ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Αρχή ] Πάνω ] Βιβλικό Μήνυμα ] GREEK EVANGELICAL CHURCH ] Συχνές Ερωτήσεις ]


ΜΑΡΤΙΟΣ 2001

  1. Κρούει και Περιμένει

  2. Η Διαθήκη του Γάμου

  3. Εγκράτεια

  4. Η Ανάγκη για Σωστή Ερμηνευτική της Αγίας Γραφής

  5. Η Κατασκήνωση

  6. Νώε
    "ο νομίζων ότι ίσταται ας βλέπη μη πέση"

  7. Μικρά Ερμηνευτικά

ΚΡΟΥΕΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ

του Μ. Β. Κυριακάκη (+1989)

 άρχουν πολλές όμορφες, παραστατικές και συναρπαστικές περιγραφές του Χριστού μέσα στην Καινή Διαθήκη. Και έχουν όλες εμπνεύσει ποιητές και ζωγράφους.

Το βρέφος στην αγκάλη της Μητέρας Του, ανάμεσα στα ζώα μέσα στο σταύλο. Οι τσοπάνηδες και οι μάγοι με τα δώρα τους. Ο νεαρός Ιησούς ύστερα μέσα στο Ναό όταν διαβάζει τη Γραφή και οι σοφοί Ραββίνοι ακούνε με θαυμασμό τα ερωτήματά Του.

Έπειτα στο ξυλουργείο του Ιωσήφ στη Ναζαρέτ με τα ροκανίδια και τα πριόνια. Ή όταν με άμβωνα μια πέτρα ή τη βάρκα του Σίμωνος Πέτρου μαγεύει τα πλήθη με τα κηρύγματά Του...

Ή άλλη εικόνα που Τον παρουσιάζει καθώς σκύβει να θεραπεύσει κάποιον ταλαιπωρημένο άρρωστο. Συναρπαστική είναι η εικόνα του Ιησού με τα μικρά παιδιά που κάθονται στα γόνατά Του και δέχονται την ευλογία Του, όπως και η εικόνα όταν κάθεται πλάι στο πηγάδι και συζητά με τη Σαμαρείτιδα γυναίκα. Έπειτα η παρουσία Του στο ανώγειο όπου έστησε την Τράπεζα, ο κήπος της Γεθσημανή με τον Ιησού σε αγωνία· ο υπόδικος Ιησούς με την ψεύτικη πορφύρα και το ακάνθινο στεφάνι –ένα θέαμα που κάμνει τον Πιλάτο να φωνάξει στα πλήθη που ουρλιάζουν: Ίδε ο άνθρωπος! Έπειτα ο Εσταυρωμένος, ο άδειος τάφος, η Ανάληψή Του με το αναστημένο σώμα –την ώρα που Τον τυλίγει το νέφος και εξαφανίζεται η ορατή μορφή Του μπροστά στα έκπληκτα μάτια των μαθητών Του...

Όλες αυτές οι εικόνες είναι εξαιρετικά όμορφες και συναρπαστικές. Υπάρχει όμως μια ακόμη που νομίζω ότι είναι μια από τις πιο συγκινητικές που μας δίνει η Καινή Διαθήκη στην Αποκάλυψη. Ο Χριστός μπροστά στην πόρτα που κρούει και περιμένει να ανοίξει η πόρτα...

Ιδού στέκω στην πόρτα και χτυπώ. Αν κάποιος ακούσει τη φωνή μου και ανοίξει την πόρτα, θα μπω μέσα και θα δειπνήσω μαζί του και αυτός θα δειπνήσει μ’ εμένα...

Είναι συγκλονιστική αυτή η εικόνα του Χριστού που κρούει και περιμένει γιατί παρουσιάζει τόσο παραστατικά την αγάπη και συγκατάβαση του Θεού που αναζητά τον άνθρωπο. Έρχεται μπροστά στην καρδιά που είναι κλειστή και ζητά είσοδο... Αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που να μην τον αναζητά η αγάπη του Χριστού. Όπου υπάρχει μια σκληρή καρδιά εκεί στέκει ο Χριστός και κρούει...

