικά, μόνο και μόνο στους πιστούς και θεολόγους που δεν ξέρουν τι σημαίνει πίστη. Κι η απάντηση που έδωσε σ’ αυτούς δεν είναι εσφαλμένη, αλλά είναι απλούστατα άστοχη. Είναι άστοχη, γιατί στόχος της δεν είναι η πίστη· στόχος της –στόχος ασήμαντος- είναι μόνον οι «πιστοί» που δεν καταλαβαίνουν τι θα πει πίστη. Είναι πολύ εύκολο να πετυχαίνει κανένας τον λαθεμένο στόχο· μη ξέροντας ο Φόυερμπαχ να σκοπεύει τον πραγματικό και σωστό στόχο, ικανοποιήθηκε που πέτυχε έναν άλλον. Την πίστη δεν μπορείς να τη σκοπεύσεις και να τη χτυπήσεις. Η πίστη βρίσκεται πίσω και πέρα απ’ όλα όσα βλέπεις, βρίσκεται σ’ ένα βάθος που είναι ανάλογο με το βάθος του θανάτου, του αγνώστου, του απείρου. Ο Φόυερμπαχ πλανήθηκε περισσότερο και από τους απλοϊκούς «πιστούς» που στέκονται στα θαύματα. Οι «πιστοί» τουλάχιστον, αυτοί δεν χρησιμοποιούν τη γνώση, ενώ ο Φόυερμπαχ πλανήθηκε χρησιμοποιώντας τη γνώση, την «επιστήμη», την εξυπνάδα του. Κι ήταν αληθινά έξυπνος ο άνθρωπος αυτός που δεν αρνήθηκε την αλήθεια, αλλά που απλούστατα δεν την γνώρισε, δεν την υποψιάσθηκε καν.
Δεν οδηγεί, λοιπόν, το θαύμα στην πίστη. Αλλά και η πίστη δεν οδηγεί στο θαύμα εκείνο που έγκειται στην επίγεια ανατροπή των φυσικών όρων και μέτρων. Η πίστη οδηγεί στο θαύμα που έγκειται στη μεταφυσική αφομοίωση του πόνου και του θανάτου, στη συγχώνευση της ψυχής μας με το πνεύμα του σύμπαντος. Η πίστη δεν μπορεί να ’χει ως περιεχόμενο ούτε «φυσικά» θαύματα ούτε «φυσικές» παραστάσεις του μεταφυσικού. Η θρησκεία επικαλείται, βέβαια, και «φυσικά» θαύματα, όπως χρησιμοποιεί και «φυσικές» παραστάσεις για να συλλάβει εποπτικά τον Θεό, τον Ουρανό, τον Παράδεισο, την Κόλαση. Αυτά, όμως, είναι σύμβολα ή αλληγορίες· δεν είναι περιεχόμενα που έχει η ίδια η πίστη. Το μεταφυσικό βίωμα της ψυχής δεν μπορεί να ’ναι εξαρτημένο ούτε από φυσικά ούτε καν από υπερφυσικά στοιχεία. Κι αυτό το υπερφυσικό είναι μια προέκταση, μια εξόγκωση του φυσικού. Το αληθινά μεταφυσικό δεν μπορεί να ’χει ως μέτρο το φυσικό. Δεν μπορούμε καν να πούμε ότι μεταφυσικό είναι το μη φυσικό, γιατί και στην περίπτωση αυτή θα χρησιμοποιούσαμε, έστω και αρνητικά, το φυσικό ως μέτρο. Το πνεύμα του σύμπαντος δεν μπορεί να ’χει ως μέτρο το σύμπαν, δηλαδή τον φυσικό κόσμο, τον κόσμο των φαινομένων. Ο Πανθεϊσμός αγνόησε τη βασική αυτή αλήθεια. Την αγνόησε κι αυτός ο Σπινόζα. Η αφέλεια του Σβέντενμποργκ που μας περιγράφει τη διάρθρωση του ουρανού και το καθετί που γίνεται κάτω από την αγαθή εποπτεία του Θεού, είναι σοφότερη από τη σοφία του Σπινόζα. Ο πιστός και απλός Σβέντενμποργκ, που τόσο τον αγάπησε ο αμαρτωλός και πολύπλοκος Μπωντλαίρ, δούλεψε με τη φαντασία του (κι η φαντασία μπορεί να βοηθήσει την πίστη), ενώ ο Σπινόζα δούλεψε με τη λογική, και μάλιστα με τη λογική των γεωμετρικών θεωρημάτων και αγνόησε –δουλεύοντας με τη γνώση- κάτι το βασικό, που μας το λέει η ίδια η γνώση: ότι ανάμεσα στα γνωστά και στο απόλυτο άγνωστο, ανάμεσα στο φυσικό σύμπαν και στο πνεύμα του σύμπαντος υπάρχει μια απόσταση που δεν μπορεί να την καλύψει κανένας λογικός συλλογισμός. Ο πανθεϊσμός περιέχει μέσα του μια μεγάλη αντίφαση. Στηρίζει την πίστη στη λογική. Είναι η πίστη των άπιστων. Η πίστη, ως το μεγάλο μεταφυσικό γεγονός της ψυχής, δεν έχει ανάγκη ούτε από λογικές αποδείξεις ούτε από «φυσικά» θαύματα. Γεννιέται μέσ’ από την εμπειρία του πόνου και του θανάτου ως ψυχικό γεγονός που αφομοιώνει μεταφυσικά τον πόνο και το θάνατο. Τον πόνο του Ιησού και του κάθε ανθρώπου. Το θάνατο του Ιησού και του κάθε ανθρώπου.
7. Είπα παραπάνω ότι είναι αδύνατο ν’ αφομοιώσουμε τον πόνο και το θάνατο χωρίς την πίστη. Η ατομική και η κοινωνική μας υπόσταση, η πίστη και η αγάπη, η μεταφυσική και η πρακτική μας αποστολή είναι δύο πράγματα αλληλένδετα. Το «εγώ» είναι συνάρτηση του «εσύ». Η πίστη συνάρτηση της αγάπης. Δεν πιστεύει όποιος δεν αγαπάει. Και δεν αγαπάει αληθινά όποιος δεν πιστεύει.
