ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Αρχή ] Πάνω ] Βιβλικό Μήνυμα ] GREEK EVANGELICAL CHURCH ] Συχνές Ερωτήσεις ]

ΜΑΡΤΙΟΣ '99

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  1. Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ
  2. ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΙΣΛΑΜ /1
  3. Το Κόστος της Αναζωπύρησης /1
  4. Ο Τυφλός
  5. Ο Κανών της Αγίας Γραφής
  6. Ιστορία της Ελευθέρας Ευαγγελικής Εκκλησίας Χανίων
    από της Συστάσεώς της μέχρι του έτους 1946

 

Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

 

του Μιχαήλ Β.Κυριακάκη

“Πρέπει να γεννηθήτε άνωθεν”   Ιωάν. 3:7

Ποιος είναι αυτός που γλιστρά μέσα στο σκοτάδι φοβισμένος και διστακτικός; Καθώς ακούονται τα βήματά του στα στενά δρομάκια, τι θα απαντούσε αν τον ρωτούσε κανείς τι γύρευε αυτήν την ώρα και γλιστρούσε σαν σκιά; Κάθε άλλο παρά ύποπτος ήταν. Και όμως κινείται σαν να φοβάται μήπως εγείρει υποψίες…

Αξιοσέβαστο πρόσωπο στην κοινωνία είναι ο νυχτερινός διαβάτης….Άρχοντας των Ιουδαίων είναι ο Νικόδημος που αναζητά τον Ιησού. Αλλά γιατί τόσες προφυλάξεις; Γιατί προτίμησε την νύχτα; Γιατί απλούστατα ήθελε να αποφύγει τα επικριτικά σχόλια αν γινόταν γνωστό πως ο σοφός αυτός άρχοντας ζητούσε μία στενότερη επαφή με τον ταπεινό τούτο προφήτη και διδάσκαλο τον Ιησού και ζητούσε διαφώτιση από Αυτόν. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα Τον είχε ακούσει όταν εκήρυττε στα πλήθη έξω από τον Ναό, από κάποια απόσταση χωρίς να προδοθεί, πως θα έδειχνε ένα βαθύτερο ενδιαφέρον. Και όμως, από όσα είχε ακούσει και από όσα είχε δει, εντυπωσιάσθηκε. Κάποια χορδή στη συνείδησή του και στην καρδιά του δονήθηκε ώστε να επιχειρήσει αυτή την νυκτερινή επίσκεψη. Θέλει όμως να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του και το γόητρό του. Είναι ενδεχόμενο να ντροπιασθεί, πώς αναγνωρισμένος αυτός διδάσκαλος, θα ζητούσε φώτα από ένα μη αναγνωρισμένο και από πολλούς περιφρονημένο προφήτη από τη Ναζαρέτ. Ήταν λοιπόν κάτι τολμηρό αυτό που επιχειρούσε. ΄Οπως για πολλούς και σήμερα χρειάζεται κάποια τόλμη να αγνοήσουν τα σχόλια του κόσμου για να έλθουν πιο κοντά στο Χριστό. Δεν τους πειράζει αν Τον παρακολουθούν από απόσταση…

Τι τάχα να περίμενε ο Νικόδημος από τον Ιησού; Η ελπίδα του ήταν να ακούσει κάποια καινούργια ιδέα. Κάτι πιο βαθύ και πιο φιλοσοφικό από ό,τι ήξερε. Ίσως κάποιο καινούργιο σύστημα. Ο Χριστός όμως με χαρακτηριστική απλότητα και σαφήνεια του είπε πως αυτό που χρειαζόταν δεν ήταν μια καινούργια ιδέα ούτε κανένα καινούργιο σύστημα αλλά μία καινούργια γέννηση. Τίποτε λιγότερο. Πρέπει να γεννηθείτε άνωθεν. Που σημαίνει να ξαναγεννηθείτε· να αναπλασθείτε· να αποκτήσετε μία καινούργια πνευματική καταγωγή. Το άνωθεν σημαίνει από τον ουρανό. Μία νέα καρδιά, ένα νέο καθεστώς μέσα σας…

Ο Νικόδημος βρέθηκε σε αμηχανία όπως και κάθε άνθρωπος που το ακούει για πρώτη φορά. Εννοούμε ως ένα βαθμό τη διαδικασία της φυσικής γεννήσεως, όχι όμως τη διαδικασία της πνευματικής αναγεννήσεως. Και όμως αυτό θέτει σαν απαραίτητο όρο ο Χριστός για τη Βασιλεία Του. “Εάν τις δεν γεννηθεί άνωθεν δεν δύναται να ίδη την βασιλεία του Θεού”.

Η Βασιλεία του Θεού ενσωματώνει όλες τις ευλογίες που προσφέρει ο Θεός στον άνθρωπο. Είναι το ξεκαθάρισμα του παρελθόντος, η σωτηρία του, παρούσα και μέλλουσα.

Είναι η ατομική λύτρωση και η επικράτηση του θελήματος του Θεού, στο άτομο, στην οικογένεια, στην κοινωνία.

Με την έλευση του Χριστού στον κόσμο έφθασε η Βασιλεία του Θεού . Δεν μπορείς να την αντιληφθείς, ούτε να την αντικρίσεις. Και φυσικά δεν μπορείς να την απολαύσεις. Αλλά γιατί;

Βέβαια και μόνο επειδή τον όρο αυτό τον θέτει ο ίδιος ο Χριστός, δεν έχουμε το δικαίωμα να ρωτήσουμε το γιατί. Δική Του είναι η Βασιλεία και στη δική Του δικαιοδοσία και εξουσία είναι να καθορίσει ποιοι και πώς θα μπουν μέσα.

Έχουμε όμως μέσα στο Λόγο του Θεού αρκετό φως που μας δείχνει γιατί είναι απαραίτητη η αναγέννηση.

1. Είναι απαραίτητη γιατί η κατάσταση του ανθρώπου, όπως βρίσκεται τον κάμνει τελείως ακατάλληλο για τη Βασιλεία του Θεού. Δεν είναι απλώς άρρωστος. Είναι νεκρός. Ο εσωτερικός άνθρωπος, ο πνευματικός, βρίσκεται σε πλήρη αποσύνθεση. Ο προφήτης Ιερεμίας δίνει παραστατική περιγραφή. (κεφ. 17:9): “Η καρδία του ανθρώπου είναι πάνω απ’όλα απατηλή και εξαιρετικά διεφθαρμένη…”.

Από τη στιγμή που ο άνθρωπος απομακρύνθηκε από το Θεό, έμεινε μόνο σάρκα, νεκρώθηκε το πνεύμα του. Το σαρκικό φρόνημα του αφαίρεσε τη δυνατότητα να αντιληφθεί αυτό που έχει πνευματικό χαρακτήρα. Και η βασιλεία του Θεού έχει κάτι το πνευματικό, το ουράνιο. “Το φρόνημα της σαρκός είναι έχθρα εις τον Θεόν· επειδή εις τον νόμον του Θεού δεν υποτάσσεται αλλ’ουδέ δύναται”(Ρωμ.8:7).

Αυτό εξήγησε ο Κύριος στο Νικόδημο: “Το γεγεννημένο εκ της σαρκός είναι σαρξ· και το γεγεννημένον εκ του Πνεύματος είναι πνεύμα”. Ο φυσικός άνθρωπος, ο Πνευματικά νεκρός, που έσβυσε από μέσα του η εικόνα του Θεού, δεν διαθέτει τα μέσα επαφής με τον Θεό. Το μικρόβιο της αμαρτίας έχει καταστρέψει την πνευματική προσωπικότητα του ανθρώπου. Ύστερα από ένα σεισμό ελέγχονται τα κτίρια που έπαθαν ζημιά. Έρχεται λοιπόν ο μηχανικός και εξετάζει αυτή τη ραγισμένη οικοδομή. Αφού ελέγχει τους τοίχους, τις κολώνες, τα θεμέλια, διαπιστώνει πως δεν χωρεί επάνω στα ίδια θεμέλια ανοικοδόμηση. Είναι καταδικασμένη και πρέπει μια καινούργια με νέα θεμέλια να κτισθεί. Το παλαιό κτίριο θα ξεκαθαρισθεί. Το ίδιο λέγει ο Χριστός: αυτός ο άνθρωπος, όπως είναι, είτε ο Νικόδημος είναι, είτε οποιοσδήποτε απόγονος του Αδάμ, δεν μπορεί να γίνει κατοικητήριο του Θεού. Είναι κλονισμένος και καταδικασμένος. Για να δει τη Βασιλεία του Θεού πρέπει να γίνει νέος άνθρωπος. Να ξαναγεννηθεί. Εάν λοιπόν δεν γεννηθεί άνωθεν δεν μπορεί να δει τη Βασιλεία του Θεού.

2. Είναι απαραίτητη η αναγέννηση γιατί το απαιτεί ο Χαρακτήρας της βασιλείας του Θεού.

Δεν είναι από αυτόν εδώ τον κόσμο. Αλλα αισθητήρια απαιτούνται για να αντιληφθεί την ουσία της ο άνθρωπος. Ο κουφός έξαφνα δεν είναι σε θέση να νοιώσει την πιο γλυκιά μουσική. Δώσε μου ακοή πνευματική για να μπορέσω να πιάσω τις μελωδίες του ουρανού. Εκείνος που έχει αυτιά ας ακούει! Πώς να ακούσει αν δεν διαθέτει ακοή; Πρέπει να γεννηθήτε άνωθεν αν πρόκειται να τραβήξετε προς τα άνω και να γίνετε ένα με τα άνω!

Αλλά πώς; Πώς γίνεται αυτή η επιθυμητή και απαραίτητη αναγέννηση; Δεν είναι έργο ανθρώπου. Αφού είναι μία νέα δημιουργία ξεφεύγει από τις δυνατότητές μας. Δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε τίποτε. Ούτε την ύλη. Την δουλεύουμε την ύλη αλλά την βρίσκουμε δημιουργημένη. Την αναλύουμε· την ερευνούμε· την διαμορφώνουμε. Και η αναγέννηση δημιουργία είναι! Καινή κτίσις.

“Ανεγέννησε ημάς”, λέει ο Απ. Πέτρος. Ποιος μας αναγέννησε; Ο Θεός ο ίδιος! Το γεγεννημένο εκ του Πνεύματος είναι Πνεύμα. Εμείς μπορούμε να διδάξουμε· να δώσουμε τη μαρτυρία μας· να παραπέμψουμε σ’Εκείνον που μπορεί να κάνει το θαύμα της αναγεννήσεως. Αλλά δεν μπορούμε να ενεργήσουμε την αναγέννηση ούτε στους ίδιους μας τους εαυτούς. Ακούμε καμιά φορά την φράση “θα τον κάμω Χριστιανό”, “θα την κάμω Χριστιανή”. Αυτό είναι κάτι το ανεδαφικό, το ανέφικτο-έξω από τις δυνατότητες του ανθρώπου όσο καλές και αν είναι οι προθέσεις του. Ούτε του θέλοντος ούτε του τρέχοντος αλλά του ελεούντος Θεού.

Ο Θεός είναι Εκείνος που ενεργεί μέσα μας, τόσο στη θέλησή μας όσο και στις απαιτούμενες κινήσεις κατά την ευδοκίαν Αυτού. Χρησιμοποιεί το Λόγο Του, που είναι το πνευματικό σπέρμα και κινητοποιεί το Πνεύμα Του, που είναι η ζωογόνος δύναμη. Ο Ιάκωβος στην επιστολή του (1:18) γράφει: “Εξ ιδίας αυτού θελήσεως εγέννησεν ημάς”-πώς; “δια του Λόγου της αληθείας”. Και ο Πέτρος στην Α΄ επιστολή του 1:23, γράφει: “Ανεγεννήθητε ουχί εκ φθαρτού σπέρματος, αλλ’αφθάρτου”. Ποιο είναι αυτό το άφθαρτο σπέρμα; “Διά του Λόγου του Θεού του ζώντος και μένοντος εις τον αιώνα”. Το κήρυγμα του Ευαγγελίου σκορπίζει τον πνευματικό σπόρο της αλήθειας. Και έτσι γεννάται ο νέος άνθρωπος. Λέει ο Παύλος (Α΄ Κορ. 4:15): “εγώ σας εγέννησα εν Χριστώ Ιησού δια του Ευαγγελίου”. Δια της μωρίας του κηρύγματος ηυδόκησε να σώσει τους πιστεύοντας.

Η αναγέννηση λοιπόν είναι έργο δημιουργικό του Θεού. “Εάν τις είναι εν Χριστώ είναι νέον κτίσμα· τα αρχαία παρήλθον, ιδού τα πάντα έγιναν νέα". Ισοδυναμεί με νεκρανάσταση. “Ούτος ο υιός μου χαμένος ήταν και βρέθηκε, νεκρός ήταν και αναστήθηκε”. Και εσάς όντας νεκρούς μέσα στις παραβάσεις και τις αμαρτίες εζωοποίησε και συνανέστησε… Εγκαθιστά μέσα μας καινούργια καρδιά· καινούργιο θεμέλιο· καινούργιο κέντρο από το οποίο εκπορεύεται η θέληση, τα αισθήματα, οι επιθυμίες, οι διαλογισμοί, οι αποφάσεις-όλη η πορεία της ζωής. Αυτό είχε υποσχεθεί ο Θεός με τα λόγια του προφήτη Ιεζεκιήλ (36:26): “θα βγάλω από μέσα σας την παλιά, την πέτρινη καρδιά και θα σας δώσω καινούργια”. Και αυτό το πραγματοποιεί με την αναγέννηση. Είναι η περιτομή της καρδιάς, είναι το μπόλιασμα, είναι το “λουτρό της παλιγγενεσίας” όπως το ονομάζει ο Παύλος (Τιτ. 3:5).

Με την αναγέννηση ο άνθρωπος μπαίνει σε μια διαδικασία που τον εξομοιώνει με τον Θεόν. Γίνεται “κατά την εικόνα του κτίσαντος αυτόν” (Κολοσ. 3:10). Αυτός είναι ο στόχος: να μας κάνει “σύμμορφους της εικόνος του υιού αυτού”.

Βλέπουμε ένα παιδί και λέμε: πώς μοιάζει στον πατέρα του! Πώς να μην μοιάζει αφού είναι παιδί του…Και αφού με την αναγέννηση γίνεσαι παιδί του Θεού, γεννημένος από το Πνεύμα, θα είναι παράξενο αν δεν Του μοιάζεις. Γίνεσθε οικτίρμονες όπως ο Πατέρας σας, είπε ο Χριστός. Αγιοι γίνεσθε διότι εγώ είμαι άγιος. Γίνεσθε όπως ο Χριστός που είναι ο αδελφός σας και το υπόδειγμά σας. Αλλά για να μπείτε σε αυτόν τον δρόμο της εξομειώσεώς σας με τον Χριστό πρέπει να αναγεννηθείτε. Πρέπει να γεννηθείτε άνωθεν! 

Περιεχόμενα

 

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΙΣΛΑΜ /1

του Αιδ. Θ. Κοσμάδη

Πέρυσι παραγγείλαμε από τον Αιδ.Θωμά Κοσμάδη μία σειρά άρθρων για το Ισλάμ. Ο αδ. Κοσμάδης υπήρξε ιεραπόστολος προς τους Τούρκους της Γερμανίας, αλλά η διακονία του δεν περιορίστηκε εκεί. Αναθεώρησε την τουρκική μετάφραση της Καινής Διαθήκης για τη Βιβλική Εταιρία, ενώ εργάστηκε επί τόπου στην Τουρκία για τον σκοπό αυτό. Είναι λοιπόν ο καταλληλότερος για να μας δώσει να καταλάβουμε τον τρόπο σκέψεως, τις αρχές της μουσουλμανικής θρησκείας αλλά και τον τρόπο αντιμετωπίσεως του μουσουλμάνου με σκοπό τον ευαγγελισμό του. Ας μην ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα ζουν πολλοί μουσουλμάνοι ιδίως στην Θράκη, αλλά όχι μόνο. Στην Αθήνα ζουν 100.000 μουσουλμάνοι. Αυτό μπορεί να αποτελέσει πρόκληση για ιεραποστολικό έργο μεταξύ τους. Από την άλλη, στην Αλβανία, όπου η εκκλησία μας δραστηριοποιείται ιεραποστολικά, το 70% του πληθυσμού είναι μουσουλμάνοι που τώρα αρχίζουν να κατηχούνται στα της θρησκείας τους, μετά από την κατάρρευση του αθεϊστικού κράτους. Τέλος ας δούμε τους Κούρδους όχι μόνο από την σκοπιά της συμπάθειας και της αλληλεγγύης, ή της οργής για τη σύλληψη του ηγέτη τους, αλλά από την άποψη ότι είναι άνθρωποι που χρειάζονται πέρα και πάνω από τα άλλα, τον Χριστό. Ας γνωρίσουμε λοιπόν τον τρόπο που σκέπτονται.

Οφείλουμε θερμές ευχαριστίες στον αδελφό κύριο Χρίστο Ψιλοϊνη από την Λευκωσία της Κύπρου, που με προθυμία, διόρθωσε το άρθρο και έκανε χρήσιμες υποδείξεις, αφού σαν αραβιστής γνωρίζει πολύ καλά τα των μουσουλμάνων, αλλά και το Κοράνι.