Ο Κύριος του ουρανού και της γης, ο ταπεινός Ιησούς, ο υιός του Θεού που ήλθε στον κόσμο με δούλου μορφή, αυτός που θα κλίνει ενώπιόν Του παν γόνυ ουρανίων, επιγείων και καταχθονίων, με αφάνταστη συγκατάβαση στέκει μπροστά στην πόρτα της καρδιάς κάθε ανθρώπου και περιμένει...

Αλλά γιατί αρκείται στο να χτυπά και να περιμένει; Αν πραγματικά θέλει να μπει και να με κατακτήσει, αν θέλει να με καθαρίσει και να με χρησιμοποιήσει για το έργο Του, να με απαλλάξει από όλα όσα μισεί και αποστρέφεται, γιατί δεν προχωρεί –δεν έχει τη δύναμι με μια σπρωξιά να ανοίξει τη θύρα; Αν είναι παντοδύναμος, πάνσοφος και η αγάπη Του είναι απέραντη, γιατί περιμένει στο κατώφλι και παρακαλεί; Άνοιξέ μου!

Απλούστατα: δεν παραβιάζει την ελευθερία του ανθρώπου. Δεν θα είχε καμμιά αξία με τη βία να μας κατακτήσει. Οι άνθρωποι του κόσμου μπορεί να μη σέβωνται την προσωπικότητα των συνανθρώπων τους. Όχι όμως ο Χριστός.  Εάν τις θέλει να έλθει οπίσω μου... Δεν παραβιάζει τη θέλησή μας. Μας προσκαλεί και μας ελκύει. Αλλά δεν μας βιάζει. Αν Του αρνηθούμε η ευθύνη μένει ακέραιη επάνω μας –γιατί πώς θα ξεφύγουμε αν αμελήσουμε μια τόσο μεγάλη σωτηρία που μας προσφέρει...

Αλλά με ποιο τρόπο κρούει ο Χριστός στην πόρτα της καρδιάς μας;

Με το Λόγο Του –όταν κηρύττεται ο Λόγος Του. Πόσες φορές όταν ακούμε το κήρυγμα η συνείδησή μας θίγεται, η καρδιά μας σκιρτά, κάτι μέσα μας συγκλονίζεται. Αυτό είναι για μένα, σκεπτόμαστε. Είναι λόγος ελεγκτικός, προτρεπτικός, παρηγορητικός. Είναι λόγος προειδοποιητικός. Είναι ο Χριστός που κρούει.

Κρούει με τη φωνή της φύσεως. Οι ουρανοί διηγούνται τη δόξα του Θεού. Οι εναλασσόμενες εποχές, η κάθε μια με τον τρόπο της και με τη γλώσσα της. Όταν βλέπουμε τα κιτρινισμένα φύλλα να πέφτουν από τα δένδρα το φθινόπωρο μας μιλάνε για τη φθορά και τα χρόνια της επιγείου παροικίας μας που κυλούν και φεύγουν σαν φθινοπωρινά φύλλα. Ο χειμώνας που γυμνώνει και παγώνει τα πάντα μας μιλάει για τη ζωή που είναι νεκρή και παγωμένη χωρίς τον Χριστό, τον ήλιο της δικαιοσύνης. Και η άνοιξη που ξεδιπλώνει μπροστά μας ανανεωμένη τη φύση όλη, μας θυμίζει την ανανεωτική ενέργεια του Θεού που προσφέρεται να κάμει νέα τα πάντα! Όταν ανθίζουν τα μπουμπούκια και γεμίζει ο κάμπος από αρώματα. Όταν ακούγεται η μελωδία των πουλιών στο δάσος –όλα είναι τα χτυπήματα της αγάπης του Θεού που προσκαλεί τον άνθρωπο ν’ ανοίξει τα μάτια του μπροστά στο μεγαλείο και την πρόνοιά Του.

Πώς χτυπά ο Χριστός την πόρτα της καρδιάς μας; Μας χτυπά, αν θέλουμε να ακούσουμε μέσα στις σελίδες του Γραπτού Λόγου Του. Τίνος φωνή ακούεται στα βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης; Οι Γραφές μαρτυρούν για Μένα! Είναι ο ίδιος που μιλάει από το πρώτο εδάφιο της Γενέσεως έως το τελευταίο εδάφιο της Αποκαλύψεως. Πάσα Γραφή είναι θεόπνευστος διότι υπό του Πνεύματος του Αγίου ελάλησαν οι Άγιοι άνθρωποι του Θεού. Όταν διαβάζουμε τον Μωυσή, ή τον Ησαϊα, τον Ιερεμία ή τους συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, τη φωνή του Χριστού ακούμε που μας προσκαλεί...