Ο Βίκτωρ Ουγκώ έγραψε, προτού γεράσει, στην ωριμότερη αλλά και ρωμαλεότερη ώρα της ζωής του, ένα μεγάλο έμμετρο έργο με τον τίτλο Ο Θεός, που συνυφαίνεται χρονολογικά –προπάντων, όμως, οργανικά, όπως το λέει κι ο ίδιος- με τα δυο άλλα περίφημα ποιητικά δημιουργήματά του: Ο θρύλος των αιώνων και Το τέλος του Σατανά. Ο Ουγκώ ήταν αστός, ένα από τα μεγάλα αστικά πνεύματα. Ήταν αστός την ώρα που οι πρωτόβγαλτοι στο ιστορικό προσκήνιο αστοί θαύμαζαν τον εαυτό τους, το μυαλό τους, την επιστήμη τους, τις τεχνικές επιτηδειότητες της εποχής τους. Θαύμαζαν τόσο την ώρα εκείνη τον εαυτό τους και τα έργα τους οι αστοί, ώστε κάμποσοι απ’ αυτούς –προπάντων οι μορφωμένοι- θαρρούσαν πως είχαν το δικαίωμα να αγνοούν το άγνωστο, να παραβλέπουν τον Θεό. Ο Ουγκώ συμμερίσθηκε πολλές από τις αδυναμίες των αστών, αλλά αντιστάθηκε στην αθεÀα. Έζησε μέσα του τον πειρασμό της αθεÀας, αλλά κατάφερε να νικήσει τον φοβερό πειρασμό. Το έργο του Ο Θεός είναι ο καθρέφτης αυτής της πάλης και αυτής της νίκης. Μες στους χιλιάδες στίχους του έργου του αυτού περνάει ο Ουγκώ απ’ όλες τις δραματικές καταστάσεις της αμφιβολίας, του σκεπτικισμού, για να φθάσει στην πίστη. Αλλά περνάει κι από τα ειδικότερα περιεχόμενα που έχει πάρει η πίστη, από την πίστη των Μανιχαίων, από τον παγανισμό, από τον Θεό του Μωυσή, από το Χριστιανισμό και τη μορφή του Ιησού («Οι κέδροι του Λιβάνου, όμοιοι με γέρους ιερείς, μιλούν γι’ αυτόν με χαμηλή φωνή, και ο ίσκιος όλων των όντων υποκλίνεται μπροστά του όλα τα πρωινά κι όλα τα βράδια», λέει σε τρεις στίχους του), περνάει κι από την πίστη των ορθολογιστών, του «ρασιοναλισμού», για να φθάσει, στο τέλος, στο απόλυτο «Φως», το απόλυτα ασύλληπτο στο περιεχόμενό του, στον απόλυτα άμορφο Θεό, στην απόλυτα απροσδιόριστη πίστη. Ο σκεπτικιστής μες στον Ουγκώ διατυπώνει τους δυο έξοχους στίχους: «Κι ο Θεός –αν υπάρχει Θεός- έπλασε καθ’ ομοίωσίν του τη νύχτα την παγκόσμια και την αιώνια σιγή». Κι ο Χριστιανός μέσα του λέει σ’ ένα θαυμάσιο στίχο: «Ο Θεός, αν δεν συγχωρούσε, θα ’ταν ο ίδιος ο τιμωρημένος». Αλλά και όταν φθάνει ο Ουγκώ στο απόλυτο «Φως», το δίχως κανένα περιεχόμενο, δεν μπορεί ν’ αποφύγει να δώσει στον Θεό το περιεχόμενο εκείνο του Χριστιανισμού που, πέρ’ από κάθε μορφή και πέρ’ από κάθε πεπερασμένο περιεχόμενο, είναι το μοναδικό στον κόσμο –και χωρίς άλλο πέρα κι επάνω από τον κόσμο- άπειρο περιεχόμενο. Όταν λέμε «περιεχόμενο», λέμε κάτι που αντίκειται στο άπειρο και στο απόλυτο· ωστόσο, υπάρχει και κάποιο περιεχόμενο –αυτή είναι η μεγάλη αποκάλυψη του Χριστιανισμού- που, υπερνικώντας κάθε αντινομία, είναι ταυτόχρονα περιεχόμενο και άπειρο. Αυτό το κάποιο, αυτό το κάτι είναι η Αγάπη. Και λέει ο Ουγκώ: «Ο Θεός δεν έχει παρά μόνον ένα μέτωπο, το Φως, και μόνον ένα όνομα, Αγάπη». Ναι, η Αγάπη είναι το άπειρο περιεχόμενο, η μοναδική ουσία ή μορφή (ουσία και μορφή μαζί) που, αν και ονομάζεται, δεν φυλακίζεται με τ’ όνομα που της δίνουμε, δεν γίνεται, όταν την ονομάζουμε και την προσδιορίζουμε, πεπερασμένη, εγκόσμια, φθαρτή, παροδική.
Κι αφού Θεός και Αγάπη είναι λέξεις που λένε το ίδιο, πώς μπορεί ο άνθρωπος που πιστεύει στον Θεό, να πιστεύει χωρίς ν’ αγαπάει; Δεν επικοινωνεί στην έρημο με τον Θεό του ως πιστός όποιος δεν επικοινωνεί και στην κοινωνία με τον πλησίον του, ως άνθρωπος που αγαπάει. Δεν σώζεται με τον πόνο τον δικό του, όποιος δεν πονάει και τον πόνο των άλλων. Ποιος όμως –το ερώτημα είναι αναγκαίο- είναι ο πλησίον μου; Ο καθένας είναι ο πλησίον μου. Αυτό δεν σημαίνει διόλου ότι δεν πρέπει να ’ναι και ο τάδε που τον βλέπω και τον εγγίζω. Ο Νίτσε (στον Ζαρατούστρα), αντιλέγοντας στον Ιησού, λέει ότι δεν πρέπει ν’ αγαπάμε τον πλησίον μας, αλλά τον πιο απομακρυσμένο. Δεν θέλησε ο Νίτσε να καταλάβει ότι ο Ιησούς, μιλώντας για τον «πλησίον», εννοούσε και τον πιο απομακρυσμένο, τον πιο ξένο, τον πιο άγνωστο. Ο Αντρέ Ζιντ, από την άλλη μεριά, αντιλέγοντας στον Παύλο που στερέωσε την οικογένεια (κι αυτή απαρτίζεται απ’ όσους είναι φυσικά, φυσιολογικά, πλησίον μας), ισχυρίζεται ότι ο Ιησούς αρνήθηκε απόλυτα την οικογένεια. Οι ρήσεις του Ιησού που μνημονεύει ο Αντρέ Ζιντ και που στρέφονται κατά του οικογενειακού δεσμού είναι, βέβαια, βαρυσήμαντες. Την ώρα που λαλούσε «τοις όχλοις» αγαπώντας τους πολλούς, αγαπώντας τους ανώνυμους, ξεπερνώντας κάθε οικογενειακό ή ατομικό φιλικό δεσμό για ν’ αγκαλιάσει την ανθρωπότητα, ήταν φυσικό ν’ αποκριθεί, όταν του είπε κάποιος πως τον ζητούν η μητέρα του και οι αδερφοί του: «τις εστιν η μήτηρ μου, και τίνες εισίν οι αδελφοί μου; Και εκτείνας την χείρα αυτού επί τους μαθητάς αυτού είπεν· ιδού η μήτηρ μου και οι αδελφοί μου· όστις γαρ αν ποιήση το θέλημα του πατρός μου του εν τοις ουρανοίς, αυτός μου αδελφός και αδελφή και μήτηρ εστίν». Σημαίνει, τάχα, η