Δεν είναι εύκολο να πλησιάσει κανείς ένα παγκόσμιο, πολύχρονο, και ταυτοχρόνως επίκαιρο θέμα, σαν αυτό του Ισλάμ. Η λέξη Ισλάμ στην Αραβική σημαίνει υποταγή. Ωστε Μουσουλμάνος σημαίνει υποτεταγμένος και μουσουλμανισμός είναι ο τρόπος υποταγής στο θέλημα του Αλλάχ. Ενώ θα εξετάσουμε την θρησκεία αυτή στους τελευταίους δεκατέσσερις αιώνες, θρησκεία με αυξανόμενη απήχηση στις μέρες μας, ως εισαγωγή οφείλουμε να εξοικειωθούμε με μια συνοπτική χρονολογική σειρά για να αντιληφθούμε γενικότερα το θέμα της εξαπλώσεως της θρησκείας που απασχολεί πολλούς με τις διάφορες φάσεις της σε όλη την οικουμένη.

Ολα τα γεγονότα συνέβησαν την μετά Χριστόν εποχή.

571—Γέννηση του Μωάμεθ (καλύτερη γραφή είναι Μωάμμεθ) στην πόλη της Αραβίας Μέκκα.

622—Είναι γνωστό σαν έτος Εγίρας (Hijrah). Είναι το έτος μεταναστεύσεως ή καλύτερα εκδιώξεως του Μωάμεθ από τη Μέκκα, οπότε ζήτησε καταφυγή και ασυλία σε μια ανταγωνίστρια πόλη, την Μεδίνα. Εδώ αρχίζει η θρησκεία.

632—Θάνατος του Μωάμεθ στη Μεδίνα. Σ’αυτά τα δέκα χρόνια η θρησκεία του Μωάμεθ εξαπλώθηκε σε όλη την Αραβική χερσόνησο. Ενθρονίζεται ο Αμπουμπεκίρ, πεθερός του Μωάμεθ, πατέρας της μικρής Αϊσέ σαν ο πρώτος χαλίφης. Οι χαλίφες είναι οι διάδοχοι του προφήτη. Δεύτερος είναι ο Ομάρ , τρίτος είναι ο Οθμάν, τέταρτος είναι ο Αλή. Εκτός από τον πρώτο χαλίφη οι τρεις επόμενοι εσφάγησαν και το χαλιφάτο πέρασε στους Ομμαϋάδες της Δαμασκού (661-750).

Η εποχή του χαλίφη Ομάρ (634-644) είναι η πλέον επιτυχής εποχή στην εξάπλωση του νέου πολιτικοθρησκευτικού κράτους. Αυτός ο χαρα-κτηρισμός είναι ο καταλληλότερος για μια θρησκεία που δεν μπόρεσε ποτέ να ξεχωρίσει τους πολιτικούς από τους θρησκευτικούς προσανατολισμούς της.

636—Πρώτη μάχη μεταξύ Βυζαντινών και Μουσουλμάνων Αράβων, που αναφέρεται στην ιστορία ως μάχη του ποταμού Γιαρμούκ. Επί κεφαλής με τον χαλίφη Ομάρ, οι Μουσουλμάνοι κατόρθωσαν να νικήσουν τους Βυζαντινούς, έτσι ανοίγοντας τον δρόμο στην Παλαιστίνη και στη Συρία .

Οφείλουμε να αναφερθούμε σε μια σχετική εξέλιξη που επαιξε σημαντικό ρόλο στη γέννηση και επέκταση της θρησκείας στην αναφερόμενη περιοχή. Οι συνεχείς Χριστολογικές διαμάχες στην Κωνσταντινούπολη που ανανεώνονταν ολοένα, είχαν σαν επίπτωση τη διαφυγή πολλών ιερέων και μοναχών με Αριανές ή ανάλογες πεποιθήσεις, αφού δεν υπήρχε θέση γι’ αυτούς λόγω των επικρατούντων θρησκευτικών πεποιθήσεων στο Βυζάντιο. Βεβαίως αυτοί μετέφεραν και τις αιρετικές διδασκαλίες τους μαζί τους. Σύμφωνα με μερικούς ερμηνευτές επηρέασαν ακόμα και τον Μωάμεθ με αυστηρές αντιτριαδικές ιδέες. Επιπλέον παρακίνησαν τη σταδιακή χαλάρωση της νομιμοφροσύνης των λαών όλης της περιοχής προς την Αυτοκρατορία. Ετσι το Ισλάμ βρήκε ένα ώριμο έδαφος για να εξαπλωθεί.

638—Αλωση των Ιεροσολύμων από τον Ομάρ. Το περίφημο τέμενος του βράχου ή τέμενος του Ομάρ κτίστηκε αργότερα (688-691) στον τόπο του αρχαίου εβραϊκού ναού του Σολομώντος και γίνεται στόχος ανταγωνισμού μέχρι την εποχή μας.

642--Άλωση της Αλεξάνδρειας μετά από ένδεκα μήνες πολιορκίας. Όταν ερωτήθηκε ο Ομάρ τι να κάνουν με την περίφημη βιβλιοθήκη της πόλης, η απάντησή του ήταν: "ό,τι χρειαζόμαστε είναι γραμμένα στο Κοράνιο, δεν την χρειαζόμαστε, δεν έχει αξία για μας, κάψτε την". Έτσι κάηκε η περίφημη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας με πολλά χαμένα πλέον για πάντα πρωτότυπα έργα του κλασικού Ελληνισμού.

674-678—Η πρώτη πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως από τον αραβικό στόλο που αποκρούεται μόλις μετά από τέσσερα χρόνια

710—Ο Άραβας στρατηγός των μουσουλμάνων Ταρίκ Ιμπν Ζιάτ, διαπερνά τις Ηράκλειες πύλες, κατακτώντας την Ιβηρική χερσόνησο. Το όνομα Γιβραλτάρ προέρχεται από τα αραβικά Τζεμπέλ ουλ Ταρίκ –βράχος του Ταρίκ. Οι μουσουλμάνοι μετά την σταθεροποίησή τους στην Ισπανία, διασχίζουν την οροσειρά των Πυρηναίων φτάνοντας στην Τούρ της Γαλλίας.

717—Δεύτερη πολιορκία της Κωνσταντι-νουπόλεως από τον Μουσουλμανικό στρατό τούτη τη φορά και από την ξηρά, που αποκρούστηκε.

732—Ακριβώς εκατό χρόνια μετά το θάνατο του ιδρυτή της, η στρατιά των μουσουλμάνων δίνει μια από τις κρισιμότερες μάχες στην ιστορία της ανθρωπότητος στην Τουρ της Γαλλίας, όπου ο Κάρολος Μαρτέλ, παππούς του Καρλομάγνου αποκρούει την Μουσουλμανική επίθεση αλλάζοντας τόσο την τύχη της Ευρώπης όσο και των Αράβων κατακτητών. Ο περίφημος Άγγλος ιστορικός Αρνολντ Τόυνμπη παρατηρεί λέγοντας, ότι αν η μουσουλμανική στρατιά ήταν νικήτρια της μάχης της Τουρ σήμερα οι φοιτητές θα μελετούσαν το Κοράνιο στα Πανεπιστήμια της Ευρώπης.

1071—Η γενική ιστορία γενικά παραβλέπει την μάχη του Μαντζικέρτ ενώ αυτή υπήρξε μια πολύ κρίσιμη αναμέτρηση. Ο στρατός των Σελτζούκων Τούρκων με επικεφαλής τον Αλπ Αρσλάν, κατετρόπωσε τον βυζαντινό στρατό αιχμαλωτίζοντας τον αυτοκράτορα Ρωμανό τον Διογένη τον τέταρτο. Αυτή η αρχική μάχη μεταξύ Ρωμαίων και Τούρκων υπήρξε μια οικτρή ήττα των Βυζαντινών με αλλεπάλληλες επιπτώσεις στον χριστιανικό κόσμο και στην εξέλιξη της Μικρασιατικής ιστορίας που λήγει το 1922.

1453—Πολιορκία και πτώση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Τούρκους.

1529—Πρώτη πολιορκία της Βιέννης από τον Οθωμανικό στρατό που αποκρούστηκε.

1683—Δεύτερη πολιορκία της Βιέννης από τον Οθωμανικό στρατό που σχεδόν είχε κατορθώσει την άλωσή της, όταν ο Πολωνός Βασιλιάς Jan Sabieski ήρθε σε βοήθεια σώζοντας την Βιέννη και την Ευρώπη.

Με την κατάργηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (1918) και την άνοδο των Ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της Ευρώπης μεγάλα τμήματα Μουσουλμανικών χωρών έγιναν αποικίες. Υπήρξε θα μπορούσαμε να πούμε μία έκλειψη της δράσεως του Ισλάμ. Ο Κεμάλ Ατατούρκ στην πρώην μουσουλμανική χώρα της Τουρκίας επέβαλε ένα νέο κοσμικό σύστημα τελείως άγνωστο μέχρι εκείνη την εποχή.

Όμως στα μετέπειτα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου χρόνια, η επίδραση του Ισλάμ γίνεται όλο και πιο αισθητή. Πιο συγκεκριμένα αυτό αποδίδεται στην ίδρυση του κράτους του Ισραήλ και στα μεθεόρτια του πολέμου των έξι ημερών. Σήμερα η Ισλαμική παρουσία σε παγκόσμια διάσταση απασχολεί πάντας. Μετά τούτο το πολύ γενικό ιστορικό πλαίσιο της Ισλαμικής ιστορίας που θα εξυπηρετήσει στο να αποκτήσουμε μια πρακτική-ιστορική εικόνα σχετικά με τούτο το πολιτικο-θρησκευτικό σύστημα, λογικό είναι να γίνει μια εισαγωγή στις θρησκευτικές διδασκαλίες του, όσο μπορούμε συντομότερα.

Τι διδάσκει η Ισλαμική Θρησκεία;
Όπως ήδη αναφέραμε η θρησκεία του Μωάμεθ δεν αφήνει κανένα περιθώριο για ατομική έρευνα, ή εκλογή. Είναι η θρησκεία της απόλυτης υποταγής, στον Αλλάχ και στον Προφήτη του, του οποίου το δόγμα πηγάζει από το βιβλίο της θρησκείας, το Κοράνιο. Η αραβική λέξη Κουράν προέρχεται από το ρήμα qara’a που σημαίνει ανάγνωση, απαγγελία, κήρυγμα. Στο Κοράνι απαντάται πολλές φορές ο τύπος iqra’ που σημαίνει “διάβασε”.

Είναι αδιανόητο να κάμει κάποιος μια μελέτη για το Ισλάμ και να μην αναφερθεί στο Κοράνι. Αποτελείται από 114 Σουρά –θα τα ονόμαζε κανείς κεφάλαια- που αρχίζουν από τη μεγαλύτερη Σουρά, και καταλήγουν στην μικρότερη. Κάθε Σουρά έχει δικό της όνομα, στην αραβική, και έναν αριθμό. Τα θέματα δεν εξιστορούνται με χρονολογική σειρά. Τα περισσότερα έχουν την προέλευσή τους από την Μεδίνα, ενώ άλλα προέρχονται από την περίοδο της Μέκκας. Ο αριθμός των στίχων του Κορανίου είναι 6.200 περίπου. Το βιβλίο γράφτηκε και μέχρι της περιόδου του χαλίφη Οθμάν, που συγκέντρωσε τις προφορικές παραδόσεις σχηματίζοντας το ιερό βιβλίο της νεοσύστατης θρησκείας που ονομαζόταν Ισλάμ.

Σύμφωνα με την επίσημη σουνιτική (ορθόδοξη) θεολογία, το Κοράνι είναι ουράνιο βιβλίο, το πρώτο μέρος του οποίου απεστάλη στον Μωάμεθ δια του αγγέλου Γαβριήλ την “νύχτα της δυνάμεως” (Lailat al Qudr) κατά τον μήνα Ραμαντάν, δόθηκε δε σταδιακά στον Προφήτη για χάρη ολόκληρης της ανθρωπότητας. Στο κεφάλαιο “Οι Ποιητές” (Al Shu’araa αρ. 26 στ.192) αναφέρεται πως “το Κοράνι τούτο είναι η αποκάλυψη του Κυρίου του σύμπαντος κόσμου”.

Η βεβαιότητα ότι το Κοράνι είναι ο ίδιος ο λόγος του Θεού, για πολλούς αιώνες στάθηκε εμπόδιο στη μετάφρασή του. Η πρώτη απόδοση στα ελληνικά είναι εκείνη του Νικήτα Βυζαντίου τον 9ο αιώνα. Τον 19ο αιώνα έγινε μία άλλη μετάφραση από τον Γεράσιμο Πεντάκη. Η μετάφραση αυτή αν και έχει μερικά σκοτεινά σημεία και αβλεψίες, γενικά παραμένει η πιο σοβαρή στα ελληνικά.

Ο αναγνώστης του Κορανίου θα συναντήσει την παραγγελία, “διάβασε στο όνομα του Αλλάχ” στη Σουρά 96, στο πρώτο εδάφιο. Ενώ αυτή η σουρά βρίσκεται προς το τέλος του βιβλίου θεωρείται σαν αρχή της αποκάλυψης.

Για τον πιστό της θρησκείας, το Κοράνι είναι ο τέλειος λόγος του Αλλάχ, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ή να επικριθεί. Ο Χριστιανός κατέχει σαν αρχικό δόγμα την γραφική δήλωση:“Και ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσε εν υμίν”(Ιω. Α΄:14). Αντίθετα ο Μουσουλμάνος που αρνείται την αιώνια ύπαρξη και Θεότητα του Ιησού Χριστού, την θεϊκή φύση Του σαν γιο του Θεού, την ενσάρκωσή Του, την Τριαδική Θεότητα, πιστεύει απόλυτα ότι ο λόγος έχει γίνει βιβλίο, που είναι το Κοράνι. Ενώ παραδέχεται την θεϊκή έμπνευση τριών άλλων βιβλίων(Τaurah ή Nabiyin, Zabour ή Mazamir, Injil, δηλ. την Πεντάτευχο ή τους Προφήτες, τους Ψαλμούς και το Ευαγγέλιο δηλ. την Καινή Διαθήκη) είναι αποφασισμένος να υπεραμυνθεί της θεωρίας του , ότι το Κοράνι είναι ανώτερο όλων, επειδή είναι η τελευταία αποκάλυψη του Αλλάχ, η άφθαρτη, ενώ τα άλλα βιβλία έχουν διαφθαρεί. Η πηγή του Κορανίου δεν είναι ανθρώπινη, προέρχεται από τον Αλλάχ.

To δεύτερο στήριγμα και κανονιστική βάση του Ισλάμ είναι η Hadith (Χαντίθ) που είναι η παράδοση των πράξεων και της σοφίας του Μωάμεθ, όπως μεταδόθηκαν από στόμα σε στόμα από αυτόπτες μάρτυρες και συντρόφους του της γενιάς του Ισλάμ. Η λέξη “Hadith” σημαίνει αναγγελία, διήγηση, παράδοση. Κατά τον 9ο αιώνα κυκλοφόρησαν πάνω από 600.000 χαντίθ. Ο al Bukhari, ο μεγαλύτερος κριτικός και συλλέκτης χαντίθ αποδέχεται μόνο 7.397.

Σε διάφορες περικοπές το Κοράνι αμύνεται της θεϊκής προελεύσεώς του (δες 17:90, 10:39). Επίσης αναφέρεται στο ότι συνεχίζει την θεία αποκάλυψη που άρχισε με τα προηγούμενα βιβλία δηλαδή με την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη (δες 3:2). Απολογείται για τις αντιφάσεις και τις αντιλογίες που απαντώνται στο Κοράνι, λέγοντας ότι ο Αλλάχ σβύνει ότι δεν επιθυμεί, ενώ επικυρώνει εκείνο που θέλει (δες 13:39). Ονομάζει κάτι πλάκες “Μητέρα όλων των Βιβλίων”, το πρωτότυπο του Κορανίου που διασώζεται στον ουρανό (δες 13:39, 56:77). Ακύρωση μιας δηλώσεως με μια επόμενη δεν αποτελεί πρόβλημα. Όπου υπάρχει αντίφαση, αυτό σημαίνει ότι η προηγούμενη δήλωση ίσχυε για μια δεδομένη περίσταση, ενώ η επόμενη επικρατεί για την νέα. Πάντοτε το ερώτημα είναι ποια είναι η προηγούμενη και ποια η μεταγενέστερη. Ας σημειωθεί ότι το αναμφισβήτητο θέσπισμα του Αλλάχ δεν μπορεί να συζητηθεί. Το δόγμα του προκαθορισμού που αναφέρεται ως Κισμέτ, πηγάζει από την βουλή του Αλλάχ έστω και αν περιέχει αντιλογίες. Εδώ στηρίζεται και η αμετάβλητη δυσκαμψία και της θρησκείας και του πιστού της.

Το Ισλάμ πιστεύει ότι ενώ οι Γραφές των Ιουδαίων και των Χριστιανών ήσαν γνήσιες και θεόπνευστες, έχουν διαφθαρεί (δες 3:73) και γι' αυτό ο Αλλάχ έστειλε το Κοράνι.