Πώς χτυπά ο Χριστός την πόρτα της καρδιάς μας; Με τη ζωή και το παράδειγμα ανθρώπων που ευλόγησε κατά ένα ιδιαίτερο τρόπο και μας έφερε σε επαφή μαζί τους. Μπορεί να είναι μια μητέρα σαν την Ευνίκη ή μια γιαγιά σαν τη Λωίδα. Ένας άσημος και ταπεινός Χριστιανός που η ζωή του είναι υπόδειγμα πίστεως –αποτελεί μια πρόκληση.

Πόσες φορές άκουσα τη φωνή του Χριστού μέσα από τη ζωή κάποιου ηλικιωμένου ή μιας ηλικιωμένης αδελφής. Το βλέπεις ότι κατέχουν και απολαμβάνουν κάτι που εσύ δεν κατέχεις. Έχουν μέσα την αδυναμία τους μια δύναμη που εσύ δεν την έχεις! Το φρόνημά τους είναι η φωνή του Χριστού που σου λέει παραχώρησε τον εαυτό σου, άνοιξε την καρδιά σου...

Πώς χτυπά ο Χριστός της καρδιάς μας την πόρτα; Με τα περιστατικά της ζωής που είναι κάτω από το δικό Του έλεγχο. Με την υγεία και την αρρώστια. Με τη δοκιμασία και τη θλίψη. Με την επιτυχία και πιο πολύ με την αποτυχία και απογοήτευση. Όταν όλοι και όλα μας εγκαταλείπουν. Όταν μένεις μόνος. Όταν βρεθείς στο κρεββάτι του πόνου. Ή όταν ένας θάνατος σε χωρίζει από προσφιλή και αγαπημένα πρόσωπα. Όλα αυτά τα περιστατικά της ζωής πολύπλοκα και δραματικά, ανεξήγητα μερικές φορές, σου φέρνουν το μήνυμα. Είναι ο ίδιος ο αναλλοίωτος Χριστός που στέκει στην πόρτα και περιμένει να Του ανοίξεις. Ιδού ίσταμαι επί την θύραν και κρούω...

Δεν λέει, αν κάποιος μπορεί να αποδείξει πως είναι άξιος, θα μπω μέσα Του. Δεν λέει προετοιμάσου, διόρθωσε τον εαυτό σου, συγύρισε τον χαρακτήρα σου και τότε θα έλθω μέσα σου. Ούτε λέει αν κάποιος απαλλαγεί από όλες τις αμφιβολίες και αδυναμίες του τότε ας ανοίξει και εγώ θα μπω μέσα. Αλλά οποιοσδήποτε σε οποιαδήποτε κατάσταση και αν είναι, φτάνει μόνο να ακούσει τη φωνή μου και εγώ θα μπω μέσα του... Κανένας άλλος όρος. Καμμιά άλλη απαίτηση. Πας όστις αν επικαλεσθή το όνομα του Κυρίου θέλει σωθεί...

Και τι θα κάμει όταν έλθει μέσα; Τι θα σημάνει ο ερχομός Του για τη ζωή σου;

Πρώτα θα πραγματοποιήσει μια ριζική αλλαγή και μεταμόρφωση. Το αδειανό που υπάρχει μέσα μας το γεμίζει. Το σκοτάδι θα το εξαφανίσει με το δικό Του υπέρλαμπρο φως. Την πτώση σου μπροστά στον πειρασμό που δεν μπορείς να τον νικήσεις μόνος σου, με τις δικές σου δυνάμεις, θα την μεταβάλει σε θρίαμβο. Θα μπορείς να πεις: Σε όλα υπερνικούμε δια του αγαπήσαντος ημάς... Τη μοναξιά σου θα την γεμίσει η παρουσία Του. Στις αμφιβολίες και αβεβαιότητές σου θα δώσει διέξοδο με τη δική Του διαβεβαίωση και με την αγάπη Του. Δεν θα σου λύσει όλες τις απορίες. Θα σου δώσει όμως αρκετό φως για να προχωρήσεις στο μονοπάτι της ζωής όσο δύσκολο και αν είναι...