συμβολική αυτη σκηνή, ότι ο Ιησούς έπαψε από την ώρα εκείνη ν’ αναγνωρίζει τη μητέρα του; Αν είχε πάψει να την αναγνωρίζει, ποιο νόημα θα είχε η υπέροχη σκηνή που σημειώθηκε πριν πει τις δυο τελευταίες επίγειες λέξεις του, τις λέξεις «διψώ» και «τετέλεσται»; Γιατί παραμερίζει ο Αντρέ Ζιντ με μια σοφιστική ερμηνεία τη σκηνή αυτή; «Ιησούς ούν ιδών την μητέρα και τον μαθητήν παρεστώτα όν ηγάπα, λέγει τη μητρί· γύναι, ίδε ο υιός σου. Είτα λέγει τω μαθητή· ίδε η μήτηρ σου». Την ώρα εκείνη που η επίγεια υπόσταση του Ιησού έφθανε στο τέρμα της, ο Εσταυρωμένος ζήτησε να ενώσει τα δυο πιο αγαπημένα του πρόσωπα: τη μητέρα του και τον Ιωάννη. Κι ας προχωρήσω πιο πέρα: ο Ιησούς δεν είπε μόνο –και ο Αντρέ Ζιντ κάνει άσχημα που απομονώνει τις σχετικές ρήσεις του Ιησού- ότι όποιος απαρνηθεί και εγκαταλείψει, για τ’ όνομά του, τους οικείους του, θα αμειφθεί, αλλά, σε άλλη ευκαιρία, πρόσθεσε και τη φράση: «ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού». Το νόημα, λοιπόν, των λόγων του Ιησού είναι βαθύτερο απ’ ό,τι το είδε ο Ζιντ. Όποιος μπορεί ν’ απαρνηθεί τον εαυτό του, ας απαρνηθεί και τους οικείους του. Όποιος μπορεί να διαλύσει κάθε δεσμό με τον εαυτό του, αυτός ας προχωρήσει και στη διάλυση κάθε δεσμού με την οικογένειά του. Για όποιον δεν μπορεί να φθάσει στην απόλυτη απάρνηση του εαυτού του, υπάρχουν άλλες φράσεις του Ιησού που δεν απαιτούν να εγκαταλείψουμε οπωσδήποτε και να μην αγαπάμε διόλου τους οικείους μας, αλλά που λένε μόνο να μην τους αγαπάμε περισσότερο απ’ ό,τι αγαπάμε τον Ιησού, δηλαδή την αλήθεια: «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστιν μου άξιος· και ο φιλών υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ ουκ έστιν μου άξιος». Ο Αντρέ Ζιντ –νέος άλλωστε ακόμα, όταν έγραφε το σημείωμά του «Χριστιανική ηθική» που έχει περιληφθεί στο Ημερολόγιό του- υπερβάλλει (είναι κοινή η τάση των λογοτεχνών, από τη γενεά του κι εδώθε, να υπερβάλλουν), ενώ ο Παύλος ήξερε πού βρίσκεται το σημείο της ισορροπίας. Σωστή είναι, βέβαια, και ωραία η παρατήρηση του Αντρέ Ζιντ ότι ο Ιησούς, με τις εκφράσεις του, αποβλέπει στην «απεριόριστη διεύρυνση του αντικειμένου της αγάπης», αλλά υπερβολική είναι η προσθήκη ότι η διεύρυνση αυτή είναι μόνο τότε δυνατή «όταν αρνηθεί κανένας την οικογένεια». Είναι κρίμα ότι τα ωραιότερα πνεύματα στον αιώνα μας επιζητούν την πρωτοτυπία τους στην υπερβολή και την παραδοξολογία, χωρίς να ’ναι και σ’ αυτό πρωτότυπα, όπως ήταν τουλάχιστον ο Μπωντλαίρ ή ο Νίτσε.
Ο καθένας είναι, λοιπόν, πλησίον μου. Για να γίνω, όμως, ικανός να θεωρήσω και τον ανώνυμο πλησίον μου, πρέπει να αισθάνομαι πλησίον μου και τον ορατό και τον απτό, τους οικείους μου ή τους φίλους. Δεν πρέπει να σταματήσω στο σημείο αυτό· αλλά πρέπει αναγκαστικά να ξεκινήσω απ’ αυτό. Κι αφού ξεκινήσω από το σημείο τούτο, πρέπει, εκτός από τον ορατό και τον γνωστό, να αισθανθώ πλησίον μου και τον άγνωστο. Ο πόνος και ο θάνατος του αγνώστου πρέπει να ’ναι, κι αυτός, πόνος και θάνατος δικός μου. Δεν ξέρω αν μπορώ, ως άνθρωπος, να φθάσω ως εκεί. Ξέρω, όμως, ότι πρέπει να το επιδιώξω. Γιατί, τάχα, πρέπει να το επιδιώξω;
Η απάντησή μου παραμερίζει την αντιθετική σκέψη του Αντρέ Ζιντ και πάει στη σύνθεση. Η αγάπη προς τον οικείο ή τον φίλο μου πρέπει να ’ναι μια άσκηση για την αγάπη μου προς την ανθρωπότητα, προς τον άγνωστο που δεν είναι οικείος ή φίλος μου. Κι αυτό, για χατίρι κι αυτού ακόμα του οικείου ή φίλου μου. Αν η φιλία μου δεν είναι μια τέτοια άσκηση, τότε μειώνω τον ίδιο τον φίλο μου. Τον κατεβάζω στο επίπεδο εκείνο, όπου ο φίλος μου γίνεται απλό αντικείμενο της αρεσκείας μου. Στο πρόσωπο των μαθητών του ο Ιησούς έβλεπε όλους τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και τους έστειλε να βρουν όλους τους ανθρώπους. Ο Ιησούς, πριν πάει να προϋπαντήσει τους δημίους του, την ώρα που η αγάπη του για τους μαθητές του είχε εγγίσει τον ίδιο τον ουρανό, λέει στον Πατέρα του: «καθώς εμέ απέστειλας εις τον κόσμον, καγώ απέστειλα αυτούς εις τον κόσμον». Ναι, σ’ ολόκληρο τον κόσμο τους έστειλε, σ’ όλα τα έθνη, τους έστειλε να βρουν όλους τους ανθρώπους, τους άγνωστους, τους άπιστους, τους πονεμένους, τους άρρωστους, τους φτωχούς, τους παραπεταμένους. Πλησίον τους έπρεπε να ’ναι ο καθένας απ’ αυτους. Αλλά ποιος απ’ όσους τολμούν σήμερα να λένε ότι «ηγούνται», αισθάνεται το χρέος αυτό; Ο Ιησούς δεν είχε τολμήσει να πει τον εαυτό του «ηγούμενο». «Ο μείζων εν υμίν γινέσθω ως ο νεώτερος, και ο ηγούμενος ως ο διακονών… Εγώ δε εν μέσω υμών ειμι ως ο διακονών», είπε ο Ιησούς στους μαθητές του την ώρα του μυστικού δείπνου. Και ο Ιησούς, που δεν τολμούσε να πει τον εαυτό του «ηγούμενον», αισθάνθηκε την ευθύνη για όλους τους ανθρώπους, είδε στο πρόσωπο των μαθητών του όλους τους αγνώστους.