Το Κοράνι καυχάται ότι δόθηκε στην γλώσσα του λαού δηλαδή στην Αραβική, και όχι σε μια ξένη γλώσσα όπως τα βιβλία των Εβραίων και των Χριστιανών (δες 12:2). Επίσης επιμένει ότι το βιβλίο αυτό αποτελεί θείο θαύμα.

Ο Μωάμεθ Προφήτης

Πρέπει να σημειώσουμε ότι πριν την εμφάνιση της νέας θρησκείας, ο Αραβικός κόσμος ήταν διαιρεμένος σε πολλές φατρίες με συνεχή ανταγωνισμό μεταξύ τους. Ηταν σαν να περίμεναν κάποιον να τους ενώσει σε έναν ενιαίο λαό. Έτσι εμφανίστηκε ένας από τους ιδίους, ο Μωάμεθ από την γενιά των Quraish (Κουραϊς) στην Μέκκα, εξυπνότατος άνδρας που καταγινόταν με το εμπόριο. Η οικογένειά του δεν τον δέχτηκε, επειδή πίστευε σε έναν Αλλάχ, αρνούμενος τα είδωλα στην Μέκκα. Τελικά συμβιβάστηκε σε ορισμένες λατρείες των κατοίκων της Μέκκας, δεχόμενος ορισμένες παλαιές τους συνήθειες, όπως η λατρεία μίας μαύρης πέτρας που στην πραγματικότητα είναι ένας μετεωρίτης.

Όταν ταξίδευε από την Αραβία μέχρι την Δαμασκό, διανυκτέρευε σε πόλεις όπου συναντούσε Εβραίους και Χριστιανούς εμπόρους, μοναχούς και άλλους θρησκευόμενους. Αυτοί κρατούσαν στα χέρια τους τόσο το τοπικό εμπόριο όσο και την διοίκηση, ενώ αντιθέτως οι Άραβες ούτε καμία διοικητική αρχή είχαν, ούτε θρησκεία με ένα αναγνωρισμένο κέντρο. Από την άλλη δεν είχαν ιερό βιβλίο.

Αυτά τα θέματα απασχόλησαν τον Μωάμεθ και εμπνεύστηκε από τον ζήλο να υπάρξει ένας ενιαίος αραβικός λαός με αυτόν τον ίδιο ως άρχοντα. Ποιος θα μπορούσε να είναι ο πιο σίγουρος τρόπος ένωσης όλων των Αράβων; Αναμφισβήτητα μια κεντρική θρησκεία και μάλιστα με το δικό της βιβλίο και το δικό της ναό. Εξαρτάται βέβαια πώς κοιτάζει κανείς την παράξενη αυτή θρησκεία που γεννήθηκε στο μεγαλοφυές κεφάλι του μεγαλύτερου Άραβα που γεννήθηκε στη γη. Ορισμένοι θεωρούν την Ισλαμική πίστη ως μια από τις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες εξίσου εμπνευσμένη από τον ουρανό. Σ’αυτό το σημείο καθένας οφείλει να απαντήσει στα ερωτήματα: ποια είναι η προέλευση του Ισλαμισμού; Του ανήκει η ίδια αξία όπως στις προηγούμενες θρησκείες που ο Μωάμεθ ξεκίνησε να αντικαταστήσει; Εάν αυτή η θρησκεία είναι ισοδύναμη με τις προηγούμενες δεν γίνεται αντιφατικός ο θεός που ισχυρίζεται ότι η αλήθειά του είναι αμετάβλητη;

Ενώ ορισμένοι Χριστιανικοί κύκλοι βρίσκουν άφθονο περιθώριο για συγκρητισμό, το Ισλάμ σε κάθε περίπτωση απορρίπτει αυστηρότατα κάθε απόπειρα συγκρητισμού. Το Ισλάμ είναι η τελευταία και τέλεια αποκάλυψη του Αλλάχ, που δεν συμβιβάζεται με τίποτα άλλο. Μόλις ο Μωάμεθ ίδρυσε τη νέα θρησκεία, έστειλε μία εξουσιαστική επιστολή στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ηράκλειο (610-641), καλώντας τον να ασπαστεί την τελευταία δίκαιη θρησκεία. Αν γέλασε εκείνος στην πρόσκληση αυτή , ο τελευταίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος δεν γελούσε! Ακόμα και στις μέρες μας, όταν ο Γκορμπατσόφ σύστησε την περεστρόικα, ο Χομεϊνί τον κάλεσε να μετατρέψει την Ε.Σ.Σ.Δ. σε Ισλαμική δημοκρατία. Οι ισχυρισμοί του Ισλάμ για τέλεια, έσχατη θρησκεία, άρχισαν με τον ιδρυτή τους και ποτέ δεν εγκαταλείφθηκαν.

Ο Μωάμεθ δεν ισχυρίστηκε ότι έλαβε νέα αποκάλυψη, ή ξεκίνησε την οργάνωση μιας νέας θρησκείας, αντίθετα επέμενε να μεταφέρει τον λαό του στην πρωτόγονη θρησκεία που άρχισε με τον Αδάμ. Μάλιστα ονόμασε τον Αδάμ πρώτο προφήτη και τον εαυτό του έσχατο. Ο Ιησούς, ο γιος της Μαριάμ, καθώς τον αποκαλεί συχνά, τυγχάνει να είναι ένας από τους κυριότερους προφήτες, επειδή έλαβε βιβλίο, δηλαδή το Ιντζίλ από τον Αλλάχ. Ο μεγαλύτερος όμως των προφητών είναι ο έσχατος (δες 2:30, 4:162, 10:94). Μια από τις πλέον παράξενες αναφορές που υπάρχουν στο Κοράνι είναι εκείνη που γίνεται σχετικά με το εδάφιο της Βίβλου περί Παρακλήτου (Ιωαν. 16:7). Έτσι ισχυρίζεται το Κοράνι, ότι ο Ιησούς ανήγγειλε ότι θα πέμψει τον Αχμάντ, δηλαδή τον Μωάμεθ, που σημαίνει στα αραβικά δοξασμένος (δες 61:6). Την ίδια έννοια έχει και η λέξη Αχμάντ, που έτσι αντιστοιχεί με την δική μας αρχαία λέξη Περικλυτός=ένδοξος. Παραμελώντας κάθε έννοια ορθογραφίας και προφοράς της Ελληνικής γλώσσας, οι μουσουλμάνοι θεωρούν ότι ο Ιησούς προαναγγέλλει την έλευση του Μωάμεθ-Αχμάντ-Περικλυτού όταν λέει: “διότι εάν δεν απέλθω, ο Παράκλητος δεν θέλει έλθει προς εσάς, αλλ’αφού απέλθω, θέλω πέμψει αυτόν προς εσάς”.

Τέτοιες παραβιάσεις είναι γνωστές σε όλο το σύστημα και την διδαχή του Ισλάμ. Ο ομιλών σε μουσουλμάνο περί Χριστού συχνά έρχεται αντιμέτωπος με την διαμαρτυρία ότι ο Ιησούς έχει μιλήσει για τον Μωάμεθ! Δεν είναι εύκολο να εξουδετερώσει κανείς τέτοιους παραλογισμούς.

Για να κατανοήσουμε πληρέστερα τη διδαχή του Ισλάμ οφείλουμε να επιστρέψουμε στο Κοράνι. Εδώ αναφέρεται η δημιουργία του πρώτου ανθρώπου. Δεν υπάρχει συσχετισμός με την Εδέμ. Η εικόνα που δίνεται υπονοεί ότι ο Αδάμ και η Εύα ήσαν στον ουρανό από όπου διώχτηκαν και ρίχτηκαν στη γη. (δες 11:34, 7:15κ.εξ., 20:113-119). Ο σατανάς παρουσιάζεται σαν συνεργάτης του Αλλάχ στην καθοδήγηση και στην πτώση του ανθρώπου στο παράπτωμα. Πρέπει να τονίσουμε μάλιστα με έμφαση ότι το Κοράνι αρνείται με αυστηρότητα τη γενική πτώση, δηλαδή την προπατορική αμαρτία (δες Ρωμ. 5:12,13, Α΄ Κορ. 15:21,22). Δεν υπάρχει λογισμός αμαρτίας και κρίσεως για όλη την ανθρωπότητα εν Αδάμ. Το Ισλάμ δεν μπορεί να δεχτεί τούτη τη θεολογική αρχή, γι’ αυτό και δεν υπάρχει απόλυτη ανάγκη για έναν Σωτήρα. Η ύπαρξη Σωτήρα χρειάζεται εκεί που υπάρχει η αντίληψη της αμαρτωλότητας.

Ενώ ο Μωάμεθ ήταν αρκετά έξυπνος ώστε να συνδέσει την αποκάλυψή του με τον Αλλάχ, δεν ήξερε τι να κάνει με το θαυμαστό πρόσωπο του Χριστού. To Koράνι αναγνωρίζει την παρθενική γέννηση του Κυρίου. Mάλιστα οι σουρά που μιλάνε γι’ αυτό το γεγονός τυγχάνει να είναι και οι μακρύτερες, όπως η σουρά περί γυναικών, περί Μαρίας και της οικογένειας του Ιμράν (δες 3:40-48, 19:19-21, 66:12). Ο μελετητής του Κορανίου θα συναντήσει τις παρακάτω θεμελιώδεις διακηρύξεις για τον Κύριο Ιησού Χριστό:

Ιησούς Καλίμα (Λόγος) από τον Αλλάχ 3:45, 4:171, Καλίμα στην χρήση του Κορανίου είναι ο δημιουργών λόγος

Al Masih (Αλ Μασίχ), ένα πνεύμα από τον Αλλάχ 4:171

Αλ Μασιχί Ο μεσσίας 3:45, 4:171

Αλ Ρουχ Το Πνεύμα 3:290

Al Rahman (Αλ Ραχμάν) Ο ελεήμων 19:21

Ενισχυόμενος από το Ρουχ αλ Κουτς: το Αγιο Πνεύμα 2:87, 5:110, 3:47, σουρά 110

Εκείνος που γεννήθηκε από την Παρθένο Μαριάμ με υπερφυσική ανακοίνωση του αγγέλου μειώνεται στο επίπεδο ενός κτίσματος (δες 3:52). Και πάλι πρέπει να σημειωθεί ότι η γλώσσα σε αυτό το εδάφιο είναι αινιγματική, πράγμα που απαντάται συχνά στο Κοράνι. Το Κοράνι παραδέχεται τα θαύματα του Ιησού Χριστού, πάντοτε με τον ισχυρισμό ότι έγιναν με το θέλημα του Αλλάχ. Και το Κοράνι και οι θαυματουργικές πράξεις του Ιησού, όμως ποτέ με την δική Του δύναμη και εξουσία. Σε όλα είναι ο Αλλάχ εκείνος που του επιτρέπει να κάνει το θαύμα (δες 5:109). Πάντοτε ο εσκεμμένος υποβιβασμός εκείνου που λέγει, “εγώ είμαι το Α και το Ω” γίνεται αισθητός, λ.χ. ενώ αρνείται την λυτρωτική Σταύρωση του Ιησού Χριστού, γίνεται δεχτή η ανάληψή Του στους ουρανούς, βέβαια χωρίς την Ανάσταση (δες 4:155 κ.ε.).

Απέναντι στις παρεφθαρμένες επιδοκιμασίες της κυριότητας του Ιησού Χριστού, οι έντονες αρνήσεις ιδιοτήτων του συγκεκριμένου προσώπου διαβεβαιώνουν κάθε λογικό νου ότι υπάρχει σύγκρουση στην ψυχή του οπαδού του Μωάμεθ που πηγάζει από τον ίδιο τον ιδρυτή της θρησκείας του.

Συνεχίζεται

Περιεχόμενα

 

Το Κόστος της Αναζωπύρησης /1

του Αιδ. Μελέτη Β. Μελετιάδη

(Ιωάν. 5:1-11)1

Σε παλαιότερο άρθρο είχαμε σημειώσει ότι το εμπόδιο στην Αναζωπύρηση του Χριστιανού και της Εκκλησίας είναι το "Εγώ"! Εάν θέλουμε αναζωπύρηση στη ζωή μας και στην εκκλησία μας τότε, απλούστατα, το "Εγώ" πρέπει να πεθάνει. Βέβαια, αυτό ευκολότερα λέγεται και δυσκολότερα πραγματοποιείται. Διότι, ο καθημερινός θάνατός του προϋποθέτει ένα βαρύ κόστος.

Εάν στο θέμα της Ανάγκης για Αναζωπύρηση ο Θεός μας έφερε αντιμέτωπους με την πραγματική πνευματική μας κατάσταση ρωτώντας μας, "Πού είσαι (-αστε)", σήμερα έρχεται να μας θέσει ένα δεύτερο ερώτημα. Ένα ερώτημα το οποίο είναι σχετικό με τη θέλησή μας για αναζωπύρηση. Ένα ερώτημα που αρχικά το θέτει ο Ιησούς Χριστός στον για 38 χρόνια παράλυτο της Βηθεσδά, του οποίου η κατάσταση απεικονίζει, κατά ένα θαυμαστό τρόπο, την κατάσταση της Εκκλησίας σήμερα.

Τρία σημεία ξεχωρίζουν στην ιστορία του παράλυτου:

Α. Ο Ιησούς Χριστός Βλέπει και Γνωρίζει (εδ. 6)

Ο Κύριος πριν δει τον άρρωστο γνώριζε την κατάστασή του. Ήξερε ότι ο άνθρωπος αυτός για 38 χρόνια περιπλανιόταν γύρω από την κολυμβήθρα χωρίς ποτέ να γευθεί τη λυτρωτική υγεία και να απολαύσει τη ζωή.

Κατά τον ίδιο τρόπο ο Κύριος γνωρίζει πολύ καλά την κατάστασή σου. Σε βλέπει και ξέρει πού βρίσκεσαι καθώς κι εσύ ίσως περιπλανιέσαι εδώ και χρόνια γύρω από κάποια "δεξαμενή" περιμένοντας κάποιον "άγγελο" να 'ρθει και να ανακατέψει τα "νερά" της πνευματικής σου ζωής για να νιώσεις κάποια γιατρευτική "εμπειρία".

Ο Κύριος βλέπει και γνωρίζει την κατάσταση της Εκκλησίας καθώς κι αυτή περιπλανιέται γύρω από κάποιες "δεξαμενές" πιστεύοντας και αναμένοντας κάποιον "άγγελο" να 'ρθει και να κουνήσει τα "νερά". Ο Κύριος απευθυνόμενος σε όλες τις Εκκλησίες της Αποκάλυψης τις βεβαιώνει μ' εκείνο το παρήγορο αλλά και ελεγκτικό "Εξεύρω!".

Β. Ο Ιησούς Χριστός Πλησιάζει και Ρωτά (εδ. 7)

Δεν είναι ο παράλυτος εκείνος που πλησιάζει τον Ιησού Χριστό. Πώς να Τον πλησιάσει εφόσον δεν Τον γνωρίζει; Αλλά ούτε κι ο Κύριος περιμένει ο παράλυτος να Τον πλησιάσει. Ο Ίδιος παίρνει την πρωτοβουλία και πλησιάζει τον παράλυτο. Αυτός ο Οποίος Βλέπει και Γνωρίζει είναι Εκείνος που Πλησιάζει και τον Ρωτά.

Πριν όμως εξετάσουμε το ερώτημα θα ήθελα να προσέξουμε ότι στην κάθε κίνηση του Γιατρού και του αρρώστου την πρωτοβουλία των κινήσεων, σε αντίθεση με την ανθρώπινη πραγματικότητα, την έχει ο Γιατρός. Κι αυτή είναι η ουσία και ταυτόχρονα η διαφορά της Χριστιανικής Πίστης απ' όλες τις άλλες θρησκείες. Ότι ο Θεός ψάχνει τον άνθρωπο, Εκείνος τον πλησιάζει, Εκείνος γίνεται Άνθρωπος για να τον σώσει.

Πλησιάζει, λοιπόν, ο Θεάνθρωπος τον παράλυτο και τον ρωτά: "Θέλεις να γίνεις καλά;" Εάν βρισκόμασταν εκεί ίσως θα μπορούσαμε να σκεφτούμε γεμάτοι απορία, "Τι παράξενη ερώτηση, μα ποιος στραβός δεν θέλει το φως του; Γιε του ανθρώπου ξέρεις τι ρωτάς;" Αλλά, μια στιγμή! Ο Ιησούς Χριστός γνωρίζει πολύ καλά τι ρωτά και τι εννοεί. Δεν παίρνει ως δεδομένη την επιθυμία του παράλυτου για θεραπεία. Ο Κύριος καταλαβαίνει ότι οι προσδοκίες που ο άνθρωπος έχει για τη ζωή διαμορφώνουν τη ζωή του2. Στην προκειμένη περίπτωση οι προσδοκίες που ο παράλυτος είχε, είχαν διαμορφώσει τη ζωή του. Άραγε, ποιες είναι οι προσδοκίες που έχουμε για την πνευματική μας ζωή και πόσο επιδιώκουμε να τις δούμε να υλοποιούνται;

Το ερώτημα τίθεται στον παράλυτο, "Θέλεις να γίνεις καλά;"

Γ. Η Απάντηση του Παράλυτου (εδ. 7)

Αναμφισβήτητα, θα περίμενε κανείς ότι ο παράλυτος εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία θα απαντούσε στην ερώτηση του Ιησού Χριστού μ' ένα δυνατό: "Ναι".