Θα καθαρίσει την καρδιά σου, τη διάνοιά σου και τη φαντασία σου. Δεν έχεις ανάγκη από ένα τέτοιο εσωτερικό καθαρισμό; Εκείνος είναι που καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας. Με το αίμα Του. Αν Τον αφήσεις να μπει μέσα θα Τον δοξάζεις μαζί με τον Ιωάννη και θα λες: «Σ’ Αυτόν που μας αγάπησε και μας έλουσε από τις αμαρτίες μας με το αίμα Του σ’ Αυτόν ας είναι η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων...

Θα σε ελευθερώσει από πάθη και συνήθειες που σου εφόρτωσε ο κόσμος και δεν μπορείς να κόψεις. Θα σου δυναμώσει τους ώμους για να μπορείς να βαστάσεις ό,τι η ζωή φέρει. Και όχι μόνο τα δικά σου βάρη, αλλά θα σε κάμει δυνατό για να βαστάσεις και το βάρος κάποιου αδύνατου αδελφού σου.

Θα είναι μαζί σου σε οποιαδήποτε πείρα και αν πρόκειται να αντιμετωπίσεις. Θα σου ανοίξει τα μάτια για να βλέπεις καθαρά όλες τις αξίες της ζωής. Και θα βλέπεις ακόμα και στο πρόσωπο του εχθρού σου εκείνον που πρέπει να αγαπάς. Καινούργιοι ορίζοντες θα ανοιχθούν μπροστά σου. Τα οποιαδήποτε μικρά ή μεγάλα τάλαντά σου θα τα αξιοποιήσει κατά τον καλύτερο και αποδοτικότερο τρόπο. Θα σου ανοίξει δυνατότητες που καμμιά ανθρώπινη φαντασία δεν μπορεί να συλλάβει. Γιατί, οφθαλμός δεν είδε και ωτίον δεν ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου δεν ανέβησαν τα όσα ο Θεός προετοίμασε δια τους αγαπώντας αυτόν...

Και στο τέλος της πορείας σου σ’ αυτό ο μάταιο κόσμο θα σε παραλάβει και θα ’σαι μαζί Του στους ατελεύτητους αιώνες... Δέξου Τον να δειπνήσει μαζί σου και θα σε παραλάβει στον ουρανό όπου έχει προετοιμάσει μια αιωνία τράπεζα ευφροσύνης.

Εκείνος κρούει και περιμένει... Εσύ τι θα κάμεις; Θα απαντήσεις με τα λόγια του Άσματος των Ασμάτων: Φωνή του αγαπητού μου! Έλα Κύριε, δικός σου είμαι. Ì

 

 

Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

του αιδ. Γ. Αδάμ

συνέχεια από το προηγούμενο

 Γένεση 2:18-25

Πάμε τώρα στο πιο βασικό ίσως κομμάτι που  θα εξετάσουμε. Θα μελετήσουμε από το βιβλίο της Γένεσης, το 2:18-25, για να δούμε ακόμη περισσότερα για τη διαθήκη του γάμου. Για να μπορέσουμε να δώσουμε «σάρκα και όστα» στα όσα έχουμε πει. Θα προσπαθήσουμε να το αναλύσουμε για δύο λόγους. Πρώτον, για να κατανοήσουμε καλύτερα εμείς τι σημαίνει να βρίσκομαι σε διαθήκη με τον άντρα μου, την γυναίκα μου, και δεύτερον, για να διορθώσουμε παρανοήσεις.

Υπάρχουν πάρα πολλοί που δεν συμφωνούν με το γεγονός πως στο κεφάλαιο αυτό η σχέση του Αδάμ και της Εύας περιγράφεται ως διαθήκη. Ιδιαίτερα πολλοί κριτικοί σχολιαστές βλέπουν στο κομμάτι αυτό πληθώρα στοιχείων που όχι μόνο δεν παρουσιάζουν την γυναίκα ως ίση με τον άνδρα, αλλά αντίθετα την υποτιμούν. Και δυστυχώς πολλοί συντηρητικοί χριστιανοί τα έχουν παρεξηγήσει, τα έχουν καταλάβει λάθος και σαν αποτέλεσμα θεωρούν τις γυναίκες κατώτερες.