8. Η εποχή μας χρειάζεται πίστη, χρειάζεται τον Θεό, τον «ου μακράν από ενός εκάστου ημών υπάρχοντα, όπως είπε ο Παύλος μιλώντας στον Άρειο Πάγο. Και πρόσθεσε ο Παύλος: «εν αυτώ γαρ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν». Κι όταν πονάμε, μέσα στον Θεό πονάμε· κι όταν αγαπάμε, μέσα του αγαπάμε· κι όταν πεθαίνουμε, μέσα του πεθαίνουμε, μες στην αληθινή ζωή πεθαίνουμε. Η αλήθεια αυτή είναι πολύ μεγάλη, είναι μεγαλύτερη και πιο δυναμική από το πιο μεγάλο και δυναμικότερο ψέμα, είναι μεγαλύτερη απ’ όλα τα ψέματα που έχουν συγκλονίσει και αναστατώσει τον κόσμο. Ως τώρα, τον κόσμο τον έχουν συγκλονίσει μεγάλα ψέματα. Είναι καιρός να τον συγκλονίσει η μεγάλη αλήθεια, η απαλή, η αθόρυβη, η ανείπωτη. Είναι καιρός –γιατί οι καιροί έγιναν πολύ δύσκολοι- να επιχειρηθεί το πιο δύσκολο απ’ όλα, να επιχειρήσουν οι άνθρωποι να πιστέψουν πάλι. Το πιο δύσκολο είναι και το πιο εύκολο. Είν’ εύκολο, ευκολότατο, να ιδείς μπροστά σου, αρκεί ν’ ανοίξεις τα μάτια σου. Αν είναι δύσκολο να τ’ ανοίξεις, προπάντων όταν ο ύπνος είναι βαρύς στα βαριά κλίματα της εποχής μας, τίποτα δεν είναι πιο εύκολο από το να ιδείς αφού τ’ ανοίξεις. Και τι θα ιδείς; Δεν είναι ανάγκη να ρωτάς. Η ερώτηση, στο χώρο της μεγάλης αλήθειας, είναι πειρασμός. Η όραση δεν θέτει ερωτήματα στη θέα που ανοίγει εμπρός της. Έτσι και η όραση της ψυχής αγκαλιάζει τη θέα αυτόματα και άμεσα, ταυτίζεται μαζί της, γίνεται ένα πράγμα με το άπειρο τοπίο, με τον θεό. Η πίστη είναι η όραση της ψυχής. Είναι η αδυναμία των παιδιών και η δύναμη των ώριμων ανθρώπων. Τα παιδιά βρίσκονται, από φυσική αδυναμία ή από πρόσφατη και νωπή πείρα γνωριμιάς με το απόλυτο άγνωστο, πλησιέστερα στον Θεό. Γιατί, τάχα, η εγκόσμια πείρα μας, η δεμένη σε τόσα ασήμαντα και εφήμερα, είναι σημαντικότερη από την πείρα της ψυχής πριν ενωθεί με το σώμα, πριν γεννηθούμε; Και γιατί η εγκόσμια πείρα μας είναι, τάχα, πιο σημαντική από την πείρα που θ’ αποκτήσει η ψυχή μας μετά το θάνατο;
Από την παιδική μας ηλικία, όταν έχουμε γίνει ώριμοι άνθρωποι, μας χωρίζει ένα άπειρο. Ενώ ως παιδιά –στο διάστημα εκείνο της ζωής που χωρίζει το νήπιο από τον έφηβο- είχαμε συνείδηση του εαυτού μας (αδιάφορο αν λογική ή άλογη), ως ώριμοι άνθρωποι, αντί να κάνουμε συνειδητότερο ό,τι ήταν συνειδητό μες στο παιδί, χάνουμε τη συνείδηση, ακόμα και τη μηχανική ανάμνηση, των πιο πολλών πραγμάτων που είχαμε συνειδητοποιήσει μέσα μας ως παιδιά. Θυμόμαστε ελάχιστα απ’ όσα ζήσαμε στην παιδική μας ηλικία και νοσταλγούμε κάπου κάπου (οι ποιητικές ψυχές νοσταλγούν, μάλιστα, αδιάκοπα) το άγνωστο, αυτόν τον «άλλον» κόσμο, που μέσα του ζούσε το παιδί. Μήπως ζει το παιδί στ’ αλήθεια μέσα σ’ έναν άλλον κόσμο και όχι σε τούτον; Δεν ξέρω αν η απόστασή μας από τον κόσμο του παιδιού είναι πολύ μικρότερη από την απόσταση ανάμεσα στον κόσμο του παιδιού και στον κόσμο που μέσα του «ζούσε» η ψυχή πριν γεννηθεί το παιδί. Κι αφού δεν το ξέρω αυτό, δικαιολογημένος είμαι να διατυπώσω και την ακόλουθη σκέψη: Όπως ο ώριμος άνθρωπος, νοσταλγώντας τον άγνωστο ή θολό κόσμο της παιδικής του ηλικίας, δεν νοσταλγεί κάτι το ανύπαρκτο, γιατί το παιδί και ο κόσμος του αποτελούν μιαν αναμφισβήτητη πραγματικότητα, έτσι και το παιδί, όταν πιστεύει και φαντάζεται και νοσταλγεί όσα για μας είναι ασύλληπτα και απίστευτα, δεν στρέφεται σε κάτι ανύπαρκτο, αλλά ζει μέσα του, ίσως, τα θολά υπολείμματα των παραστάσεων ενός άλλου κόσμου που μέσα του ζούσε η ψυχή του πριν γεννηθεί. Ναι, το παιδί είναι πλησιέστερα στον Θεό. Έτσι, πλησιέστερα στον Θεό, ίσως ακόμα πλησιέστερα, είναι κι ο ετοιμοθάνατος. Ποιος ξέρει τι αρχίζει να βλέπει πριν κλείσουν τα μάτια του! Και ποιος ξέρει τι βλέπει, όταν έχουν πια κλείσει τα μάτια του! Ωστόσο, αν είναι πλησιέστερα στον Θεό το παιδί και ο ετοιμοθάνατος, που η πίστη τους είναι αδυναμία ή το μεταφυσικό τους όραμα κάτι αναπότρεπτο, πολύ πλησιέστερα κι από τους δυο είναι ο ώριμος άνθρωπος όταν πιστεύει, γιατί η πίστη του ώριμου είναι δύναμη και η μεταφυσική του εμπειρία απόφαση και θέληση δική του, κατόρθωμα του πνεύματός του.
9. Η εποχή μας χρειάζεται πίστη. Κι η πίστη είναι μπροστά μας, κάπου πλάι μας, έξω από την πόρτα της ψυχής μας. Χτυπάει την πόρτα της ψυχής μας. Γιατί δεν της ανοίγουμε να μπει; Γιατί δεν ακούμε το χτύπο της; Μήπως γιατί είμαστε δυνατοί και δεν έχουμε ανάγκη να τον ακούσουμε; Μήπως είμαστε δυνατότεροι από το θάνατο, από τον πόνο, από την αγάπη;
Ναι, ίσως είμαστε δυνατότεροι. Ίσως, η επιστήμη, οι δημοκρατικές ελευθερίες, η κεφαλαιοκρατία, ο κομμουνισμός, η σύγχρονη τεχνική μας έκαμαν δυνατότερους από το θάνατο, από τον πόνο, από την αγάπη. Ποιος, όμως, το σκέπτεται αυτό; Όποιος μπορέσει να το σκεφθεί, θα πάψει την ίδια τη στιγμή να το σκέπτεται. Το κακό είναι, ακριβώς, ότι δεν το σκέπτονται οι άνθρωποι. Αφήνουν να υπάρχει μες στην ψυχή τους το κενό, χωρίς να το ζουν ούτε αυτό υπεύθυνα. Αν μπορούσαν να φθάσουν στη βέβηλη σκέψη ότι είναι δυνατότεροι από το θάνατο, από τον πόνο, από την αγάπη, τότε θα τρόμαζαν μπροστά στην παράλογη αυτή συνέπεια του κενού που υπάρχει μέσα τους και, περνώντας από μια κρίση ιερής αδυναμίας, θα γίνονταν αρκετά δυνατοί, τόσο όσο θα χρειαζόταν για ν’ αναγνωρίσουν ότι είναι πολύ πιο αδύνατοι από το θάνατο, από τον πόνο, από την αγάπη. Και τότε θ’ άνοιγαν την πόρτα της ψυχής τους. Κι από την πόρτα που θ’ άνοιγαν, θα ’μπαινε απαλά και αθόρυβα η πίστη μέσα τους. Θα ’μπαινε και θα δειπνούσε μαζί τους.