Όμως, όπως και ο Αδάμ ο οποίος δεν απάντησε στην ερώτηση του Θεού "Αδάμ, πού είσαι;", αλλά αμέσως άρχισε να δικαιολογείται, έτσι και ο παράλυτος της ιστορίας. Αντί να απαντήσει στο ερώτημα του Προσφερόμενου Ευεργέτη του, αρχίζει να δικαιολογείται. Μέσα από τα λόγια της δικαιολογίας του εκφράζεται το αιώνιο πρόβλημα του ανθρώπου, όπως και στην περίπτωση του Αδάμ, το "Εγώ". "Απεκρίθη αυτώ ο ασθενών, Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω, ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ βάλη με εις την κολυμβήθραν· εν ώ δε έρχομαι εγώ, άλλος προ εμού καταβαίνει" (εδ. 7). Μέσα από τα λόγια του, ο παρατηρητής, μπορεί να διακρίνει και να ταξινομήσει τις δικαιολογίες του:

Άλλοι Φταίνε (7α)

Η πρώτη δικαιολογία είναι ότι άλλοι φταίνε, "άνθρωπον ουκ έχω, ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ βάλη με εις την κολυμβήθραν". Για τον Αδάμ έφταιγε η Εύα, για τον παράλυτο οι άλλοι που δεν τον βοηθούσαν. Για σένα ποιος φταίει εάν δεν ζεις τη ζωή της πίστης;

Είμαι Αδύναμος (7β)

"εν ώ δε έρχομαι εγώ, άλλος προ εμού καταβαίνει". Με άλλα λόγια, "Δεν μπορώ".

Η ειρωνία είναι ότι ο Ιησούς Χριστός δεν αναζητούσε δικαιολογίες. Απλώς έθεσε ένα ερώτημα όντας ο Ίδιος έτοιμος να το πραγματοποιήσει. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ίσως ο άρρωστος δεν κατάλαβε το ερώτημα του Κυρίου. Αλλά, κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται από το κείμενο. Η αιτία για την αποφυγή της απάντησης και η προσφυγή σε δικαιολογίες βρισκόταν κάπου αλλού, στην ανευθυνότητα. Βλέπετε, η υγεία έχει κόστος, έχει ευθύνη. Αντίθετα, η αρρώστια χαρακτηρίζεται από ανευθυνότητα. Δίχως αμφιβολία όταν ένα άτομο ασθενεί πολλές από τις ευθύνες του αναστέλλονται και αναλαμβάνονται από άλλους για λογαριασμό του. Ο άρρωστος δεν υπηρετεί, αλλά υπηρετείται. Δεν εξουσιάζεται, αλλά εξουσιάζει. Δεν ξοδεύεται, αλλά άλλοι ξοδεύονται.

Έτσι, ο άρρωστος της Βηθεσδά δεν χρειαζόταν να δουλέψει για 38 ολόκληρα χρόνια. Αλλά, για 38 ολόκληρα χρόνια άλλοι τον τάιζαν, για 38 ολόκληρα χρόνια άλλοι τον πότιζαν, για 38 ολόκληρα χρόνια άλλοι τον έντυναν, για 38 ολόκληρα χρόνια άλλοι του έπλεναν και του σιδέρωναν τα ρούχα, για 38 ολόκληρα χρόνια άλλοι τον πηγαινοέφερναν στην κολυμβήθρα, στην ουσία για 38 ολόκληρα χρόνια ο παράλυτος την είχε αραγμένη κάτω από κάποια παχιά σκιά και συζητούσε. Στην πραγματικότητα, την είχε "βολέψει".

Με αποτέλεσμα, μετά από 38 χρόνια το πρόβλημα να έχει πάψει να είναι πρόβλημα και να έχει μεταβληθεί σε δηλητηριώδη κατάσταση η οποία να έχει παραλύσει και να έχει παγιδεύσει τη θέλησή του σε σημείο που όταν η ευκαιρία για θεραπεία παρουσιάζεται το άτομο να αντιδρά με τον προβληματικό τρόπο που αντέδρασε. Η θεραπεία που ο Χριστός του πρόσφερε αναστάτωνε τον ανεύθυνο κόσμο του. Η θεραπεία κόστιζε.

Εάν η ερώτηση "Πού είσαι;" είχε να κάνει με την Ανάγκη για Αναζωπύρηση, τότε η ερώτηση του Ιησού Χριστού "Θέλεις να γίνεις καλά;" έχει να κάνει με το Κόστος και την Ευθύνη της Αναζωπύρησης.

Πλησιάζει, λοιπόν, ο Ιησούς σήμερα εμάς και είναι σημαντική η λεπτομέρεια ότι η πρωτοβουλία δεν είναι δική μας, αλλά είναι δική Του. Δεν Τον πλησιάζουμε, αντίθετα Εκείνος μας πλησιάζει. Η ανθρώπινη καρδιά, ακόμη και η λυτρωμένη καρδιά, είναι αλλεργική προς τον Θεό. Πλησιάζει εμάς που προσευχόμαστε στο ταμείο μας και στις συμπροσευχές της Εκκλησίας μας για αναζωπύρηση στη ζωή μας και στην Εκκλησία μας και θέτει μπροστά μας το ερώτημα, "Θέλεις να γίνεις καλά;" Προτού βιαστείς και απαντήσεις καταφατικά, πνευματικοποιώντας την ερώτηση, σκέψου πολύ καλά. Αυτή είναι ερώτηση κόστους και ευθύνης. Ο Ιησούς Χριστός μιλώντας στα πλήθη που Τον ακολουθούσαν τους είπε την παραβολή για τον κτίστη που πρώτα λογαριάζει τι θα του κοστίσει η οικοδομή που θέλει να χτίσει και μετά αποφασίζει (Λουκάς 14:28-29). Δυστυχώς από το κάλεσμα για σωτηρία και αναζωπυρημένη ζωή έχουμε αφαιρέσει την έννοια του "λογαριασμού" του κόστους της Χριστιανικής ζωής, με αποτέλεσμα να έχουμε τόσους και τόσους "αναγεννημένους" οι οποίοι όμως αρνούνται να σηκώνουν τον σταυρό τους καθημερινά.

Η Αναζωπυρημένη ζωή δεν είναι για "πνευματικούς καλοπερασάκηδες", οι οποίοι δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να απαιτούν από τους άλλους τελειότητα και υπηρεσία, ενώ οι ίδιοι κάθονται κάτω από κάποια παχιά "σκιά" γύρω από κάποια "δεξαμενή" και την "βρίσκουν" μέσα στην ανευθυνότητά τους. Εάν πραγματικά ποθούμε την Αναζωπύρηση τότε είμαστε έτοιμοι να σηκωθούμε και να αναλάβουμε την ευθύνη και να πληρώσουμε το κόστος; Εάν όχι, τότε κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας αναζητώντας κάτι το οποίο στην ουσία δεν το θέλουμε.

Όμως, ποιο είναι το κόστος της αναζωπηρημένης ζωής; Με απλά λόγια, ο καθημερινός θάνατος του ΕΓΩ μας. Είπε ο Ιησούς Χριστός, "Όποιος θέλει να με ακολουθήσει ας απαρνηθεί τον εαυτό του κι ας σηκώνει κάθε μέρα το σταυρό του κι ας με ακολουθεί· γιατί όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει· όποιος όμως χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου, αυτός θα τη σώσει" (Λουκάς 9:23-24). Με τη ρήση Του αυτή ο Ιησούς ξεκαθαρίζει σε όλους μας τις απαιτήσεις που Εκείνος έχει απ' αυτόν/ήν που θέλει να Τον ακολουθήσει. Χρησιμοποιεί την εικόνα του Σταυρού για να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τι σημαίνει να αρνηθούμε τον εαυτό μας. Με τη λέξη ΣΤΑΥΡΟΣ το μυαλό μας πηγαίνει στον Γολγοθά, στο σημείο εκείνο όπου ο Κύριος της Σωτηρίας σφράγισε τη λύτρωση του ανθρώπου με τον δικό Του πολύτιμο αίμα.

Όταν ο Χριστός καλεί τους οποιουσδήποτε ανά τους αιώνες μαθητές Του να σηκώνουν καθημερινά τον σταυρό τους δεν εννοεί κάποια αρρώστια, κάποια αποτελέσματα λανθασμένων αποφάσεών μας κ.λπ. Ο σταυρός για τον οποίο ο Ιησούς μιλάει είναι η απάρνηση του εαυτού μας. Όπως ακριβώς ο Ίδιος επάνω στο Σταυρό του Γολγοθά απαρνήθηκε τη ζωή στον Άγιο Εαυτό Του, το ίδιο ζητά κι από εκείνον που καυχάται ότι είναι χριστιανός. Βέβαια, ένα τέτοιο μήνυμα άρνησης του εαυτού μας δεν ηχεί τόσο όμορφα στα σύγχρονα φίλαυτα αυτιά και εγωκεντρικές καρδιές μας. Σήμερα, δυστυχώς, το κάλεσμα είναι να μάθουμε να αγαπήσουμε τον εαυτό μας (δηλαδή το ΕΓΩ) πρώτα, για να αγαπήσουμε στη συνέχεια τον Θεό. Με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να γίνεται το μέτρο και το σημείο ενδιαφέροντος του παντός.

Ο μεγάλος Γερμανός θεολόγος και άνθρωπος του Θεού που εκτελέστηκε από τα αποσπάσματα των Ες-Ες λίγες μέρες πριν απελευθερωθεί η Γερμανία από τη Ναζιστική λαίλαπα, ο Dietrich Bonhoeffer έγραψε στο σπουδαίο βιβλίο του "Το Κόστος της Μαθητείας" ότι, "όταν ο Κύριος σε καλεί να Τον ακολουθήσεις, σε καλεί να πεθάνεις". Όταν ο Κύριος της δόξας σε καλεί να σε "γιατρέψει", να σε αναζωπυρήσει, σε καλεί να πεθάνεις προς τον εαυτό σου και να παίρνεις τον θανατοκομιστή σταυρό σου κάθε μέρα (Λουκάς 14:26-27, 33). Διότι, ο Χριστός δεν πέθανε επάνω στον Σταυρό για να δώσει σε φίλαυτους, εγωκεντρικούς ανθρώπους το εισιτήριο στην αιώνια ζωή ενώ αυτοί συνεχίζουν να υπηρετούν τον εαυτό τους. Ο Χριστός πέθανε με σκοπό να εκμηδενίσει την αγάπη προς το ΕΓΩ μας και να αυξήσει την αγάπη προς τον Θεό.

Συνεχίζεται

Υποσημειώσεις

  1. Το άρθρο αυτό δόθηκε σε μορφή ομιλίας στο Πνευματικό Συνέδριο Λεπτοκαρυάς την Τρίτη 26.8.97
  2. L.arson, Bruce, What God Wants to Know. San Francisco: HarperSanFransisco, 1993, Σελ. 50

     

    Περιεχόμενα

     

    Ο Τυφλός

    του κ. Ιωάννη Έρτσου

    "… ενίφθη και ήλθε βλέπων…"

    Ο Θεός είναι φως και σκοτία εν αυτώ δεν υπάρχει ουδεμία, διαβάζουμε στον Λόγο του Θεού, Α΄Ιωάν. 1:5. Και σαν φως που είναι, αποφάσισε να 'ρθει σε μορφή Ανθρώπου στον κόσμο, "δια να φωτίσει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον" (Ιωάν. 1:9), εφόσον ο άνθρωπος απ' αρχής είχε στερηθεί το φως της Παρουσίας Του.

    Φως, πλήρες φως φυσικό, διανοητικό, πνευματικό απολάμβανε στην Εδέμ ο πρώτος άνθρωπος. Έβλεπε τις ομορφιές και την τελειότητα με την οποία ο Δημιουργός του τον τύλιξε. Έβλεπε τους ένδοξους σκοπούς για τους οποίους ζούσε. Έβλεπε τον Ίδιο τον Θεό και συνομιλούσε μαζί Του.

    Όμως κάποια μοιραία στιγμή, όταν ο άνθρωπος, αφήνοντας την καρδιά του να υψωθεί έναντι του Θεού, θέλησε να δει και να κατανοήσει τον Θεό στα βάθη Του, τα οποία ούτε προοριζόταν να γνωρίσει, ούτε και μπορούσε, τυφλώθηκε τελείως, χάνοντας όλο το φως που είχε. Του 'μεινε μόνο το φυσικό φως, για να μπορέσει φυσικά να επιβιώσει. Του 'μεινε δηλαδή, το πιο λίγο που χρειαζόταν, σαν μια έστω στοιχειώδη αρχή και δυνατότητα, για να μπορέσει ο Θεός να εργαστεί για την επανάκτηση του χαμένου πνευματικού του φωτός, που θα 'ταν γι' αυτόν μια σωστή σωτηρία.

    Η υλοποίηση αυτής της άγιας βουλής του Θεού να δώσει στον άνθρωπο ξανά το φως που 'χε χάσει, είναι η ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΗ του Υιού. Αυτόν, σαν Φως που ήτανε, συμβόλιζε το φως που άστραψε στον ουρανό τη νύχτα των Χριστουγέννων, κατά την άφιξη του Ουράνιου Επισκέπτη. Αυτόν συμβόλιζε και το φωτεινό αστέρι που οδήγησε τους μάγους απ' την ανατολή, το ίδιο αστέρι που 'στεκε πάνω απ' το στάβλο, ωσότου έλθουν εκεί οι βοσκοί. Η λέξη "φως" δε, ήταν και το Όνομά Του, το οποίο τριάντα χρόνια αργότερα φανέρωσε: "Εγώ είμαι το Φως του κόσμου· όστις ακολουθεί εμέ δεν θέλει περιπατήσει εις το σκότος, αλλά θέλει έχει το φως της ζωής" (Ιωάν. 8:12).

    Καθώς ο Κύριος Ιησούς "διήρχετο ευεργετών και θεραπεύων", θα 'δειχνε πολύ μεγάλη συμπάθεια στους τυφλούς γενικά που συναντούσε, και ιδιαίτερη ευαισθησία θα 'νιωθε για κείνους απ' αυτούς που ήσαν "εκ γενετής τυφλοί". Που ποτέ τους δεν είχαν δει όσα τους τριγύριζαν. Ούτε τη φύση, ούτε τους ανθρώπους, ούτε το πρόσωπό τους. Ήξερε καλά τι είχε να πει ο άνθρωπος να 'ναι τυφλός, ότι τούτο συνεπαγόταν πλήρη σχεδόν αχρηστία τους στη ζωή. Όμως, στο πρόσωπό τους, το γεμάτο αοριστία και καταχνιά, διέκρινε ιδίως την ψυχική τύφλωση κάθε ανθρώπου που ζει μακριά απ' τον Θεό, ως το χειρότερο που μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος στη ζωή του. Έτσι, πότε μ' ένα άγγιγμά Του, πότε με μια εντολή Του, πότε χρησιμοποιώντας πηλό, πότε στέλνοντάς τους σε κάποια κολυμβήθρα να νιφτούν, έκανε το ευεργετικό θαύμα Του και τους χάριζε το φως τους.

    Η σχετική σκηνή, στην οποία με συντομία θ' αναφερθούμε, είναι εκείνη του Ιωάννη κεφ. 9:1-37. Είναι ένα θαύμα του Κυρίου ν' ανοίξει τυφλά μάτια, χρησιμοποιώντας "πηλό". Πέντε φορές αναφέρει ο Ιωάννης στο περιστατικό αυτό πως ο Κύριος χρησιμοποίησε "πηλό". Λες και θέλει να μας μεταφέρει στην Εδέμ. Εκεί και τότε που ο Ίδιος Κύριος, ως Δημιουργός, πήρε στα χέρια Του "χώμα" και κατασκεύασε το ανθρώπινο σώμα (Γεν. 2:7), και σε συνέχεια δίνοντας ένα "φύσημα" στους μυκτήρες του, τον έκαμε σε "ψυχή ζώσα", με μορφή "κατά την εικόνα και την ομοίωσή Του”. Η ζωή που του 'δωσε δεν ήταν στο "χώμα" αλλά στο "φύσημα", όπως και το φως που ο Κύριος έδωσε στον τυφλό δεν ήταν στον "πηλό" αλλά στο "νίψιμο" που στη συνέχεια θα 'κανε, δηλαδή στην κάποια θαυματουργική δύναμη του Θεού, που θα ενεργούσε. Μια Εδέμ η πρώτη που παίρνει "χώμα" για να κάμει την πλήρη δημιουργία του ανθρώπινου σώματος, μια Εδέμ η δεύτερη που παίρνει ξανά "χώμα" για τη συμπλήρωση ενός ελλειπούς σώματος. Δημιουργός και την πρώτη φορά ο Κύριος, Δημιουργός και τη δεύτερη. Ο Ίδιος σε Παντοδυναμία τότε, ο Ίδιος σε Παντοδυναμία κατά την ενανθρώπηση, ο Ίδιος σε Παντοδυναμία πάντοτε.