Η έννοια του «βοηθού»

Ας διαβάσουμε πρώτα το εδάφιο 18: «Και είπεν Κύριος ο Θεός, Δεν είναι καλόν να είναι ο άνθρωπος μόνος, θέλω κάμει εις αυτόν βοηθόν όμοιον με αυτόν». Υποστηρίζεται με βάση το εδάφιο αυτό πως η γυναίκα πλάστηκε μόνο για να βοηθάει τον άνδρα. Συνεπώς υπάρχει βιβλικό προηγούμενο που δίνει το δικαίωμα στον άνδρα να κακομεταχειρίζεται και να φέρεται σαν τύραννος στη γυναίκα του και να της φέρεται σαν να είναι υπηρέτρια. Είναι λάθος αυτή η κατανόηση.

Η Εύα πλάστηκε όχι για να είναι υπηρέτρια που βοηθάει τον Αδάμ να κάνει ό,τι θέλει εκείνος. Η Εύα πλάστηκε να είναι «σύζυγος». Και η δουλειά την οποία ο Θεός ανέθεσε στον Αδάμ για την οποία είχε ανάγκη την Εύα, την μαθαίνουμε από τα συμφραζόμενα. Δεν πλάστηκε η Εύα να βοηθήσει τον Αδάμ π.χ., να γίνει πλούσιος, ούτε να οδηγάει ένα ωραίο αυτοκίνητο. Δεν έπλασε ο Θεός την Εύα για να βοηθάει τον Αδάμ να κάνει ότι αρέσει σ’ εκείνον. Την έπλασε για να τον βοηθήσει να υπακούει στις εντολές του Θεού και να μείνει πιστός στο θέλημα του Θεού στη ζωή του. Αυτή είναι η δουλειά για την οποία ο Θεός την δημιούργησε.

Ποιες, όμως, είναι αυτές οι εντολές; Τι έπρεπε να κάνει ο Αδάμ που δεν μπορούσε να το κάνει μόνος του; Διαβάζουμε στη Γένεση 1:28: «Και ευλόγησεν αυτούς ο Θεός και είπε προς αυτούς ο Θεός, Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε, και γεμίσατε την γην, και κυριεύσατε αυτήν, και εξουσιάζετε επί των ιχθύων της θαλάσσης, και επί των πετεινών του ουρανού, και επί παντός ζώου κινουμένου επί της γης». Επίσης διαβάζουμε στο 2:19-20, «Έπλασε δε Κύριος ο Θεός εκ της γης πάντα τα ζώα του αγρού, και πάντα τα πετεινά του ουρανού, και έφερεν αυτά προς το Αδάμ, δια να ίδη πως να ονομάση αυτά και ό,τι όνομα ήθελε δώσει ο Αδάμ εις παν έμψυχον, τούτο να είναι το όνομα αυτού. Και έδωκεν ο Αδάμ ονόματα εις πάντα τα κτήνη, και εις τα πτηνά του ουρανού και εις πάντα τα ζώα του αγρού, εις δε τον Αδάμ δεν ευρίσκετο βοηθός όμοιος με αυτόν». Ο Αδάμ χρειαζόταν την Εύα για να τα κάνει όλα αυτά,  όχι μόνο για αναπαραγωγή, όχι μόνο για να κάνουν παιδιά, αλλά και για να κυριεύσουν την γη και να εξουσιάζουν πάνω σ΄αυτή. Ο Αδάμ και η Εύα ήταν, αν θέλετε, οι αντιβασιλείς του Θεού εδώ στη γη. Μιμούνταν τον Θεό. Καθώς Εκείνος δημιουργούσε και ονόμαζε, το ίδιο έκαναν και ο Αδάμ με την Εύα. Ονόμαζε τα ζώα και δημιουργούσαν μαζί νέους ανθρώπους, κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού. Όπως ο Θεός είναι βασιλιάς σε όλο το σύμπαν, έτσι και ο Αδάμ και η Εύα θα ήταν στον κήπο της Εδέμ. 

Μια ακόμη ευθύνη που είχε ο Αδάμ την διαβάζουμε στο 2:15: «Και έλαβε Κύριος ο Θεός τον άνθρωπον και έθεσεν αυτόν εν τω παραδείσω της Εδέμ δια να εργάζηται και να φυλάττη αυτόν». Ήταν ευθύνη του Αδάμ να καλλιεργεί τον κήπο και να τον φυλάττει.