10. Κι αποκλείεται, τάχα, ν’ αποφασίσουν οι άνθρωποι να ζήσουν υπεύθυνα το φοβερό κενό που υπάρχει μέσα τους; Αποκλείεται, τάχα, να περάσουν από μια κρίση ιερής αδυναμίας και να αισθανθούν, ύστερα, τη δύναμη ν’ ακούσουν το χτύπο έξω από την πότα της ψυχής τους;
Αν ξεκινούσα από την υπόθεση ότι αποκλείεται να τον ακούσουν, δεν θα είχα το δικαίωμα να γράψω το βιβλίο τούτο. Αν αποφάσισα να το γράψω, τ’ αποφάσισα γιατί πιστεύω ότι οι άνθρωποι, χωρίς να ξέρουν τι τους λείπει, θέλουν, ωστόσο, να προετοιμάσουν την ψυχή τους για να υποδεχθεί τα γεγονότα που έρχονται. Ξέρουν ή διαισθάνονται ότι τα γεγονότα που έρχονται είναι πολύ κρίσιμα, ίσως και φοβερά. Τι τους απομένει να μάθουν ή να διαισθανθούν; Κάτι ελάχιστο που, ωστόσο, μπορεί να γίνει μεγάλο για την ψυχή τους. Ανάμεσα στα ερχόμενα υπάρχει και ο Ερχόμενος. Ο αιώνια Ερχόμενος. «Ο ών και ο ήν και ο ερχόμενος». Αν τα γεγονότα που έρχονται είναι κρίσιμα και φοβερά, ο Ερχόμενος είναι πράος και απαλός. Χτυπάει τη θύρα τους τόσο ήμερα και διακριτικά, που δεν τον ακούνε. Ωστόσο, μπορούν να τον ακούσουν. Θα τον ακούσουν, σήμερα λίγοι, αύριο περισσότεροι. Και θα του ανοίξουν τη θύρα για να μπει. Και θα δειπνήσει μαζί τους. Ì
Από το βιβλίο του Π.
Κανελλόπουλου
«Ο Χριστιανισμός και η εποχή μας», Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, 2004
Ταπεινώθητε ενώπιον του Κυρίου και θέλει σας υψώσει εν καιρώ
του κ. Ιω. Έρτσου
Ιακ. δ΄ 10
Ταπεινώθητε». Μια λέξη που διαχέει ολόκληρη την Αγία Γραφή, αποτεινόμενη σε μια ανθρωπότητα αμαρτωλή, διεφθαρμένη, ψυχικά νεκρή, αφ’ ής ο πρώτος άνθρωπος αμάρτησε. Ποτέ αυτή η εντολή δε δόθηκε στους ουρανούς, ούτε πριν τη δημιουργία του ανθρώπου, ούτε μετά. Ούτε στον πεσμένο «άγγελο του φωτός», τον Σατάν, ούτε σε άλλους πεσμένους αγγέλους, ούτε και στα πνεύματα εκείνων που έφυγαν απ’ τη ζωή αυτή, ενώ άκουσαν του Ευαγγελίου το μήνυμα και το απέρριψαν. Δεύτερη ευκαιρία γι’ αγγέλους και για όλους αυτούς δεν υπάρχει, κατά το Λόγο του Θεού. Υπάρχουν, όμως, πολλές ευκαιρίες για κάθε ζώντα, πριν ακόμα φύγει απ’ τη ζωή αυτή, είτε άπιστος ακόμα είναι, είτε πιστός. Σ’ αυτούς όλους αποτείνεται η προτροπή του Λόγου του Θεού, «ταπεινώθητε». Όσες φορές δε ο άνρθωπος βρεθεί έξω απ’ το θέλημα του Θεού, δηλαδή σε αμαρτία, και ταπεινωθεί, θα βρει οπωσδήποτε έλεος και χάρη παρά του Κυρίου.
Όταν μιλάμε για ταπείνωση, δεν εννοούμε ταπεινοφάνεια. Μια φαρισαϊκή, δηλαδή, ταπείνωση που επιδεικνύεται με σκιασμένο, χαμηλωμένο πρόσωπο, με γονάτισμα και δάκρυα και προσευχές μπροστά σε άλλους, θέλοντας να ξεγελάσει τους ανθρώπους. Διότι κι αυτό αν πετύχει, μόνο τον Θεό δεν μπορεί να ξεγελάσει. Γι’ αυτούς μιλάει ο Κύριος όταν λέει: «Όταν προσεύχεσαι, μη έσο ως οι υποκριταί· διότι αγαπώσιν να προσεύχωνται ιστάμενοι εν ταις συναγωγαίς και εν ταις γωνίαις των πλατειών, δια να φανώσιν εις τους ανθρώπους» (Ματθ. ς΄ 5), γι’ αυτούς μιλάει ο απ. Παύλος όταν γράφει για «προσποίησιν ταπεινοφροσύνης» (Κολ. β΄ 18) και για «εθελοθρησκείαν και ταπεινοφροσύνην και σκληραγωγίαν του σώματος» (β΄ 23).
«Ταπεινώνομαι» στην πραγματική σημασία της λέξης, σημαίνει κατ’ αρχήν αναγνωρίζω τίμια την πεσμένη μου κατάσταση, σ’ όλες της τις γνωστές διαστάσεις, επιθυμώ να ξεφύγω απ’ αυτήν και να μην επανέλθω, και πηγαίνω κατ’ ευθείαν στον Θεό για έλεος και συγχώρηση. Ο δε Λόγος του Θεού υπόσχεται: «ο Κύριος… θέλει σας υψώσει εν καιρώ» (Ιάκ. δ΄ 10), «… εις τους ταπεινούς δίδει χάριν» (Ιάκ. δ΄ 6), «ο Κύριος είναι ο παρακαλών τους ταπεινούς» (Β΄ Κορ. ζ΄ 6), «η ταπείνωση προπορεύεται της δόξης» (Παρ. ιε΄ 33).
Για «ταπεινοφροσύνη» μιλάει κι ο Παύλος στις περσότερες των Επιστολών του, ανυψώνοντας τον χριστιανό που αυτή τον χαρακτηρίζει. «Να περιπατήτε μετά πάσης ταπεινοφροσύνης» (Εφ. δ΄ 2), «εν ταπεινοφροσύνη, θεωρούντες αλλήλους υπερέχοντας εαυτών» (Φιλ. β΄ 3), «ενδύθητε… ταπεινοφροσύνην» (Κολ. γ΄ 10).
Το μεγάλο κι απαράμιλλο υπόδειγμα του ταπεινού ανθρώπου, είναι ο ενσαρκωθείς Υιός του Θεού, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Η ταπείνωσή Του ήταν ένα «πρέπει» γι’ Αυτόν, διότι άλλος τρόπος για συγκοινωνία μαζί μας δεν υπήρχε. Έπρεπε ν’ αφήσει το Θρόνο Του στον Ουρανό και να ’ρθει στη γη. Έπρεπε να γίνει κατά το σχήμα όμοιος με μας, για να γίνει αδελφός μας. Έπρεπε να γίνει υπόδειγμα ανθρώπου ταπεινού, καθώς ο Ίδιος είπε για τον Εαυτό Του: «Μάθετε απ’ εμού· διότι πράος είμαι και ταπεινός την καρδίαν» (Ματθ. ια΄ 29). Έπρεπε να πάθει για να μας γλυτώσει από την ενοχή και τη δύναμη της αμαρτίας, καθώς ο Ίδιος είπε στους μαθητές προς την Εμμαούς, μετά την ανάσταση: «δεν έπρεπε να πάθη ο Χριστός;» (Λουκ. κδ΄ 26), και καθώς ο Παύλος στην προς Φιλιπ. β΄ 8 γράφει: Ο Υιός του Θεού «εταπείνωσεν εαυτόν, γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλ. β΄ 8).
Σε κάθε περίπτωση, είτε προσωπική, είτε εκκλησιαστική, είτε εθνική, που θα υπάρξει ειλικρινής, πλήρης ταπείνωση ενώπιον του Θεού –όπως συνέβηκε χιλιάδες φορές στη ζωή του λαού του Θεού, όπως η Αγία Γραφή μας λέει- ο Θεός οπωσδήποτε τότε θα κάμει θαυμάσια. Το πάσης φύσεως από Θεού θαύμα που συνέβηκε ή συμβαίνει μέσα στο λαό του Θεού και στο περιβάλλον του, είναι πάντα αποτέλεσμα ταπείνωσης και εκζήτησης του Προσώπου του Κυρίου.