    Όπου υπάρξει η επιθυμία κάποιου να επέμβει ο Κύριος σ' ένα πρόβλημά του, συνοδευμένη από πίστη στην αγαθότητα και τη δύναμή Του, εκεί κι ένα ΘΑΥΜΑ Του. Κι όπου ένα Θαύμα Του, εκεί κι η παρεξήγηση του Προσώπου Του, εκεί κι η εναντίωση των ανθρώπων προς Αυτόν. Αλλ' όμως, όπου η εναντίωση, εκεί και η κάθε μέρα πιο ισχυρή μαρτυρία του αρρώστου που ευεργετήθηκε, πως ο Χριστός και μόνο ο Χριστός, ο Παντοδύναμος Υιός του Θεού, έκαμε το Θαύμα.

    Διόλου τυχαία η διεύλευση του Χριστού μπροστά απ' τον τυφλό της σκηνής μας. Όλοι όσοι θα βάδιζαν την ημέρα εκείνη μαζί Του, δεν θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν πως Αυτός, ο τόσο όμοιος μ' αυτούς σ' εμφάνιση, σε μορφή, σε ντύσιμο, σε συμβάδισμα ήταν ο Κάποιος Άλλος, ο τελείως άνισος μ' αυτούς, δεδομένου ότι ήταν "ο Θεός φανερωθείς εν σαρκί". Μόνο μετά το πρωτοφανές Θαύμα, φάνηκε η διαφορά.

    Το στόμα του τυφλού δεν πρόφερε ούτε μια λέξη, καθώς άκουγε τον όχλο να περνάει. Λες και διαισθανόταν πως ο Χριστός δεν θα τον προσπερνούσε χωρίς να τον προσέξει και να του δώσει σημασία, λες ακόμα πως με ησυχία στην καρδιά πίστευε πως θα τον έκανε καλά. Ο Ιωάννης μας λέει ότι ο Κύριος "ενώ ανεχώρει, είδεν άνθρωπον τυφλόν εκ γενετής" (εδ. 1), "… έπτυσε χαμαί και έκαμεν πηλόν εκ του πτύσματος, και επέχρισεν πηλόν επί τους οφθαλμούς του τυφλού, και είπε προς αυτόν· Ύπαγε νίφθητι εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ. Υπήγε λοιπον και ενίφθη και ήλθε βλέπων" (εδ. 6-7).

    Όλα κύλησαν τόσο συγχρονισμένα, τόσο θεϊκά οδηγημένα! Ο τυφλός στο δρόμο, ο Χριστός διαβάτης από μπροστά του, ο πηλός, το πτύσιμο του Χριστού, η λάσπη, το επίχρισμα στα μάτια, η εντολή Ύπαγε, η αναντίρρητη κι άφωνη υπακοή, ο πηγαιμός στην κολυμβήθρα, το νίψιμο, η ΘΕΡΑΠΕΙΑ, η επιστροφή του γιατρεμένου στο Γιατρό του. Να, η διαφορά μεταξύ του Ανθρώπου-Χριστού κι όλων των άλλων ανθρώπων. Ο πρώτος Δημιουργός, οι δεύτεροι δημιουργήματα άρρωστα, που μόνο Αυτός μπορεί να γιατρεύει.

    Και τώρα αρχίζει η εναντίωση. Η παρεξήγηση για το Πρόσωπο του Χριστού, η καχυποψία, η οιαδήποτε άλλη εκδοχή, εκτός από κείνη ότι το Θαύμα το έκαμε Αυτός. Όχι ολιγόπιστος, όχι δύσπιστος, αλλά άπιστος ο άνθρωπος από γεννησιμιού του. "Έτοιμος να πιστέψει κάθε παραδοξολόγημα, κι όχι πως ο Χριστός είναι Θεός", έλεγε ένας πιστός του Κυρίου.

    "Ηρώτων αυτόν (τον τυφλόν) οι γείτονες… και οι Φαρισαίοι πώς ανέβλεψεν… και απεκρίθη εκείνος. Άνθρωπος λεγόμενος Ιησούς έκαμε πηλόν και επέχρισεν τους οφθαλμούς μου… και ανέβλεψα. Ήτο δε Σάββατον ότε… Έλεγον λοιπόν τινές εκ των Φαρισαίων· Ούτος ο άνθρωπος δεν είναι παρά του Θεού, διότι δεν φυλάττει το Σάββατον… είναι άνθρωπος αμαρτωλός. Και άνθρωπον αμαρτωλόν ο Θεός δεν ακούει…" (εδ. 8-31).

    Κι όσο η εναντίωση μεγάλωνε, τόσο κι η μαρτυρία του γιατρεμένου τυφλού γινόταν όλο και πιο επίμονη και πιο ισχυρή και πιο στέρεα. Διαρκώς αποκρινόταν, λέγοντάς τους: Δεν ξέρω εσείς τι λέτε, μου είναι αδιάφορο. "Έν εξεύρω ότι ήμην τυφλός και τώρα βλέπω" (εδ. 25). Η συνέχεια: "Και εξέβαλον αυτόν έξω" (εδ. 34).

    Πόσο τιμάει τον Κύριο η μαρτυρία μας γι' Αυτόν! Η μαρτυρία ότι Αυτός μας άνοιξε τα πνευματικά μας μάτια κι ήρθαμε απ' το σκοτάδι της άγνοιάς μας στο φως Του, ότι Αυτός μας έσωσε απ' τις αμαρτίες μας με το θάνατό Του στο σταυρό, ότι Αυτός μας "συνεζωοποίησεν μετ' Αυτού". Και σε τούτη την περίπτωση, με αιτία μ' άλλα λόγια τη θαρραλέα ομολογία μας, η αμοιβή μας είναι πάντα η ίδια και μεγάλη. Μας αποκαλύπτεται όλο και πιο πολύ, στον πλούτο Του και στην αγάπη Του για μας, και στην πιστότητά Του "να διατηρήσει την παρακαταθήκη μας μέχρι τέλους" (Β΄Τιμ. 1:12). Ό,τι ακριβώς συνέβηκε με τον τυφλό. "Ήκουσεν ο Ιησούς ότι εξέβαλον αυτόν έξω, και ευρών αυτόν, είπε προς αυτόν, Συ πιστεύεις εις τον Υιόν του Θεού; Απεκρίθη εκείνος και είπε, Τις είναι, Κύριε, δια να πιστεύσω εις αυτόν; Και ο Ιησούς είπε προς αυτόν, Και είδες αυτόν, και ο λαλών μετά σου, εκείνος είναι. Ο δε είπε, Πιστεύω, Κύριε. Και προσεκύνησεν αυτόν" (εδ. 35-38).

    Το φως είναι του Θεού δώρο κι η μέγιστη ευλογία Του σε μας. Μια τελευταία δε φάση της ευλογίας αυτής είναι ότι κάποτε, στην αιωνιότητα που έρχεται θα συγκατοικήσουμε με Κείνον ο Οποίος "κατοικεί φως απρόσιτον". Το να συγκατοικήσει δε ο άνθρωπος, ο χόρτος που τώρα υπάρχει και σε λίγο αφανίζεται "ως όνειρον της αυγής", ο κάποτε αμαρτωλός κι εχθρός του Θεού, με τον Θεό αιωνίως στο φως "το απρόσιτον”, είναι ό,τι ποτέ δε θα μπορέσει να καταλάβει, ό,τι τον κάνει λάτρη του Προσώπου Του, κι ό,τι τον καθιστά φως μέσα στον κόσμο. "Σεις είσθε το φως του κόσμου. Πόλις κειμένη επάνω όρους δεν δύναται να κρυφθή… ούτως ας λάμψη το φως σας έμπροσθεν των ανθρώπων, δια να ίδωσι τα καλά σας έργα και να δοξάσωσι τον Πατέρα σας, τον εν τοις ουρανοίς", λέει ο Χριστός (Ματθ. 5:14-16).

    Είμαστε, κι εσύ κι εγώ ένα "φως", αδελφέ μου; Με την αγία ζωή μας, με την αγάπη για τους αδελφούς μας, με το άσβεστο ενδιαφέρον για τη σωτηρία αμαρτωλών συνανθρώπων μας; Ένα φως ταπείνωσης, σαν το λυχνάρι που καίει και φωτίζει, κι όχι ένα φως αυτοπροβολής, σαν πυροτέχνημα που εντυπωσιάζει; Αν ναι το πρώτο, "μένε στερεός και αμετακίνητος, περισσεύων εις το έργον του Κυρίου" (Α΄Κορ. 15:58), αν όμως το δεύτερο, "σηκώθητι ο κοιμώμενος και θέλει σε φωτίσει ο Χριστός" (Εφ. 5:14). Θα πουν τότε για σένα: "ενίφθη και ήλθε βλέπων”.

    Περιεχόμενα

     

    Ο Κανών της Αγίας Γραφής /10

    του Δημητρίου Καλοποθάκη

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
    Περί της άγραφης Χριστιανικής Παράδοσης

    Είδαμε παραπάνω στο Γ΄κεφάλαιο της μελέτης μας, ότι οι σημερινοί Ιουδαίοι ισχυρίζονται πως, εκτός του Δεκαλόγου και του Νόμου, τον οποίο παρέδωσε ο Θεός στον Μωυσή που τον κατέγραψε, ο Θεός μετέδωσε σε αυτόν και άλλο Νόμο, επεξηγηματικό του πρώτου, και διέταξε τον Μωυσή να μην τον καταγράψει, αλλά να τον παραδώσει προφορικά στον λαό Ισραήλ, ώστε να χρησιμεύει για πάντα ως Ιερά Παράδοση. Και η άγραφη αυτή Παράδοση μεταδόθηκε, όπως λέγουν, προφορικά από γενεά σε γενεά δια μέσου των αιώνων, έως ότου τον 2ο μ.Χ. αιώνα κατεγράφη σε 63 φυλλάδια που απαρτίζουν την περίφημη Μισνά των Ιουδαίων. Σε αυτήν οι Ιουδαίοι θεολόγοι της εποχής εκείνης πρόσθεσαν τα σχόλιά τους και έτσι συγκροτήθηκε το Ταλμούδ, στο οποίο έκτοτε οι Ιουδαίοι αποδίδουν ίση, αν όχι μεγαλύτερη, σπουδαιότητα και κύρος απ' ότι στις Ιερές Γραφές. Μέχρι σήμερα, η θεολογική διδασκαλία τους βασίζεται περισσότερο στο Ταλμούδ παρά στα κανονικά βιβλία της Π. Διαθήκης. Και είδαμε ότι, απ'όσα προκύπτουν από διάφορα τεκμήρια από την ίδια την Π. Διαθήκη, τέτοια προφορική ή άγραφη Παράδοση δεν παρεδόθη ποτέ από τον Θεό είτε στον Μωυσή, είτε σε κάποιον άλλο Ισραηλίτη μεταγενέστερα. Αλλά οι Φαρισαίοι, οι οποίοι εμφανίζονται για πρώτη φορά την εποχή των Μακκαβαίων, δηλαδή περισσότερα από 1000 χρόνια μετά τον Μωυσή, δημιούργησαν σωρεία "αγράφων" παραδόσεων, οι οποίες στις ημέρες του Ιησού Χριστού είχαν καταντήσει σχεδόν να εκτοπίσουν τις γραπτές θεόπνευστες Γραφές από την θρησκευτική διδασκαλία και συνείδηση των Ιουδαίων και οι οποίες καυτηριάζονται από τον Κύριό μας με τις λέξεις : "Ουαί υμίν, Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί ! Διότι ηκυρώσατε τον Λόγον του Θεού δια της παραδόσεως υμών. . . διδάσκοντες διδασκαλίας εντάλματα ανθρώπων".

    Κάτι παρόμοιο συνέβη και στην Χριστιανική Εκκλησία από τον 4ο αιώνα και εφεξής, όταν ο Χριστιανισμός κατέστη θρησκεία του Κράτους και στην Εκκλησία εισέρρευσαν ανεμπόδιστα και άκριτα, πλήθη ανθρώπων οι οποίοι βαθμιαία εισήγαγαν στην οργάνωση, τάξη και διδασκαλία της Εκκλησίας διάφορες μεταβολές. Έτσι σχημα–τίσθηκε, δήθεν από την άγραφη και προφορική παράδοση των Αποστόλων, συλλογή διατάξεων, τύπων και εθίμων, η οποία κατεγράφη και απετέλεσε την λεγόμενη Ιερά Παράδοση και επί της οποίας στήριξαν διάφοροι κλάδοι της Χριστιανικής Εκκλησίας τις καινοτομίες που εισήχθησαν στην Εκκλησία.

    Το ζήτημα αυτό, το τόσο επίμαχο μεταξύ των κλάδων της Χριστιανοσύνης, θα εξετάσουμε με μεγάλη συντομία και όσο το δυνατόν αντικειμε–νικότερα, από της καθαρά ιστορικής και λογικής άποψης, καθώς δεν επιθυμούμε να θίξουμε τις ευαισθησίες των ετεροφρονούντων, τις αντιλήψεις των οποίων σεβόμαστε.

    Πρώτον, δεχόμαστε βεβαίως ως αναμφισβήτητο ότι η Χριστιανική θρησκεία κατ' αρχάς διδάχθηκε και διεδόθη από τους Αποστόλους και τούς βοηθούς τους μέσω του προφορικού λόγου, έως ότου εγράφησαν τα θεόπνευστα βιβλία της Κ. Διαθήκης. Άλλος τρόπος διάδοσης της θρησκείας του Ιησού Χριστού ήταν φυσικώς αδύνατος τις πρώτες εκείνες δεκαετηρίδες των διωγμών και της έλλειψης γραπτών πηγών διδασκαλίας. Επίσης δεχόμαστε, ότι και αφού εγράφησαν τα βιβλία της Κ. Διαθήκης, έμειναν λόγια και θαύματα του Κυρίου μας που δεν αναγράφησαν στην Κ. Διαθήκη. Διότι ο Απόστολος Ιωάννης τερματίζει το Ευαγγέλιό του με τις λέξεις : "Έστι δε και άλλα πολλά, όσα εποίησεν ο Ιησούς, άτινα εάν γράφηται καθ' έν, ουδέ αυτόν οίμαι τον κόσμον χωρήσαι τα γραφόμενα βιβλία" (Ιωάνν. κα΄, 25). Και σε άλλο σημείο : "Πολλά μεν ούν και άλλα σημεία (θαύματα) εποίησεν ο Ιησούς ενώπιον των μαθητών Αυτού, ά ουκ έστι γεγραμμένα εν τω βιβλίω τούτω" (Ιωάνν. κ΄ 30). Και πιθανότατα η ανάμνηση των άλλων αυτών έργων και λόγων του Κυρίου μετεδόθη προφορικά από τους Αποστόλους στους τότε πιστούς, οι οποίοι και αυτοί τα μετέδωσαν προφορικά για ένα διάστημα σε όσους ήταν μαζί τους (1).

    Όμως πιστεύουμε ότι αυτά τα γεγονότα δεν αποδεικνύουν εκείνο, το οποίο αξιώνουν οι υπέρμαχοι της λεγόμενης Ιεράς Παράδοσης.

    1. Η προφορική διδασκαλία των αληθειών της Χριστιανικής θρησκείας από τους Αποστόλους συμπληρώθηκε σύντομα από την γραπτή διδασκαλία τους, δηλαδή με την συγγραφή των Ευαγγελίων και των Αποστολικών Επιστολών. Γιατί; Διότι αμέσως από τα πρώτα βήματά της, η προφορική διδασκαλία άνοιξε διάπλατα την πόρτα σε κάθε είδους αιρέσεις και ετεροδιδασκαλίες, όπως βλέπουμε από τις επιστολές του Παύλου. Μόλις λίγους μήνες μετά την διέλευσή του από την Θεσσαλονίκη, όπου κήρυξε τον Χριστό και ίδρυσε εκκλησία, ο Παύλος, και ενώ βρισκόταν στην Κόρινθο, έμαθε από τον Τιμόθεο ότι στην εκκλησία των Θεσσαλονικέων είχαν ήδη εισχωρήσει κάποιες πλάνες, λόγω παρερμηνείας της προφορικής διδασκαλίας του Αποστόλου. Και αυτός αναγκάσθηκε να γράψει τις δύο Προς Θεσσαλονικείς επιστολές προς άρση αυτών των πλανών. Ακόμη και πλαστογραφημένες επιστολές του Αποστόλου κυκλοφόρησαν τότε, ώστε να τον βρίσκουμε να γράφει προς τους Θεσσαλονικείς (Β΄, β΄, 1-3) : "Σας παρακαλούμεν δε, αδελφοί,. . . να μη σαλευθήτε ταχέως από του φρονήματός (σας) μηδέ να θορυβήσθε, μήτε δια πνεύματος, μήτε δια λόγου, μήτε δι' επιστολής ως (δήθεν γραφείσης) υφ'ημών. . . Ας μη σας εξαπατήσει τις κατ'ουδένα τρόπον. . . ". Και παρακάτω (γ΄ 17) : "Ο ασπασμός (εγράφη) δια χειρός εμού του Παύλου. Το οποίον είναι σημείον (γνησιότητας) εν πάση (μου) επιστολή". Και οι "ψευδοπροφήτες", "ψευδαπόστολοι" και "ψευδοδιδάσκαλοι" αυξήθηκαν στις νεοσύστατες Χριστιανικές εκκλησίες ακόμη και στις ημέρες που ζούσαν ακόμη οι Απόστολοι (Β΄ Κορινθ. ια΄, 13, Β΄ Πέτρ. β΄, 1 κλπ.) λόγω ακριβώς της μεθόδου της προφορικής διδασκαλίας, η οποία ήταν μοιραία ανάγκη εκείνων των πρώτων ημερών του Χριστιανισμού. Και εάν αυτά γίνονταν ενώ ζούσαν ακόμη οι Απόστολοι, εύκολα φαντάζεται κάποιος ποιές διαστάσεις έλαβε αυτή η πληγή μετά από αυτούς. Άλλωστε η ιστορία της Χριστιανικής Εκκλησίας των πρώτων τριών αιώνων, αν και δεν διεσώθη σε μεγάλη έκταση μέχρι τις ημέρες μας, παρουσιάζει αρκετά στοιχεία που μαρτυρούν την πλημμύρα των αιρέσεων και των νόθων έργων, δηλαδή των Αποκρύφων, τόσο κατά την διάρκεια εκείνων των χρόνων όσο και στα χρόνια που ακολούθησαν (4ος και 5ος αιώνας).