Σαν παρένθεση, να πούμε εδώ πως η εργασία, η δουλειά δεν είναι κατάρα. Το γεγονός πως εργαζόμαστε δεν είναι αποτέλεσμα της πτώσης του ανθρώπου. Είναι αντιβιβλικό ως χριστιανοί να θέλουμε να δουλέψουμε πολύ, ώστε να έρθει κάποια στιγμή που σε κάποιο νησί θα κάνουμε διακοπές και θα τρώμε τα εισοδήματα. Ο Θεός εργάζεται, και μας έπλασε να Τον μιμούμαστε. Η πτώση μετέτρεψε την εργασία σε αγώνα και μόχθο. Η εργασία από μόνη της δεν είναι αποτέλεσμα της πτώσης.  Κλείνει η παρένθεση.

Η Εύα, λοιπόν, πλάστηκε ώστε ο Αδάμ να μπορέσει να υπακούσει στις εντολές που ο Θεός του έδωσε γιατί μόνος του δεν μπορούσε.[1] Η Εύα μαζί με τον Αδάμ θα καλλιεργούσε και θα φύλαγε τον κήπο. Μια παρένθεση ακόμη εδώ. Η Εύα δεν ήταν εκτός των ορίων της (ή των αρμοδιοτήτων της) όταν μίλησε με τον Σατανά (Γένεση 3:1-7). Δεν αμάρτησε επειδή δεν άφησε τον άντρα της να μιλήσει. Αμάρτησε γιατί απέτυχε να φυλάξει τον κήπο. Απέτυχε να κρίνει τον Σατανά και να τον διώξει. Αμάρτησαν και οι δύο, γιατί απέτυχαν να μιμηθούν τον Θεό και να κρίνουν τον Σατανά, διώχνοντάς τον από τον κήπο, όπως ο Θεός τον είχε διώξει από την άμεση παρουσία Του. Κλείνει και αυτή η παρένθεση.

Και με τη σκέψη της «ανάγκης» όμως έχουμε δυσκολία στον καιρό που ζούμε. Ίσως σκεφτεί κάποιος, «Χρειάζομαι τη γυναίκα μου να με βοηθάει να υπακούω στις εντολές του Θεού; Γιατί;» Βλέπετε ανάμεσα στα παραμύθια που πιστεύουμε στις μέρες μας, πιστεύουμε και τούτο: Πως κάποιος είναι έτοιμος να παντρευτεί μόνο όταν μπορεί να ζήσει ανεξάρτητος και δεν έχει ανάγκη κανέναν. Όταν έχει σπουδάσει, όταν έχει πάει στρατό, αφού έχει βρει δουλειά. Όταν φτάσεις στο σημείο να μην εξαρτάσαι από κανέναν, να μην έχεις ανάγκη κανέναν, τότε μπορείς να παντρευτείς.

Η πλήρης ανεξαρτησία έχει γίνει προϋπόθεση για τον γάμο. Ένας από τους λόγους για αυτή την εξέλιξη είναι το ότι ζούμε σε μια εποχή που ονομάζεται μετά-μοντέρνα. Κομμάτι της φιλοσοφίας για την ζωή αυτής της εποχής μας, είναι να μην χρειάζεσαι τίποτα. Η Γραφή όμως διδάσκει το ακριβώς αντίθετο. Η Γραφή διδάσκει πως πολύ πριν υπάρξει αμαρτία, πολύ πριν την πτώση του ανθρώπου, μέσα στον παράδεισο όπου ο άνθρωπος ήταν μόνος με τον Θεό και δεν είχε τίποτα να τον ενοχλεί, εκεί μέσα ο άνθρωπος δεν ήταν καλό να είναι μόνος!!! Αυτή η περίοδος είναι η μοναδική περίπτωση που, ανθρωπίνως, ο Αδάμ τα είχε όλα. Δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα, είχε τέλεια αυτοπεποίθηση, τέλεια αυτοεκτίμηση. Και όμως η γνώμη του Θεού ήταν πως δεν ήταν καλό να είναι μόνος του ο Αδάμ. Και είπε ο Θεός, «Δεν είναι καλόν να είναι ο άνθρωπος μόνος, θέλω κάμει εις αυτόν βοηθόν όμοιον με αυτόν».