Στην ζωή του Κυρίου μας, όταν ήταν εδώ κάτω στη γη, των θαυμάτων Του προηγείτο η άγια ταπεινοφροσύνη Του, με την οποία αντιμετώπιζε τους ανθρώπους. «Και περιήρχετο ο Ιησούς όλην την Γαλιλαίαν, διδάσκων εν ταις συναγωγαίς αυτών, και κηρύττων το ευαγγέλιον της βασιλείας, και θεραπεύων πάσαν νόσον και πάσαν ασθένειαν μεταξύ του λαού (Ματθ. δ΄ 23). Τίποτα δεν είχε τη δύναμη ν’ αντισταθεί στη δική Του δύναμη. Έτσι και στη ζωή των Αποστόλων Του. Στις Πραξ. β΄ 43 διαβάζουμε: «Ενώ εκήρυττον τον Λόγον του Θεού, κατέλαβε πάσαν ψυχήν φόβος, και πολλά τεράστια και σημεία εγίνονται δια των Αποστόλων». Αλλά, το ίδιο συμβαίνει και στη ζωή των δικών Του, ανά τους αιώνες. Ενώ λατρεύουν, κηρύττουν, υπηρετούν, ο Θεός τους συνοδεύει με θαύματα που κάνει στους γύρω τους. Ψυχές σώζονται, πιστοί αναζωπυρώνονται, ασθενείς γιατρεύονται, εργάτες χρίζονται, νέοι εργάτες καλούνται κι αποστέλλονται. Σ’ όλη αυτή την ιστορία, το κυριαρχικό Πρόσταγμα το ’χει ο Κύριος.
Πιστέ, εκκλησία, κατάλαβέ το. Μόνο μια πλήρης ταπείνωση μπρος στον Κύριο, θα φέρει άνωθεν συγχώρηση σε σένα και θεραπεία στη γη γύρω σου. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει. «Εάν ο λαός μου επί τον οποίον εκλήθη το όνομά μου, ταπεινώσωσιν εαυτούς και προσευχηθώσι και εκζητήσωσι το πρόσωπόν μου και επιστρέψωσιν από των οδών αυτών των πονηρών, τότε εγώ θέλω επακούσει εκ του ουρανού και θέλω συγχωρήσει την αμαρτίαν αυτών και θεραπεύσει την γην αυτών» (Β΄ Χρον. ζ΄ 14), είναι η θεία συνταγή για ΑΝΑΖΩΠΥΡΩΣΗ, προς δόξαν του Θεού, δια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Ì
Ο Οίκος
του
Martin Lloyd Jones
Πόσο θαυμαστός τόπος είναι ο οίκος του Θεού. Συχνά συμβαίνει να απελευθερώνεσαι απλά και μόνο με το να τον επισκέπτεσαι. Πολλές φορές ευχαρίστησα το Θεό για τον οίκο Του. Ευχαριστώ το Θεό επειδή όρισε το ότι ο λαός Του θα πρέπει να συναντάται σε ομάδες και να λατρεύει από κοινού. Ο οίκος του Θεού με ελευθέρωσε από τις «παιδικές ασθένειες» της ψυχής περισσότερες από χιλιάδες φορές, – απλά και μόνο με το να μπω μέσα από την πόρτα του. Πώς συμβαίνει αυτό; Νομίζω πως λειτουργεί ως εξής. Το ίδιο το γεγονός πως υπάρχει ένας οίκος του Θεού στον οποίο μπορεί να πάει κάποιος, μας λέει κάτι. Πώς ήρθε στην ύπαρξη; Είναι ο Θεός που το σχεδίασε και το ρύθμισε. Η αναγνώριση αυτού του γεγονότος βάζει κάποιον αμέσως σε μιαν υγιέστερη κατάσταση. Μετά αρχίζουμε και πάμε προς τα πίσω, στην ιστορία, και υπενθυμίζουμε στους εαυτούς μας ορισμένες αλήθειες. Βρίσκομαι τώρα εδώ αντιμέτωπος με ένα τρομερό πρόβλημα, αλλά η Χριστιανική Εκκλησία υπήρξε όλα αυτά τα χρόνια (ήδη αρχίζω να σκέπτομαι με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο). Ο οίκος του Θεού πάει πίσω μέσω των αιώνων στους χρόνους του ίδιου του Κυρίου μας. Γιατί υπάρχει; Ποια είναι η σημασία του; Και η θεραπεία έχει ήδη αρχίσει.
Και πάλι, πάμε στον οίκο του Θεού και προς έκπληξή μας βρίσκουμε άλλους ανθρώπους εκεί που έφθασαν πριν από εμάς. Μας εκπλήσσει αυτό το γεγονός, επειδή μέσα στην προσωπική μας αθλιότητα και απορία είχαμε καταλήξει στο συμπέρασμα πως ίσως να μην υπάρχει τίποτε στη θρησκεία, και ότι δεν θα άξιζε τον κόπο να συνεχίσουμε. Αλλά εκεί βρίσκουμε ανθρώπους που σκέφτονται πως αξίζει τον κόπο να συνεχίσουν κι αρχίζουμε να αισθανόμαστε καλύτερα. Αρχίζουμε να λέμε: Ίσως να κάνω λάθος. όλοι αυτοί οι άνθρωποι πιστεύουν πως υπάρχει κάτι σε αυτό· μπορεί να έχουν δίκιο. Η διαδικασία της θεραπείας συνεχίζεται.
Μετά κάνουμε ένα άλλο βήμα. Κοιτάζουμε γύρω μας στο εκκλησίασμα και αιφνίδια ανακαλύπτουμε τους εαυτούς μας να κοιτάμε σε κάποιον που γνωρίζουμε πως πέρασε μέσα από μιαν άπειρα χειρότερη δοκιμασία από αυτήν που περνάμε εμείς τώρα. Σκεφτόμασταν πως το πρόβλημα μας ήταν το πλέον τρομερό πρόβλημα του κόσμου, και ότι κανένας πριν από μας δεν υπέφερε όσο υποφέρουμε εμείς. Μετά βλέπουμε μιαν αξιολύπητη γυναίκα, μια χήρα ίσως, που το μοναδικό της παιδί πέθανε ή σκοτώθηκε. Αλλά αυτή είναι ακόμη εκεί. Αυτό θέτει αμέσως το πρόβλημα μας κάτω από μιαν εντελώς καινούρια προοπτική. Ο μέγας Απόστολος Παύλος έχει κάτι να πει γι αυτό, όπως και για όλα τα πράγματα, «οι πειρασμοί που αντιμετωπίσατε ως τώρα δεν ήταν παρά στα ανθρώπινα μέτρα σας» (Α΄ Κορ. 10:13). Όταν ο διάβολος μας οδηγεί στο σημείο αυτό, μας πείθει πως κανένας ποτέ δεν πέρασε από αυτή τη δοκιμασία. κανένας ποτέ δεν είχε ένα πρόβλημα όπως το δικό μας, κανένας ποτέ δεν είχε μια παρόμοια άδικη αντιμετώπιση. Όμως πάντοτε βοηθούμαστε στα παθήματά μας με το άκουσμα πως κάποιος άλλος πάσχει επίσης! Η αντίληψη πως δεν είμαστε μόνοι σε αυτό μας βοηθά να θέσουμε τα πράγματα κάτω από την ορθή τους προοπτική. Είμαι ένας ανάμεσα σε πολλούς. Φαίνεται πως αυτό είναι κάτι που συμβαίνει στο λαό του Θεού- ο οίκος του Θεού μας υπενθυμίζει όλα αυτά.