    2. Ακριβώς αυτή η πλημμύρα των ετερο-διδασκαλιών και παραχαράξεων ανάγκασε τους αρχαιότερους Πατέρες της Εκκλησίας να επισπεύσουν τον καταρτισμό του Κανόνα της Κ. Διαθήκης, δηλαδή να διαχωρίσουν τον θεόπνευστο Λόγο του Θεού από τους λόγους των ανθρώπων, τα αυθεντικά συγγράμματα των Αποστόλων από τα ψευδεπίγραφα Απόκρυφα και από την ανεύθυνη και νοθευμένη προφορική Παράδοση. Ας σημειωθεί, ότι οι Απόστολοι και οι Πατέρες που ήκμασαν πριν από την ίδρυση του Κανόνα, όταν έγραφαν περί "παραδόσεων", προφανώς δεν εννοούσαν την Ιερά Παράδοση ως κάτι το χωριστό από τις Ιερές Γραφές, όπως εννοείται σήμερα η λέξη, αλλά την εν γένει Χριστιανική διδασκαλία των Αποστόλων. Έτσι λ.χ. όταν ο Παύλος γράφει προς τους Κορινθίους (Α΄ ια΄, 2) : "Σας επαινώ δε, αδελφοί, ότι. . . κρατείτε τας παραδόσεις, καθώς παρέδωκα εις υμάς" και προς τους Θεσσαλονικείς (Β΄, β΄ 15) : "Λοιπόν, αδελφοί, στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις, ας εδιδάχθητε είτε διά λόγου είτε δι'επιστολής ημών" και προς τον Τιμόθεο (Β΄, α΄ 13, 14, β΄, 2) : "Ά ήκουσας παρ 'εμού δια πολλών μαρτύρων, ταύτα παράθου (παράδος) πιστοίς ανθρώποις, οίτινες ικανοί έσονται και ετέρους διδάξαι", είναι φανερό ότι εννοεί την όλη προφορική και γραπτή διδασκαλία του και όχι τις προφορικές παραδόσεις οι οποίες κυκλοφορούσαν και τότε ακόμη από στόμα σε στόμα, μοιραία και διαρκώς αλλοιούμενες και παραμορφούμενες μεταξύ των Χριστιανών, ακόμη δε λιγότερο την "άγραφη παράδοση" των μεταποστολικών αιώνων. Επίσης, όταν οι αρχαιότεροι Πατέρες γράφουν περί "παράδοσης", εννοούν ή την, ας πούμε, ακαθάριστη διδασκαλία των Αποστόλων, πριν την κατάρτιση του Κανόνα της Κ. Διαθήκης, ή μετά την ίδρυση του Κανόνα, τα κανονικά και θεόπνευστα βιβλία (2).

    Αληθεύει ότι τον 4ο αιώνα, ο Βασίλειος (Περί Αγ. Πνεύματος), ο Χρυσόστομος (Εις Β΄ Θεσσαλονικείς) και ο Επιφάνιος (Αιρέσ. 60, 6) συνιστούν την προφορική Παράδοση παράλληλα προς τον γραπτό Λόγο. Βεβαίως την εποχή αυτών των Πατέρων η Παράδοση δεν ήταν εκείνη που κατάντησε αργότερα. Πάντως αυτή ήταν η γνώμη τους, γνώμη που είναι ασφαλώς σεβαστή, όχι όμως και υποχρεωτική για τους Χριστιανούς, δεν μπορεί δε να ανατρέψει την γενική και λογική αλήθεια ότι καμία παράδοση που μεταδίδεται προφορικά δεν μπορεί να έχει το κύρος και την γνησιότητα της αντίστοιχης γραπτής.

    Δεν υπάρχει ιστορικός και λογικός άνθρωπος που να παραδέχεται, ότι προφορική παράδοση μπορεί να μεταδοθεί ανόθευτη όχι από αιώνα σε αιώνα, όχι από γενεά σε γενεά, αλλά ούτε από έτος σε έτος ή από εβδομάδα σε εβδομάδα. Ακόμη και στα γραπτά κείμενα όλων των αιώνων πριν από την εφεύρεση της τυπογραφίας παρεισέφρυσαν κατά την αντιγραφή σοβαρά λάθη από απροσεξία ή παρεξήγηση ή και σκόπιμες παραποιήσεις και διαστροφές. Εάν από οποιοδήποτε αρχαίο Ελληνικό ή Λατινικό σύγγραμμα σωζόταν ένα και μόνο χειρόγραφο, δεν θα είμασταν απολύτως βέβαιοι περί της ακρίβειας του κειμένου, η οποία διαπιστώνεται πλήρως μόνο με την αντιπαραβολή περισσότερων αντιγράφων του ιδίου έργου. Αφού λοιπόν στην γραπτή παράδοση υπεισέρχονται τόσο εύκολα οι παραχαράξεις και τα λάθη, εύκολα μπορούμε να φαντασθούμε την τύχη μιας Χριστιανικής παράδοσης που μετεδόθη προφορικά δια μέσου τριών ή τεσσάρων αιώνων διωγμών, αμαθείας, δυσκόλων συγκοινωνιών και έλλειψης γραπτού ελέγχου.

    Άλλωστε και στα συγγράμματα των Πατέρων παρατηρούνται πάμπολλες αντιφάσεις και ασυμφωνίες τόσο προς τον εαυτόν τους, όσο και προς άλλους. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει καμία των γνωστών θεωριών περί της Ευχαριστίας (του Δείπνου του Κυρίου), η οποία να μην μπορεί να υποστηριχθεί με περικοπές από τα έργα ενός ή περισσοτέρων Πατέρων της Εκκλησίας. Τα συγγράμματα λοιπόν των Πατέρων, για τα οποία άλλωστε κανείς δεν αξίωσε ποτέ την θεοπνευστία, δεν μπορούν να χρησιμεύσουν ως Ιερά Παράδοση ίσου κύρους και θεοπνευστίας προς τις Ιερές Γραφές. Οι ίδιοι οι Πατέρες απέδιδαν θεοπνευστία μόνον στις Γραφές, δηλαδή στα κανονικά βιβλία της Π. και της Κ. Διαθήκης, ποτέ δε στα δικά τους ή άλλων συγγράμματα ή σε οποιαδήποτε προφορική παράδοση. Ακριβώς δε ο τρόπος, με τον οποίο συντελέστηκε βαθμιαία και με μεγάλη προσοχή ο καταρτισμός του Κανόνα της Κ. Διαθήκης και οι αμφιβολίες οι οποίες, όπως είδαμε στα προηγούμενα κεφάλαια, συνείχαν για μεγάλο διάστημα τους Πατέρες περί της γνησιότητας μερικών από τα Αποστολικά συγγράμματα, μαρτυρούν περί της ύψιστης σημασίας την οποία απέδωσαν όλοι οι μεγάλοι Πατέρες στην σύνταξη του Κανόνα ως της μόνης αυθεντικής βάσης της Χριστιανικής πίστης.

    Εάν η προφορική Παράδοση ήταν εξ ίσου θεόπνευστη και ισότιμη προς τις Ιερές Γραφές, γεννάται η εύλογη απορία γιατί οι Πατέρες του 2ου, 3ου και 4ου αιώνα, οι οποίοι συνέπτυξαν τον Κανόνα της Κ. Διαθήκης, δεν φρόντισαν να διατυπωθεί και η Παράδοση σε γραπτό Κανόνα, ο οποίος θα έμπαινε σε ίση μοίρα προς τα κανονικά και θεόπνευστα βιβλία. Αντίθετα, βλέπουμε ότι η μόνη φροντίδα των Πατέρων εκείνων ήταν να διαχωρίσουν τον Λόγο του Θεού από τους λόγους των ανθρώπων, τον σίτο από τα άχυρα, και δεν ασχολήθηκαν καθόλου με την κανονικοποίηση της Παράδοσης.

    3. Όπως είπαμε παραπάνω, είναι αναμφίβολο ότι πολλά λόγια, έργα και θαύματα του Κυρίου μας δεν αναγράφονται στα κανονικά βιβλία της Κ. Διαθήκης. Αλλά ο Ιωάννης διαπιστώνει ρητά, ότι τα περιεχόμενα στα κανονικά βιβλία ήταν επαρκή για την πίστη και σωτηρία των Χριστιανών : "Πολλά μεν ούν και άλλα σημεία εποίησεν ο Ιησούς ενώπιον των μαθητών αυτού, ά ουκ έστιν γεγραμμένα εν τω βιβλίω τούτω. Ταύτα δε γέγραπται ίνα πιστεύσητε ότι Ιησούς εστιν ο Χριστός ο Υιός του Θεού και ίνα πιστεύοντες ζωήν έχητε εν τω ονόματι αυτού" (Ιωάνν. κ΄, 30, 31). Νομίζουμε λοιπόν, ότι δικαιούμαστε λογικά να παραδεχθούμε, ότι αφού τα αναγραφόμενα στην Κ. Διαθήκη χαρακτηρίζονται από τον ίδιο τον θεόπνευστο Απόστολο Ιωάννη ως επαρκή για την πίστη και σωτηρία των Χριστιανών, εκείνα τα άλλα, τα μη αναγραφόμενα, δεν ήταν απαραίτητα για την σωτηρία αλλά προορισμένα μόνον για τους ανθρώπους εκείνης της εποχής. Βεβαίως, εάν διαθέταμε θεόπνευστη και αυθεντική γραπτή έκθεση και αυτών των άλλων λόγων και θαυμάτων του Κυρίου μας, η έκθεση αυτή θα είχε ίσο κύρος και αυθεντία προς τα της Κ. Διαθήκης. Αλλά ο από τον 2ο αιώνα καταρτισμός του Κανόνα της Κ. Διαθήκης αποτελεί τρανή απόδειξη, ότι τα κανονικά βιβλία της είχαν εντελώς εξαιρετική και μοναδική αυθεντία.

    4. Άλλωστε η ομολογία των Ορθοδόξων και Λατίνων θεολόγων ότι η Ιερά Παράδοση είναι ερμηνεία των Ιερών Γραφών, αποτελεί έμμεση ομολογία εκ μέρους τους ότι οι Ιερές Γραφές είναι το κρηπίδωμα της Χριστιανικής πίστης και ότι η ερμηνεία τους, είτε χαρακτηρισθεί ως ανθρώπινη, είτε ως θεόπνευστη, πάντως έρχεται σε δεύτερη μοίρα απέναντι στον ερμηνευόμενο γραπτό Θείο Λόγο.

    5. Εάν η Ιερά Παράδοση είναι ίσου κύρους και αυθεντίας προς τις Ιερές Γραφές, και είναι μάλιστα η αυθεντική ερμηνεία των τελευταίων, πρέπει απαραίτητα να συμφωνεί και προς το γράμμα και προς το πνεύμα των Γραφών. Όμως στην πραγματικότητα βλέπουμε να συμβαίνει το αντίθετο. Η Παράδοση απαρτίζεται σε μεγάλο βαθμό από διατάξεις και αποφάσεις Συνόδων και Παπών, οι οποίες όχι μόνο δεν αντιστοιχούν προς τίποτε στις Γραφές, αλλά πολλές φορές αντιφάσκουν προς όσα διαβάζουμε στις Γραφές. Τα στενά όρια αυτής της μελέτης δεν μάς επιτρέπουν να επεκταθούμε στις λεπτομέρειες αυτού του θέματος, για το οποίο άλλωστε έχουν γραφεί ολόκληρα βουνά από συγγράμματα υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης. Σημειώνουμε απλώς το γεγονός, ότι η διαφωνία μεταξύ Γραφών και Παράδοσης υπάρχει και μάλιστα σε πολλά ζητήματα, και ότι η Παράδοση αποτελεί ακριβώς το θεμέλιο το οποίο δημιούργησαν ορισμένοι κλάδοι της Χριστιανικής Εκκλησίας, ώστε να τοποθετήσουν επάνω του και να δικαιολογήσουν όλες εκείνες τις διδασκαλίες, τους τύπους και τα έθιμα που, βρίσκονται μεν σε αυτούς, αλλά όχι στις Γραφές και μάλιστα μπορούν να αναιρεθούν από τις Γραφές. Συνεπώς, η Παράδοση δεν μπορεί να τεθεί σε μοίρα ίσου κύρους και αυθεντίας με τις Ιερές Γραφές, οι οποίες κατά γενική ομολογία των Χριστιανών, είναι θεόπνευστες. Διότι δεν είναι δυνατόν το ένα και το αυτό Θείο Πνεύμα να ενέπνευσε δύο κανόνες της Χριστιανικής πίστης, οι οποίοι αντιφάσκουν μεταξύ τους.

    Τί συμβαίνει λοιπόν; Είναι τελείως απορριπτέα η Ιερά Παράδοση; Όχι βέβαια. Τα συγγράμματα των Πατέρων και οι προς τους αιρετικούς (Άρειος, Νεστόριος, κλπ.) δογματικές συζητήσεις και σχετικές αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων προσέφεραν πολύ μεγάλη υπηρεσία στην Χριστιανική Θεολογία, διότι έδωσαν την ορθή και οριστική διατύπωση των θεμελιωδών δογμάτων της θρησκείας μας (περί Τριάδος, περί της υποστάσεως του Χριστού, κλπ.) και έσωσαν, μέσω της ορθής ερμηνείας των Γραφών την Εκκλησία από ολέθριες πλάνες. Εν τούτοις, στις λεπτομέρειες και ιδίως στην συμβολική ερμηνεία των Γραφών, οι Πατέρες δεν συμφωνούν πάντοτε μεταξύ τους. Και στο πεδίο αυτό οι γνώμες τους δεν μπορούν να έχουν την ίδια αυθεντία και βαρύτητα, την οποία έχουν για τα θεμελιώδη δόγματα, όπου βρίσκονται σε πλήρη αρμονία προς τις Γραφές. Όπου όμως η Παράδοση, είτε μέσω των συγγραμμάτων των Πατέρων, είτε μέσω των αποφάσεων Συνόδων και Παπών, είτε μέσω των λεγομένων Αποστολικών Κανόνων, είτε μέσω των νέων θεσμών, εθίμων και τύπων που εισχώρησαν βαθμιαία στην Εκκλησία, απομακρύνεται από όσα διδάσκονται στις Γραφές και όσα γνωρίζουμε ότι πρέσβευε η πρώτη Εκκλησία, νομίζουμε ότι επιβάλλεται σε κάθε λογικευόμενο Χριστιανό να αρνηθεί το κύρος της Παράδοσης.

    Το συμπέρασμα λοιπόν είναι, ότι εφ' όσον η Παράδοση συμφωνεί προς τις Γραφές, είναι χρήσιμη βοηθός για την ορθή κατανόηση των Γραφών. Αλλά το ανώτατο κριτήριο συνιστούν οι ίδιες οι Ιερές Γραφές, οι οποίες επομένως αποτελούν τον ύψιστο και μοναδικό θεόπνευστο κανόνα πίστης και έργων για κάθε Χριστιανό.