Η γνώμη του Θεού για την ζωή μας δεν είναι «ανεξαρτησία», αλλά «εξάρτηση», αδελφοί μου. Ακόμη και η ιδέα του βοηθού δεν είναι πρόβλημα. Το γεγονός πως ο Αδάμ ήθελε βοηθό και ο βοηθός ήταν η Εύα δεν σημαίνει πως η Εύα ήταν κατώτερη. Με αυτή τη λογική και ο Θεός είναι κατώτερος, αφού λέει η Γραφή ότι ο Θεός είναι βοηθός μας. Στον Ψαλμό 115: 9, 10, 11, αλλά και αλλού μας λέει η Γραφή πως ο Θεός είναι ο βοηθός μας και η ασπίδα μας. Αυτό δεν κάνει το Θεό κατώτερο.

Ο λόγος που τα λέμε όλα αυτά είναι ο εξής: Αν δεν μπορούμε να δούμε τις γυναίκες μας ίσες με μας, δεν μπορούμε ούτε να τις εκτιμήσουμε, ούτε να τις αγαπήσουμε σωστά. Πως να αγαπήσεις κάποιον που τον θεωρείς κατώτερο;

Η ονοματοδοσία

Η δεύτερη κριτική στην περικοπή αυτή είναι πως ο Αδάμ ονομάζει το πλάσμα αυτό «ανδρίς». Διαβάζουμε στο εδάφιο 23: «Και είπεν ο Αδάμ, Τούτο είναι τώρα οστούν εκ των οστέων μου και σαρξ εκ της σαρκός μου, αύτη θέλει ονομασθεί ανδρίς, διότι εκ του ανδρός αύτη ελήφθη». Να κάνουμε μια διευκρίνιση εδώ. Στα εβραϊκά δεν υπάρχει διαφορετική λέξη για την «γυναίκα» και άλλη λέξη για την «σύζυγο». Είναι η ίδια λέξη: «Ισσά» «Ισς,» επίσης είναι και ο «άντρας» και ο «σύζυγος». «Αδάμ» σημαίνει «άνθρωπος». Το πλάσμα που έφερε ο Θεός στον Αδάμ, ο Αδάμ το ονόμασε  «σύζυγο». Προσέξτε, το εδάφιο δεν μιλάει για όλους τους άντρες και όλες τις γυναίκες και ποια είναι η σχέση ανάμεσα στα δύο φύλα. Το κείμενο μιλάει για το πως ο Αδάμ σχετίζεται με την «σύζυγό του». Με το πλάσμα που ο Θεός του έφερε. Παρόμοια και στο 3:20, ο Αδάμ ονομάζει την σύζυγό του με κάποιο όνομα αυτή τη φορά: «Και εκάλεσεν ο Αδάμ το όνομα της γυναικός αυτού Εύαν, διότι αύτη ήτο μήτηρ πάντων των ζώντων».

Αυτό το γεγονός της ονοματοδοσίας της Εύας από τον Αδάμ, κάποιοι πιστεύουν πως υποτιμά τις γυναίκες. «Από που κι ως που της δίνει αυτός το όνομα;» ρωτάνε. «Αυτή μόνη της δεν μπορεί να έχει όνομα;» Να που η Γραφή υποτιμά τις γυναίκες. Ή από την άλλη πλευρά πολλοί χριστιανοί χρησιμοποιούν αυτό το επιχείρημα για να υποστηρίξουν πως οι άνδρες είναι ανώτεροι από τις γυναίκες. Και αυτή η σκέψη, όμως, δείχνει πως δεν έχουμε καταλάβει τι σημαίνει να δώσεις ένα νέο όνομα σε κάποιον/α στην Παλαιά Διαθήκη.

Ο Αδάμ, πράγματι δίνει όνομα στα ζώα, μιμούμενος τον Θεό που ονομάζει αυτά που δημιουργεί. Υπάρχει πιθανότητα, λοιπόν, πως αυτός που ονομάζει έχει/ασκεί εξουσία πάνω σε αυτόν ή αυτήν που παίρνει το όνομα. Παρόλα αυτά όμως, η πιο διαδεδομένη χρήση της ονοματοδοσίας δεν είναι αυτή. Τα ονόματα δίνονται όταν κάποιος εισέρχεται σε μια σχέση διαθήκης. Όταν κάποιος/α ξεκινάει  μια τέτοια σχέση.