Μας υπενθυμίζει ακόμα πράγματα που πάνε πολύ πιο πίσω. Ξεκινάμε να σκεπτόμαστε για την ιστορία της Εκκλησίας διαμέσου των αιώνων, και θυμούμαστε αυτά που διαβάσαμε πριν από πολλά χρόνια, ίσως κάτι στις ζωές ορισμένων αγίων. Κι αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε πως ορισμένοι από τους μεγαλύτερους άγιους που κόσμησαν τη ζωή της Εκκλησίας πειραματίστηκαν δοκιμασίες και προβλήματα και θλίψεις που κάνουν το μικρό μας πρόβλημα να ωχριά σε ασημαντότητα μπροστά τους. Ο οίκος του Θεού, ο ναός του Θεού, μας υπενθυμίζει όλα αυτά. Κι αμέσως αρχίζουμε να αναρριχόμαστε, πάμε προς τα πάνω, έχουμε τώρα το πρόβλημά μας στο σωστό του πλαίσιο. Ο οίκος του Θεού, ο ναός του Θεού μας διδάσκει όλα αυτά τα μαθήματα. Η εμπειρία μου στη διακονία του ευαγγελίου με έχει διδάξει πως αυτοί που είναι οι λιγότερο τακτικοί στον εκκλησιασμό είναι αυτοί που ταλαιπωρούνται από προβλήματα και απορίες. Υπάρχει κάτι θαυμαστό στην ατμόσφαιρα του οίκου του Θεού. Ì
Μετάφραση: Γ. Τασίογλου
[1] William Lane, The Gospel of Mark: The New International Commentary on the New Testament (Grand Rapids, WB. Eerdmans, 1974), 18.
[2] Lane, 149.
[3] Royce Gordon Gruenler, Jesus, Persons, and the Kingdom of God (USA: Bethany Press,1967), 33.
[4] Gruenler, Jesus, Persons, and the Kingdom of God, 33.
[5] W.G. Essame, “Kai. e;legen in Mark 4:21, 24, 26, 30” Expository Times 70 (1965-1966), 121.
[6] Johachim Jeremias, The Parables of Jesus (New York: Charles Scribner’s Sons, 1963), 151.
[7] Lane, 169.
[8] BAGD, 130.
[9] Gundry, Mark., 220.
[10] Craig L. Blomberg, Interpreting the Parables (Downers Grove:InterVarsity Press, 1990), 264.
[11] Royce Gordon Gruenler, Mark. Evangelical Commentary on the Bible(Grand Rapids: WB. Eerdmans, 1989), 773.
[12]J. Jeremias, The Parables of Jesus, 149.
[13] BAGD, 123.
[14] Cranfield, 167.
[15] Lane, 169.
[16] Μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στην Αραμαϊκή.
[17]Ο Μάρκος χρησιμοποιεί τον ενικό του «dre,pana». Το Ταργκούμ το χρησιμοποιεί με άρθρο, ενώ οι Ο΄ χρησιμοποιούν τον όρο «τrughtόV», που κατάλληλα σχετίζεται με το άμεσο πλαίσιο του Ιωήλ. Δες, επίσης, Gundry, Mark, 226.
[18] Gruenler, Mark, 773.
[19] Erasmus, De recta Latini Graecique sermonis pronuntiatione dialogus, Basiliae 1528.
[20] Για κατάλογο τέτοιων επιστημόνων, βλέπε το έργο μου The Error of Erasmus and Un-Greek pronunciations of Greek,” Filologia Neotestamentaria, no. 16, Vol. VIII, (1995), 151-85”, σελ.154-5.
[21] O Horrocks επίσης μιλά για την παραμέληση όλων των μετα-κλασσικών Ελληνικών, στο έργο του Greek. A History of the Language and Its Speakers, London-New York, 1997, Preface, xvi. Ο Browning έχει να πει τα εξής: «Η μελέτη των Ελληνικών στην Αγγλία, όπως και στις περισσότερες άλλες χώρες, έχει παραδοσιακά επικεντρωθεί στην κλασική γλώσσα. Η Καινή Διαθήκη αφέθηκε στους θεολόγους, και ένας μαθητής του 19ου αιώνα, που θα προσπαθούσε να μιμηθεί τη γλώσσα της στην έκθεσή του, θα γινόταν αντικείμενο αυστηρής τιμωρίας από το δάσκαλό του. Τα μεσαιωνικά και νεώτερα στάδια εξέλιξης της γλώσσας κατά κύριο λόγο αγνοήθηκαν. Σήμερα, η κατάσταση έχει αλλάξει. Υπάρχει ένα ευρύ ενδιαφέρον για τη Νεότερη Ελληνική…Επιστήμονες που σχετίζονται με τη μελέτη των κλασικών Ελληνικών, δε θεωρούν πλέον υποτιμητικό γι’ αυτούς το ενδιαφέρον που δείχνουν για τα Ελληνικά των μεσαιωνικών χρόνων και της νεώτερης εποχής». (Medieval and Modern Greek, Cambridge: CUP, 1969, Preface vii,). Το ενδιαφέρον αυτό για τη Νεοελληνική είναι ακόμη ευκρινέστερo στο F. A. Adrados, Geschichte der griechischen Sprache. Von den Anfangen bis heute, Tübingen-Basel: A. Francke, 2001. Ο Adrados όχι μόνο διαθέτει ίσο χώρο στις διάφορες περιόδους της Ελληνικής γλώσσας, αλλά επίσης δίνει έμφαση στην επιρροή ολόκληρης της ιστορίας των Ελληνικών επάνω στις Ευρωπαϊκές γλώσσες. Παρά τις ανακρίβειες σχετικά με τη νεότερη εποχή, το βιβλίο του δείχνει ξεκάθαρα ότι έχει υπόψη του την ενότητα της Ελληνικής γλώσσας από την αρχή μέχρι σήμερα.
[22] F. Blaβ, Über die Aussprache des Griechischen, Berlin, (1st ed. 1870, 2nd ed. 1882, 3rd ed. 1888). 1st ed. σελ.8: «Και όμως, οι Νεοέλληνες όπως και οι Βυζαντινοί ήταν μιξοβάρβαροι». Ο Adrados, Geschichte der griechischen Sprache, 286, αναφέρει την απόρριψη που δέχθηκε η πρόταση του Βολταίρου από το Φρειδερίκο το Β΄ της Πρωσίας, να βοηθήσει τον εμπόλεμο λαό της Ελλάδας να ελευθερωθεί από τους Τούρκους επί τη βάσει ακριβώς αυτής, ότι οι Έλληνες ήταν «αναξιοπρεπείς και τεταπεινωμένοι» και η γλώσσα τους «εντελώς διεφθαρμένη».
[23] Blaβ, Über die Aussprache, 1st ed. σελ.7-8: «Το να μετατρέψεις τη γλώσσα ενός Ομήρου ή ενός Πλάτωνα σύμφωνα με τους διεφθαρμένους Βυζαντινούς θα ήταν απόλυτα βαρβαρώδες, συνεπώς η ιστορική βάση είναι εντελώς άκυρη και άχρηστη».
[24] Βλέπε το έργο μου “The Error of Erasmus and Un-Greek Pronunciations of Greek,” (Το Λάθος του Εράσμου και οι μη ελληνικές προφορές των Ελληνικών), Filologia Neotestamentaria, no. 16, Vol. VIII, (1995), 151-85”, σελ.152, υποσ.2, «Τέτοιες ανακρίβειες για τη Νέα Ελληνική αφθονούν στον F. Blaβ, Über die Aussprache des Griechischen …2nd ed. 83 (=3rd ed. 97), 3rd ed. 103, ενώ η έλλειψη εξοικείωσης με τη φωνολογία της Νέας Ελληνικής συναντάται σε όλο το βιβλίο του (πρβλ. π.χ. 3rd ed. 132ff)».