    Απόδοση: Δρ. Θεοφάνης Γραμμένος

    ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

    1. Έτσι, λ.χ. συναντάμε στις αρχές του Μεταποστολικού αιώνα τον Παπία, έναν από τους Αποστολικούς λεγόμενους Πατέρες, μαθητή του Πολύκαρπου, ο οποίος στο σύγγραμμά του με τίτλο "Λογίων Κυριακών εξηγήσεις", λέγει τα εξής : "Ουκ οκνήσω δε σοι και όσα ποτέ παρά των πρεσβυτέρων καλώς έμαθον και καλώς εμνημόνευσα, συγκατατάξαι ταις ερμηνείαις, διαβεβαιούμενος υπέρ αυτών αλήθειαν. Ου γαρ τοις τα πολλά λέγουσιν έχαιρον αλλά τοις ταληθή διδάσκουσιν. . . Ου γαρ τα εκ των βιβλίων τοσούτον με ωφελείν υπελάμβανον, όσον τα παρά ζώσης φωνής και μενούσης" (Παπίας παρ' Ευσεβίω, Εκκλ. Ιστορ. 3, 39). Δηλαδή, ο Παπίας δεν αισθανόταν τόση ωφέλεια από τα θεόπνευστα βιβλία της Χριστιανικής θρησκείας, όσην αισθανόταν ακούοντας τις προφορικές παραδόσεις, τις μεταδιδόμενες δια "ζώσης φωνής". Και εν τούτοις, ο ίδιος ομολογεί ταυτόχρονα, ότι οι προφορικές παραδόσεις της εποχής του, τις οποίες ρητά χαρακτηρίζει ως ερμηνείες του Θείου Λόγου, είχαν αρχίσει να νοθεύονται, αφού και αυτός που τερπόταν σε αυτές, αναγκαζόταν τώρα να δυσπιστεί προς τους "λέγοντας τα πολλά" και μη αληθή. Ώστε ιδού, λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του Αποστόλου Ιωάννη, είχε αρχίσει η νοθεία των προφορικών παραδόσεων

2. Ιγνάτιος (παρ' Ευσεβίω, Εκκλ. Ιστορ. 6, 36) : "απρίξ έχεσθαι της των Αποστόλων παραδόσεως". Και ο Ειρηναίος (Αιρέσ. γ΄, 3), όταν μιλά περί Αποστολικής παράδοσης αυτός, ένας από τους σκαπανείς της ίδρυσης του Κανόνα, τι άλλο μπορεί να εννοεί παρά την γραπτή παράδοση, δηλαδή τα συγγράμματα των Αποστόλων; Ο Μ. Αθανάσιος (Κατά Εθν. 1) εκφράζεται κατηγορηματικά : "Αυτάρκεις μεν γαρ εισιν αι άγιαι και θεόπνευστοι Γραφαί προς την της αληθείας επαγγελίαν". Και παρακάτω : "Ταύτα (δηλαδή, τα κανονικά βιβλία) πηγαί του σωτηρίου, ώστε τον διψώντα εν τούτοις εμφορείσθαι λογίων. Εν τούτοις μόνοις το της ευσεβείας διδασκαλείον ευαγγελίζεται. Μηδείς τούτοις επιβαλέτω, μηδέ τούτων αφαιρείσθω τι". Περί της παράδοσης λέγει : "Ημών η πίστις εστίν ορθή και εκ διδασκαλίας Αποστόλων ορμωμένη και εκ παραδόσεως πατέρων βεβαιουμένη, εκ τε Παλαιάς και Καινής Διαθήκης". Δηλαδή, θεωρεί την εκκλησιαστική Παράδοση της εποχής του ως επιβεβαίωση της Χριστιανικής πίστης, αλλά ως πηγή της πίστης υποδεικνύει τις Ιερές Γραφές της Π. και Κ. Διαθήκης.

 

Περιεχόμενα

 

Ιστορία της Ελευθέρας Ευαγγελικής Εκκλησίας Χανίων
από της Συστάσεώς της μέχρι του έτους 1946


υπό Γεωργίου Παιδάκη

 

Πότε ακριβώς συνεστήθη Ευαγγελική Εκκλησία εν Κρήτη και ειδικώς εν Χανίοις κατά τους νεωτέρους χρόνους, δεν είναι δυνατόν να καθορισθή επακριβώς. Αι αναμνήσεις των παλαιοτέρων Ευαγγελικών χριστιανών περί του Έργου εν Χανίοις μόλις περιλαμβάνουν ιστορίαν εβδομήκοντα οκτώ περίπου ετών μέχρι του έτους 1946. Αλλά και κατά το διάστημα τούτο, το Ευαγγελικόν Έργον παρουσιάζεται κατ' αρχάς μεν ως εν σπέρματι, μόλις δε κατά την τελευταίαν τεσσαρακονταετίαν συστηματοποιείται δια της συστάσεως Ευαγγελικής Εκκλησίας και της καθιερώσεως τακτικών συναθροίσεων προς οικοδομήν των πιστών και ευαγγελισμόν της εν Χριστώ σωτηρίας προς ψυχάς εν τη αμαρτία.

Η πρώτη μνημονευομένη Ευαγγελική συνάθροισις ήτις είχεν μάλλον οικογενειακόν χαρακτήρα υπήρξεν η εν τη οικία του Άγγλου Προξένου Θωμά Β. Σάντουιθ, όστις αφιχθείς εις Χανιά υπό την ιδιότητά του ταύτην το έτος 1868 παρέμεινεν εν τη πόλει επί δώδεκα περίπου έτη. Ούτος ανήκων εις την Αγγλικανικήν Εκκλησίαν και διαπνεόμενος υπό θείου ζήλου, συνεκάλει διάφορα πρόσωπα της στενωτέρας του γνωριμίας, εις την επί γηλόφου δεσπόζοντος της πόλεως των Χανίων έπαυλίν του, ήτις σήμερον ευρίσκεται εις ερειπώδη κατάστασιν, και διήρχοντο ομού τας Κυριακάς εν προσευχή και μελέτη της Αγίας Γραφής.

Εις την συνάθροισιν ταύτην εφοίτησαν μεταξύ των γνωστών προσώπων της νεωτέρας Εκκλησίας, η αποδημήσασα προς Κύριον Τζέση Κουργεράκη, και η έτι ζώσα γηραιά Τζέμμα Στρατηγάκη.

Βραδύτερον απεστάλη εις Χανιά ως βιβλιοπώλης της Βρεττανικής Βιβλικής Εταιρίας Αρμένης τις αγνώστου επωνύμου όστις εργαζόμενος εις το καθαρώς βιβλικόν έργον, δεν παρέλειπε να μαρτυρή και περί της αληθείας του Ευαγγελίου και της χάριτος του Θεού προς τας ψυχάς μεθ' ών ήρχετο εις επαφήν.

Μετά τον εν λόγω βιβλιοπώλην διωρίσθη τοιούτος εν Κρήτη ο Θεόδωρος Μιχαηλίδης από της εποχής του οποίου το Ευαγγελικόν Έργον αρχίζει να λαμβάνη σταθερωτέραν μορφήν. Ο Μιχαηλίδης διετέλεσε βιβλιοπώλης και αποθηκάριος από του έτους 1887 μέχρι του έτους 1896. Έχων δε συνεργάτας και ετέρους βιβλιοπώλας, τους Νικόλαον Κιμωλιάτην και Γεώργιον Μέλην, διέσπειρε τον λόγον του Θεού εν Κρήτη με έδρα τα Χανιά ως πρωτεύουσαν της Νήσου.

Ο Μιχαηλίδης όμως δεν περιωρίσθη εις το βιβλιοπωλικόν έργον, αλλά μετά ζήλου επεδόθη και εις το έργον του κηρύγματος της εν Χριστώ σωτηρίας προς τους κατοίκους της πόλεως. Κατά την εποχήν εκείνην κατώκει μετά της οικογενείας του εις οικίαν όπισθεν του παλαιού Τελωνείου και εκεί ήρχισεν κηρύττων τον λόγον του Θεού καθ' εκάστην Κυριακήν. Εις την συνάθροισιν ταύτην προσήρχοντο και αι οικογένειαι Γιαννικάκη Λίντζεϋ υιού της Τζέσης Κουργεράκη, ο Γεώργιος Ρημάκης του οποίου η οικογένεια παραμένει ήδη εν Αθήναις, ο Νικολ. Κιμωλιάτης και ο Νικόλαος Παπαδαρατσάκης. Ο τολμηρός ούτος και ζηλωτής εργάτης του Ευαγγελίου υπέστη επανειλημμένους διωγμούς, φυλακισθείς μάλιστα και επ' αρκετάς ημέρας. Κατά την περίοδον αυτήν επεσκέφθησαν την νήσον οι Επιθεωρηταί της Βρετ. Βιβλικής Εταιρίας Θόμψων και Μπρουξ, κεχειροτονημένοι ιεροκήρυκες, οίτινες και ωμίλησαν επανειλημμένως εις τας συναθροίσεις εν τη οικία του Μιχαηλίδου και ετέλεσαν το δείπνον του Κυρίου.

Εκ παραλλήλου προς τα εν τη πόλει Χανίων κηρύγματα, εγένοντο τοιαύτα σποραδικώς και εν τη κωμοπόλει Σούδας όπου κατώκει ο Λίντζεϋ ως μηχανικός της Τουρκικής Κυβερνήσεως, όστις και εδέχετο προθύμως κατ' οίκον τους ευαρίθμους Ευαγγελικούς χριστιανούς, και διετήρει Κυριακόν Σχολείον. Ιδιαιτέρως κατά τας εορτάς των Χριστουγέννων, του Νέου έτους και του Πάσχα, ο Λίντζεϋ προσεκάλει τους αδελφούς παρ' εαυτώ όπως συνεορτάσωσι.

Την εν λόγω δράσιν του Ευαγγελικού έργου διέκοψεν η επισυμβάσα εν Κρήτη επανάστασις κατά του Τουρκικού ζυγού εν έτει 1897 οπότε οι εν Χανίοις Ευαγγελικοί ηναγκάσθησαν να εγκαταλείψωσι την πόλιν μετά των λοιπών κατοίκων. Η πολιτική ανωμαλία δεν διήρκεσεν επί μακρόν και ούτω κατέστη δυνατόν να αρχίση νέα περίοδος δια το Ευαγγελικόν έργον από του έτους 1898 και εξής.

Β΄) Περίοδος 1898-1910

Η περίοδος αύτη εγκαινιάσθη δια της αναλήψεως της διευθύνσεως του βιβλικού έργου εν Κρήτη υπό του εν Αθήναις διευθυντού της Βρετ. Βιβλικής Εταιρίας και ιεροκήρυκος αειμνήστου Μιχαήλ Καλοποθάκη. Και της διευθύνσεως τούτου και εν έτει 1898 διωρίσθη βιβλιοπώλης μεν των Αγίων Γραφών εν Χανίοις ο Γρηγόριος Λαγουδάκης, αποθηκάριος δε ο εξ Ιωαννίνων καταγόμενος Ιωάννης Μποσδογιάννης. Βραδύτερον και δη εν έτει 1901 προσελήφθη βιβλιοπώλης και ο Κωνσταντίνος Αμπατζόγλου καταγόμενος εκ Μαγνησίας της Μικράς Ασίας, όστις διατήρησε την θέσιν ταύτη μέχρι του έτους 1916 οπότε απεδήμησε προς τον Κύριον.

Δια της τοποθετήσεως του Ιωάννη Μποσδογιάννη, ως αποθηκαρίου, το Ευαγγελικόν έργον εισήλθεν εις νέαν φάσιν δραστηριότητος καθ' όσον ούτος φύσει εύγλωττος και επαρκώς πεπαιδευμένος ήρχισε να κηρύττει το Ευαγγέλιον εν τη παρά την οδόν Σούδας αποθήκην των Αγίων Γραφών συγκεντρώσας περί εαυτόν τους εν τη πόλει Ευαγγελικούς χριστιανούς.

Κατά την αυτήν περίπου εποχήν επεσκέφθη επανειλημμένως τα Χανιά και ο εν Αθήναις Άγγλος ιεροκήρυξ Ερρίκος Δηβίν λόγω των ιδιαιτέρων δεσμών τους οποίους είχε συνάψει μετά τινων των εν Χανίοις Ευαγγελικών, οίτινες τον εγνώρισαν κατά την εποχήν της παραμονής των εν Αθήναις ως προσφύγων, διαρκούσης της επαναστάσεως του 1897 εν οίς και ο Νικόλαος Μαραγκουδάκης περί ού κατωτέρω. Αι δημιουργηθείσαι τοιαύται σχέσεις του Ερρίκου Δηβίν μετά των εν Χανίοις Ευαγγελικών συνετέλεσαν εις την συγκρότησιν και δευτέρας ομάδος τοιούτων εν τη πόλει, παρεκτός της τοιαύτης περί τον Μποσδογιάννην, εις την οποίαν εκήρυττε μέχρι του 1903 ο εργολάβος το επάγγελμα Πέτρος Στεργιογλίδης. Η δευτέρα αύτη ομάς εδημιουργήθη λόγω των ιδιαιτέρων αντιλήψεων τας οποίας είχεν ο Ερρίκος Δηβίν επί τινων ζητημάτων της χριστιανικής ομολογίας, δευτερευούσης σημασίας. Τοιουτοτρόπως εδόθη αφορμή εις την εισαγωγήν εν μέσω της εν Χανίοις Εκκλησίας, ευρισκομένης ακόμη εις νηπιακήν κατάστασιν, πολλών ερίδων και συζητήσεων αίτινες κατά πολύ έβλαψαν το κυρίως επιδιωκόμενον έργον και εζημίωσαν την απρόσκοπτον πνευματικήν ανάπτυξιν των πιστών.

Φαίνεται όμως ότι δεν εδημιουργήθη και χάσμα μεταξύ των δύο τούτων ομάδων, καθ' όσον και αυτός ο Ιωάννης Μποσδογιάννης παρουσιάζετο κατά την εποχήν εκείνην προσκλίνων προς τας απόψεις του Δηβίν, ως προκύπτει τόσον εκ δημοσιευμάτων του όσο και εκ βιβλίων τα οποία έγραψε ο Δηβίν Αγγλιστί και μετέφρασεν ο Ιωάννης Μποσδογιάννης εις την Ελληνικήν.

Ως ανωτέρω προελέχθη ο Μποσδογιάννης εκήρυττεν εν τη αποθήκη των Αγίων Γραφών ο δε Στεργιογλίδης εις την οικίαν του ευρισκομένην εις την συνοικίαν Στουλιανά ήδη οδόν Όθωνος.

Κατά την αυτήν περίοδον και εν έτει 1901 αφίχθη εις Χανιά η εκ Μικράς Ασίας καταγομένη Δεινομάχη Παναγιωτίδου ήτις εργαζομένη το έργον του Κυρίου κατ' ίδιον σύστημα δεν ανεμίχθη με την υπάρχουσαν Εκκλησίαν, αλλά ήρχισε διδάσκουσα κατ' οίκους την Αγγλικήν γλώσσαν ομολογούσα συγχρόνως και τον Χριστόν. Θέλουσα να επεκτείνη την δράσιν της μετέβη εις το ορεινόν χωρίον Κάμποι με την πρόθεσιν να ιδρύση εκεί Σχολείον, αλλά κατηγορηθείσα ταχέως ως δήθεν προσηλυτίζουσα ηναγκάσθη ν' απομακρυνθή εκ του χωρίου έπειτα από πολύν αναβρασμόν των κατοίκων. Εξ αιτίας της δράσεώς της ταύτης και της εν Χανίοις διδασκαλίας της εισήχθη εις δίκην και κατεδικάσθη εις φυλάκισιν ενός μηνός κατ' αρχάς την οποίαν και εξέτησεν εντός του Δημοτικού Νοσοκομείου και βραδύτερον πέντε και πάλιν ημερών. Αποτυχούσα εις την δράσιν της η Παναγιωτίδου απεμακρύνθη των Χανίων κατά το 1906, επανήλθεν όμως και πάλιν μετ' ολίγον χρόνον.

Καρπός όμως του έργου της Δεινομάχης Παναγιωτίδου κατά την πρώτην αυτήν περίοδον υπήρξεν ο Γεώργιος Καρβουνάκης όστις καταγόμενος εκ Κάμπων επροστάτευσεν αυτήν από των επιθέσεων των συγχωρίων του και εβοήθησεν εν πολλοίς εις τας περιστάσεις της.

Η επιστροφή του Γεωργίου Καρβουνάκη εις τον Χριστόν έλαβε χώραν μεταξύ των ετών 1903-1904. Επηκολούθησε δε ταύτην περιπετειώδης ζωή δοκιμασιών και διωγμών μέχρις ότου ούτος κατέληξεν από του 1928 και εξής να αποβή πολύτιμον πνευματικόν κεφάλαιον και στύλος της εν Χανίοις Εκκλησίας ως κατωτέρω μνημονεύεται. Κατά την περίοδον ταύτην υπό των μελών της Εκκλησίας απεφασίσθη να αγορασθή οικόπεδον επί του οποίου εν ευθέτω χρόνω να ανεγερθή ευκτήριος οίκος της Εκκλησίας. Συνεκροτήθη προς τούτο Επιτροπή εκ των Ιωάννου Μποσδογιάννη, Λεων. Χρυσάκη, Γρηγορίου Λαγουδάκη και Νικολάου Μαραγκουδάκη οίτινες ηγόρασαν δια συνεισφορών και δωρεών οικόπεδόν τι επ' ονόματί των. Η ανέγερσις όμως της οικοδομής ανεβάλλετο ελλείψει χρημάτων και τοιουτοτρόπως βραδύτερον ο Ιωάννης Μποσδογιάννης, ασπασθείς τας αρχάς των χιλιαστών, επώλησε δι' ίδιον λογαριασμόν το εις αυτόν αναλογούν μέρος του οικοπέδου, οι δε λοιποί συνιδιοκτήται παρεχώρησαν βραδύτερον τα μερίδιά των δια πληρεξουσίου εις την ως σωματείον αναγνωρισθείσαν Ευαγγελικήν Εκκλησίαν και τοιουτοτρόπως επωλήθησαν ταύτα και το προϊόν αυτών εχρησιμοποιήθη δια την αγοράν ετέρου οικοπέδου εφ' ού τελικώς ανηγέρθη ο ευκτήριος οίκος της Ευαγγελικής Εκκλησίας, οίος σώζεται μέχρι σήμερον και περί ού γίνεται λόγος κατωτέρω.

Εκ των άνω αναφερομένων βιβλιοπωλών ο Γρηγ. Λαγουδάκης εφοίτα εις τα κηρύγματα του Ιωάν. Μποσδογιάννη οπότε και περί το έτος 1906 αντελήφθη ούτος ότι ο Μποσδογιάννης εξέκλινε της ορθής διδασκαλίας. Δεν εβράδυνε δε να αποκαλυφθή ότι ούτος είχεν εν τω μεταξύ ασπασθή τας διδασκαλίας του Ρώσσελ το σύγγραμμα του οποίου "Χαραυγή της Χιλιετηρίδος" μετέφρασεν εις την Ελληνικήν εκ του Αγγλικού. Την αυτήν διαπίστωσιν έκαμαν περίπου ταυτοχρόνως και δύο χριστιαναί γυναίκες, η Δεινομάχη Παναγιωτίδου, ήτις είχεν επιστρέψει εν τω μεταξύ εις Χανιά και η Αγγλίς την καταγωγήν Γουίλσον. Αι δύο αύται γυναίκες είχον ήδη αρχίσει συνάθροισιν εις την συνοικίαν Στουλιανά εις ήν και εκήρυττον.

Την εν λόγω συνάθροισιν ευρήκεν υφισταμένην ο Γεώργιος Καρβουνάκης ότε το έτος 1907 επέστρεψεν εξ Αγγλίας το πρώτον όπου είχε μεταβή φεύγων τους εν Χανίοις διώκτας του.

Συνεπεία των νέων αρχών τας οποίας ησπάσθη ο Μποσδογιάννης, οι πλείστοι των Ευαγγελικών Χριστιανών απεμακρύνθησαν εκ της συναθροίσεώς του εκτός μιας ή δύο οικογενειών αι οποίαι έμειναν μετ' αυτού, μετ' ολίγον δε διελύθη οριστικώς η υπ' αυτόν συνάθροισις, απελύθη δε ούτος και εκ της υπηρεσίας του ως αποθηκάριος των Αγίων Γραφών.

Ο σάλος εκ της τοιαύτης μεταστροφής του Μποσδογιάννη υπήρξε μέγας και δυσανάλογος προς την πνευματικήν αντοχήν της Εκκλησίας, εις τρόπον ώστε πολλοί να σκανδαλισθώσι, επί μακρόν δε να υποφέρη η Εκκλησία από τας δημιουργηθείσας έριδας εκ των εκάστοτε επεμβάσεων των χιλιαστών αποπειρωμένων να εισάγουν τας διδασκαλίας των μεταξύ των μελών της Εκκλησίας. Ο σάλος ούτος εν τη Εκκλησία εκόπασεν οριστικώς περί το έτος 1930 οπότε απεβίωσεν ο αρχηγός της κινήσεως Ιωάν. Μποσδογιάννης, οι δε ελάχιστοι και εις τα χωρία διεσκορπισμένοι χιλιασταί δεν ηδυνήθησαν να επιτύχωσιν να δράσωσιν το παράπαν εις τους κόλπους της Εκκλησίας.

Εν τω μεταξύ εξηκολούθει υφισταμένη η συνάθροισις εις την συνοικίαν Στουλιανών υπό την οδηγίαν των δύο προαναφερθεισών γυναικών, εις την οποίαν και κατέφυγαν οι απομακρυθέντες εκ της συναθροίσεως του Μποσδογιάννη. Η εν λόγω συνάθροισις ενεπνέετο μάλλον από τας διατυπωθείσας υπό του Ερρίκου Δηβίν αρχάς, χωρίς εν πάση περιπτώσει να αποκλείωνται της Τραπέζης του Κυρίου και της αδελφικής κοινωνίας και όλοι οι λοιποί Ευαγγελικοί Χριστιανοί οίτινες επεσκέπτοντο τα Χανιά και προήρχοντο εξ άλλων Ευαγγελικών Εκκλησιών.

Κατά το έτος 1908 επεσκέφθη την Εκκλησίαν ο εν Πάτραις ιεροκήρυξ Θεόφ. Ζαφειρόπουλος όστις και παρέμεινεν επί τι διάστημα κηρύττων εις διάφορα μέρη. Περιερχόμενος επεσκέφθη τον εν τω χωρίο Κολυμβάρι διαμένοντα αδελφόν Άγγελον Αγγελάκην και εκεί ενθαρρυνθείς ωμίλησεν εις τι καφενείον του χωρίου. Κατά την ώραν της ομιλίας συνέπεσεν να διέρχηται εκείθεν καλόγηρός τις της εγγύς κειμένης Μονής Γωνιάς και πληροφορηθείς περί τίνος πρόκειται επλησίασε και με το μαστίγιόν του εκτύπησε τον Ζαφειρόπουλον επανειλημμένως εις διάφορα μέρη του σώματος και εις την κεφαλήν προξενήσας εις αυτόν σοβαρά τραύματα. Ο Ζαφειρόπουλος τότε ηναγκάσθη αιμόφυρτος να επιστρέψη εις τα Χανιά δια να τύχη ιατρικής περιθάλψεως, προσευχόμενος υπέρ του διώκτου του. Δεν παρήλθεν όμως πολύς χρόνος και ο καλόγηρος κατέπεσε βαρύτατα ασθενής και απεβίωσεν με οικτρόν θάνατον. Ο Ζαφειρόπουλος επανελθών εις Χανιά κατέλυσεν εις την οικίαν των δύο γυναικών Παναγιωτίδου και Γουίλσον όπου του παρεσχέθησαν αι ιατρικαί φροντίδες. Την νύκτα εκείνην ακριβώς απεβίωσεν είς Γάλλος στρατιώτης εκ των στρατευμάτων της κατοχής όστις τυγχάνων Ευαγγελικός είχεν αφίσει εντολήν να ταφή κατά το Ευαγγελικόν δόγμα. Οι αξιωματικοί του ως εκ τούτου έστειλαν ζητούντες εκ της συναθροίσεως όπως αναλάβη αύτη την κηδείαν, οπότε ηναγκάσθη ο Ζαφειρόπουλος, παρά την οικτράν κατάστασίν του, να τελέση την κηδείαν ταύτην κατά την ακόλουθον ημέραν. Ήτο πολύ συγκινητική η παρουσία του Ζαφειροπούλου με τους επιδέσμους εις την κεφαλήν του, προηγουμένου της κηδείας η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, εγένετο εν πάση επισημότητι με στρατιωτικήν παράταξιν και με συνοδείαν της στρατιωτικής μουσικής. Το γεγονός τούτο προεκάλεσε θερμόν ενδιαφέρον των τοπικών και των Γαλλικών στρατιωτικών αρχών υπέρ του Ζαφειροπούλου εις τον οποίον και παρεσχέθησαν εξαιρετικαί τιμαί και περιποιήσεις.

Η υπό την οδηγίαν των ανωτέρω μνημονευομένων γυναικών συνάθροισις παρετάθη μέχρι του 1908 οπότε απεχώρησεν οριστικώς η Παναγιωτίδου μεταβάσα εις Αγγλίαν, ταύτην δε ηκολούθησεν και η αναχώρησις της Γουίλσον εν έτει 1910.

Γ΄) Περίοδος 1910-1922

Η αναχώρησις των ως άνω γυναικών υπήρξεν η ευκαιρία της αναδείξεως εν τη Εκκλησία του Νικολάου Μαραγκουδάκη περί ού εγένετο λόγος ανωτέρω. Ούτος ασπασθείς το Ευαγγελικόν δόγμα κατά το έτος 1897 οπότε ως πρόσφυξ παρηκολούθει τα κηρύγματα του Ερρίκου Δηβίν εν Αθήναις, επανήλθεν άμα τη παρόδω της επαναστάσεως εις Χανιά και διωρίσθη ταχυδρομικός υπάλληλος. Καθ' όλα τα μετέπειτα έτη μέχρι του 1910 ετύγχανε μέλος της Εκκλησίας και εμαρτύρει περί του Κυρίου χωρίς όμως και να θεωρήται εκ των ιθυνόντων του Έργου, ούτε να προδίδη εκ της δράσεώς του τον ρόλον τον οποίον επρόκειτο να παίξη εις την ανάπτυξιν του Έργου του Ευαγγελίου κατά την υπό εξιστόρησιν περίοδον. Η ανάγκη της συνεχίσεως των συναθροίσεων και των κηρυγμάτων υπεχρέωσε τον Μαραγκουδάκην να αναλάβη την ηγεσίαν του Έργου, προτρεπόμενον εις τούτο και παρ' άλλων αδελφών. Η πρώτη φροντίς της νέας καταστάσεως ήτο να μισθώση μικράν αίθουσαν εις την συνοικίαν του Αγίου Ιωάννου όπου ήρχισε κηρύττων ο Μαραγκουδάκης βοηθούμενος και υπό του νεωστί ασπασθέντος το Ευαγγελικόν δόγμα Στεφάνου Ξανθουδάκη μέχρι του έτους 1913. Φύσει εύγλωττος ο Μαραγκουδάκης, μειλίχιος, μεγάλης πίστεως, και εις άκρον ελκυστικός, κατώρθωσε ταχύτατα να προσελκύση πολλούς ακροατάς και να δώση νέαν ώθησιν εις την δράσιν της Εκκλησίας. Εξ άλλου μη χάνων ουδεμίαν ευκαιρίαν από του να ομιλή περί του Χριστού προς πάντας είτε εις το γραφείον του είτε εις τα καταστήματα της πόλεως, κατέστησε γνωστήν την Ευαγγελικήν πίστιν μεταξύ του κόσμου όσον ουδείς άλλος εκ των προγενεστέρων του. Το 1915 η μικρά αίθουσα, περί ής ανωτέρω, ένθα ετελούντο αι συναθροίσεις, κατελήφθη υπό στρατιωτικής αρχής δια την νοσηλείαν εν αυτή, λόχω του εξοχικού της θέσεώς της, στρατιωτών πασχόντων από μολυσματικάς νόσους και τοιουτοτρόπως η Εκκλησία ηναγκάσθη να στεγασθή εις την οικίαν του Μαραγκουδάκη διαθέτοντος προς τούτο δύο συνεχόμενα και αρκετά ευρύχωρα δωμάτια. Υπό την νέαν ταύτην στέγην επί της οδού Όθωνος εξηκολούθησαν αι συναθροίσεις μέχρι του έτους 1922.

Περί τας αρχάς του έτους 1914 ησπάσθη το Ευαγγελικόν δόγμα ο και νυν αποτελών μέλος της Εκκλησίας Γεώργιος Παιδάκης μαθητής ών τότε του Γυμνασίου. Η επιστροφή τούτου έδωσεν αφορμήν εις παντοειδείς επιθέσεις κατά της εκλησίας και ιδία κατά του Μαραγκουδάκη και Ξανθουδάκη ως δήθεν υπαιτίων προσηλυτισμού. Δεν εβράδυνε τοιουτοτρόπως να εγερθή διωγμός κατά της Εκκλησίας εκ μέρους της Ορθοδόξου Επισκοπής Χανίων και τινων εφημερίδων αίτινες έγραφον τα εξ αμάξης κατά των Ευαγγελικών.

Κατά την αυτήν περίπου εποχήν επεσκέφθη την Εκκλησίαν ο Άγγλος ιεραπόστολος Ερρίκος Γκρήν, όστις και ενεθάρρυνε ουκ ολίγον τους αδελφούς δια των κηρυγμάτων του. Η Εκκλησία τότε συνείθιζε να έχη τας μεσοβδομαδιαίας συναθροίσεις της κατ' οίκους εκ περιτροπής.

Κατά την επακολουθήσασαν εν έτει 1915 επιστράτευσιν εδόθη ευκαιρία να ακούσωσι το Ευαγγέλιον πλείστοι στρατιώται καταγόμενοι εκ διαφόρων μερών της Νήσου, εις τρόπον ώστε να ακολουθήσωσι την οδόν του Κυρίου ικαναί ψυχαί και να καταστή γνωστή η αλήθεια και πέραν των Χανίων.

Ούτως είχον τα πράγματα οπότε εν έτει 1916 ο Μαραγκουδάκης, μηνυθείς υπό του Ορθοδόξου Επισκόπου επί προσηλυτισμώ κατεδικάσθη εις διετή φυλάκισιν συνεπαγομένην και απώλεια της θέσεώς του ως ταχυδρομικού υπαλλήλου. Κατά της αποφάσεως ησκήθη έφεσις ήτις κατά πρόνοιαν Θεού εξεδικάσθη μόλις κατά το δεύτερον εξάμηνον του έτους 1917 ως κατωτέρω αναπτύσσεται.

Η καταδίκη του Μαραγκουδάκη έδωκεν αφορμήν εις εφημερίδας τινας να συνεχίσωσι την εχθρικήν στάσιν των κατά των Ευαγγελικών και να δημιουργηθή μία ασυνήθης κίνησις κατά τούτων, διαπομπευομένων και υπ' αυτών ακόμη των εφημεριδοπωλών. Συγχρόνως η Εκκλησία διήρχετο ημέρας εκτάκτως κρισίμους και λόγω υφισταμένων διενέξεων μεταξύ των μελών της των οποίων η βασική αφορμή προήρχετο εκ των δύο εν αυτή ρευμάτων, του ενός απηχούντος τας αρχάς του εν Αθήναις ιεροκήρυκος Αθ. Κάρπου, διαδόχου του πενθερού του Ερρ. Δηβίν, και του ετέρου εμμένοντος εις τας αρχάς των λοιπών εν Ελλάδι Ευαγγελικών Εκκλησιών. Αι διενέξεις αύται είχον ως αποτέλεσμα να δημιουργηθώσι και προσωπικαί προστριβαί εις τρόπον ώστε η Εκκλησία εχωρίσθη εις δύο μερίδας με ιδιαίτερα κηρύγματα, διαρκέσαντα επ' αρκετόν χρονικόν διάστημα.

Κατά το έτος 1917 επετεύχθη και μετάθεσις του Μαραγκουδάκη εις Καλάμας επί σκοπώ της διαλύσεως της Εκκλησίας αλλ' η επισυμβάσα επανάστασις της Θεσσαλονίκης και η διαίρεσις του Κράτους, υπήρξεν αφορμή να μη πραγματοποιηθή η μετάθεσις αύτη.

Κατά το δεύτερον εξάμηνον του έτους 1917 προσδιωρίσθη τέλος η συζήτησις της εφέσεως του Μαραγκουδάκη τελούντος υπό καταδίκην εισέτι, οπότε εν τω Εφετείω ηθωώθη ούτος και απηλλάγη των συνεπειών της καταδίκης.

Τα υπόλοιπα έτη μέχρι του 1922 διέρρευσαν άνευ σημαντικών προς εξιστόρησιν γεγονότων. Κατά την περίοδον όμως αυτήν η Εκκλησία εδεκατίσθη λόγω της επιστρατεύσεως και πολλά μέλη απεμακρύνθησαν των Χανίων ως στρατιώται. Εξ άλλου ο προηγουμένως τόσον ταπεινός και συνετός Μαραγκουδάκης ήρχισε να παρουσιάζη σημεία πνευματικής ανεξαρτησίας πράγμα το οποίον συνετέλεσεν εις μέγαν σάλον εν τη Εκκλησία. Αι Γραφαί ηρμηνεύοντο υπ' αυτού αυθαιρέτως και τα κηρύγματά του ήρχισαν προσλαμβάνοντα περιαυτολογικόν χαρακτήρα. Ταχέως εξεδηλώθη και η άλλη πλευρά της πνευματικής ανεξαρτησίας του διότι ούτος ήρχισε να θεωρή διαφόρους αδελφούς της συναθροίσεως, ως νήπια εις την πίστιν, πράγμα το οποίον άλλωστε εσόβει από τινος εις το πνεύμα του Μαραγκουδάκη.

Όλη αυτή η πνευματική παρακμή του Μαραγκουδάκη συνδυαζομένη και με τους προσωπικούς δεσμούς του μετα του Αθαν. Κάρπου, παρεσκεύασε το έδαφος δια μίαν ανασύστασιν και ανασυγκρότησιν της Εκκλησίας επί νέων γραφικών βάσεων και τον προσανατολισμόν αυτής εις την καθαρώς υψηλήν αποστολήν της προς Ευαγγελιστικήν δράσιν και καλλιέργειαν καθαρωτέρου χριστιανικού πνεύματος μεταξύ των μελών της.

Η τοιαύτη προπαρασκευή της εκκλησίας δεν εβράδυνε να εκδηλωθή ευθύς ως εγένετο η αποστράτευσις του 1922 και επέστρεψαν οι στρατευόμενοι αδελφοί εις τας εν Χανίοις εστίας των.                 Συνεχίζεται

Περιεχόμενα

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Αρχή ] Πάνω ] Βιβλικό Μήνυμα ] GREEK EVANGELICAL CHURCH ] Συχνές Ερωτήσεις ]
Send mail with questions or comments about this web site. to webmaster- Copyright © 2006 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Last modified: 04/11/2006