[25] Χατζιδάκι, Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά (=ΜΝΕ) Vol. Ι, 360.
[26] Δεν είναι και τόσο αναγκαίο να αναφερθεί εδώ ο μύθος του Falmereyer, σύγχρονου του Blaβ, σύμφωνα με τον οποίο ολόκληρο το Ελληνικό έθνος εξαλείφθηκε, και η Ελλάς επανακατοικήθηκε από Σλάβους και Αλβανούς (ελέγχθηκε προ πολλού από τον Κ. Παπαρρηγόπουλο [Περί εποικήσεως σλαυϊκών τινών φύλων εις την Πελοπόννησον, Αθήναι 1843] και από το Χατζιδάκι. Πρβλ. επίσης Γ. Μπαμπινιώτη, Η Γλώσσα της Μακεδονίας. Η αρχαία Μακεδονική και η ψευδώνυμη γλώσσα των Σκοπίων, Αθήνα 1993).
[27] Σχετικά με την Ελληνική προφορά στους αρχαίους χρόνους και το λάθος του Έρασμου και τις συνέπειές του, δες Chrys C. Caragounis, “The Error of Erasmus”, Filologia Neotestamentaria, no 16, Vol. VIII, (1995), 151-85.
[28] PORTER, Verbal Aspect 81.Δικαίως κάποιος θα μπορούσε να αναρωτηθεί εάν η θέση του Porter ήταν ορθή, δηλ. ότι και οι Έλληνες, εσφαλμένα νόμισαν ότι εξέφραζαν χρόνο με τη χρήση των ρημάτων τους–τα κείμενά τους, επομένως, δεν εκφράζουν το χρόνο που σκόπευαν, είτε πίστευαν σωστά είτε λάθος; Εκτός αυτού, ποιο άλλο τελικό δικαστήριο από τους φυσικούς ομιλητές μιας γλώσσας μπορούν να λύσουν ένα τέτοιο ζήτημα; Είναι δυνατόν μια σύγχρονη θεωρία να αποδείξει εσφαλμένη την μαρτυρία εκείνων που είχαν μια γλώσσα ως μητρική τους;
[29] Κάνω λεπτομερή κριτική της διατριβής του Porter στο προσφάτως εκδοθέν βιβλίο μου The Development of Greek and the New Testament (WUNT 167), Tübingen: Mohr 2004
[30] Π.χ. Γαλλικά, Ιταλικά, Ρουμανικά, Ισπανικά, Πορτογαλικά.
[31] Βλέπε Μπαμπινιώτη, Συνοπτική ιστορία της ελληνικής γλώσσας, Αθήνα 1986, σελ. 35 και 107.
[32] Ο διαχωρισμός της Ελληνιστικής σε πρώιμη και ύστερη πραγματοποιήθηκε με σκοπό να διευκολυνθεί η καταγραφή των αλλαγών σε σχέση με την Καινή Διαθήκη.
[33] Προς το παρόν περιορίζομαι σε μερικές ενδείξεις: για παράδειγμα, τα Αττικά (=Α) glw/tta, qa,latta, lew,j, new,j, th,meron, έδωσαν τη θέση τους στις glw/ssa, qa,lassa, lao.j, nao.j, sh,meron (όλα βρίσκονται στην Κ.Δ. και τη Νεοελληνική[=Ν]). Ανώμαλοι τύποι όπως «μαθητρίς» έδωσε τη θέση του στον πιο ομαλό τύπο «μαθήτρια» (Πραξ.9:36, και στη Ν). Ανάλογη ομαλοποίηση δέχτηκαν οι προσωπικές καταλήξεις. Έτσι, οι καταλήξεις του 1ου Αορίστου -α, -ας, -ε, -αμεν, -ατε, -αν και οι καταλήξεις του 2ου Αορίστου -ον, -ες, -ε, -ομεν, -ετε, -ον, ενώθηκαν για να δώσουν τις καταλήξεις -α, -ες, -ε, -αμεν, -ετε, -αν, (π.χ. «είπα», «είπες», «είπε», «είπαμεν», «είπατε», «είπαν», «ήλθα», «ήλθες», «ήλθε», «ήλθαμεν», «ήλθατε», «ήλθαν» [ύστερη Ελληνική και Ν]. Περιφραστικές εκφράσεις, όπως Α «φύλαξ του δεσμωτηρίου» γίνεται «δεσμοφύλαξ» (3 φορές στην Κ.Δ., όπως και και στη Ν), Α «καλός καγαθός» γίνεται «καλοκάγαθος» (Ν), Α «νούν έχων» γίνεται «νουνεχής» (Ν), Α «νούν εχόντως» γίνεται «νουνεχώς» (Μαρκ.12: 34, επίσης στη Ν), Α «αιχμάλωτον λαμβάνω/άγω» γίνεται «αιχμαλωτεύω» (Εφεσ.4:8) και «αιχμαλωτίζω» (4 φορές στην Κ.Δ., επίσης Ν), Α «αιχμάλωτον γίνεσθαι» γίνεται «αιχμαλωτίζομαι» (Λουκ.21:24, επίσης Ν), Α «οι από της Στοάς» γίνεται «(οι) Στωικοί» (Πραξ.17:18, επίσης Ν). Νεολογισμοί περιλαμβάνουν: «προκοπή» (3 φορές στην Κ.Δ., επίσης Ν) (< «προκόπτω»), δε συναντάται στην Α, «ζυμώ» (4 φορές στην Κ.Δ., [στη Ν: «ζυμώνω»]) για την Α «φύρω»/ «φυρώ», «έστεκα»/ «έστηκα» (αμετάβατο, Κ.Δ.) (< «ίστημι») αντί του «στήσας έχω» της Α.
[34]Βλέπε π.χ. τέτοιοι νεολογισμοί όπως «αλλοτριεπίσκοπος», «ανθρωπαρεσκέω, «ανεξίκακος», «απαύγασμα», «ελαχιστότερος», «επιούσιος», «συμμιμητής», «σύσσωμος», «σύμμορφος», «υπερλίαν», «υπερεντυγχάνω», «υπερεκπερισσώς». Βλέπε επίσης π.χ. Ιωάνν.8:25 «την αρχήν», την πραγματεύομαι στο βιβλίο μου The Development of Greek and the New Testament σελ. 146-147.
[35] Ένα παράδειγμα αυτού αποτελεί το κείμενο του Ιωάνν.21:5, που πραγματεύομαι πιο κάτω.
[36] Πρβλ. Χατζιδάκι, Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά (=ΜΝΕ), Ι, 360).
[37] Η Κ.Δ. μπορεί επίσης να έπαιξε κάποιο ρόλο στην ανεξέλεγκτη πέδηση της γλωσσικής αλλαγής.
[38] Steinthal, H., Geschichte der Sprachwissenschaft bei den Griechen und Römern, 1st ed.Berlin, 1863, 411.
[39] R.Browning, Medieval and Modern Greek, Cambridge: Cambridge University Press, 1969, Preface vii, 2-3, 13
[40] G. Hatzidakis, “La question de la langue en Grèce,” Revue des Etudes Grecques, Paris, 16 (1903) 210-245, p.220.
[41] Γ. Χατζιδάκι, Γλωσσολογικαί Έρευναι, τομ. 1, VEn VAqh,naij, 1934, σελ. 488.
[42] Φιλ. 4,1 (ΝΜΒ)
[43] Φιλ 1,3-5 (ΝΜΒ)
|
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
|