Όταν δύο άνθρωποι ξεκινούσαν μια διαθήκη, τότε έδιναν άλλα ονόματα γιατί αυτή η σχέση της διαθήκης άλλαζε τον τρόπο με τον οποίο σχετίζονταν μεταξύ τους. Άλλαζε πια η ζωή τους.  Αυτό το έκαναν ακόμη και οι ειδωλολάτρες. Διαβάζουμε στο Β΄ Βασιλέων 23: 34, «Και έκαμεν ο Φαραώ-νεχαώ τον Ελιακείμ τον υιόν του Ιωσίου βασιλέα αντί του Ιωσίου του πατρός αυτού, και μετήλλαξε το όνομά αυτού εις Ιωακείμ…» Ξέχνα, του λέει, τώρα το όνομα που σου έδωσε η μητέρα σου. Τώρα θα έχεις άλλο όνομα γιατί βρίσκεσαι σε διαθήκη με εμένα. Και στο κεφάλαιο 24, όταν ο Ναβουχοδονόσορ εγκαθιστά άλλο βασιλιά στην Ιερουσαλήμ, του αλλάζει το όνομα. Παίρνει τον Ιωαχείν και βάζει τον αδελφό του. Διαβάζουμε στο 24:17: «Και έκαμεν ο βασιλεύς της Βαβυλώνος βασιλέα, αντ’ αυτού, Ματθανίαν τον αδελφόν του πατρός αυτού και μετήλλαξε το όνομα αυτού εις Σεδεκίαν».

Σκεφτείτε τον Θεό με τον Άβραμ. Όταν κάνει την διαθήκη μαζί του, του αλλάζει το όνομα, το μετατρέπει από Άβραμ σε Αβραάμ. Με τον Ιακώβ κάνει το ίδιο, του αλλάζει το όνομα και το κάνει Ισραήλ. Ο Χριστός αλλάζει το όνομα του Σίμωνα και το κάνει Πέτρος, του Σαύλου το κάνει Παύλος. Η νέα σχέση είναι τόσο σημαντική, επηρεάζει τόσο πολύ την ζωή τους, που και το όνομά τους αλλάζει!

Αυτού του είδους η ονοματοδοσία, όμως, δεν γίνεται μόνο από τον ανώτερο στον κατώτερο. Γίνεται και αντίθετα. Για παράδειγμα, όταν διώχνει την Άγαρ ο Αβραάμ και την βρίσκει ο Θεός στο πηγάδι, η Άγαρ δίνει όνομα στο Θεό και τον ονομάζει Έλ-ροϊ, (Γένεση 16:13), δηλαδή «Ο Θεός που με είδε,» ή ο Θεός που με βλέπει.

Η ονοματοδοσία, λοιπόν, δεν συμβολίζει κατωτερότητα ή ανωτερότητα, αλλά μια νέα σχέση, μια σχέση διαθήκης. Και αυτή η νέα σχέση διαθήκης, όπως είπαμε είναι τόσο σημαντική που και το όνομα αλλάζει. Ο Αδάμ λοιπόν, όταν ονομάζει «ανδρίς» το πλάσμα που ο Θεός του έφερε, της δίνει ένα όνομα που χαρακτηρίζει την σχέση του μαζί της μπροστά στην παρουσία του Θεού. Το ίδιο γίνεται και όταν την ονομάζει «Εύα».

Το «πλευρό» του Αδάμ

Το τρίτο πρόβλημα , που οι σύγχρονοι ερμηνευτές θεωρούν αγκάθι στα εδάφια αυτά, είναι το γεγονός πως η Εύα πλάστηκε από το πλευρό του Αδάμ. Διαβάζουμε στο 2:21-22, «Και επέβαλε Κύριος ο Θεός έκστασιν επί τον Αδάμ, και εκοιμήθη, και έλαβε μίαν εκ των πλευρών αυτού, και έκλεισε με σάρκαν τον τόπο αυτής. Και κατασκεύασε Κύριος ο Θεός την πλευράν, την οποία έλαβε από του Αδάμ, εις γυναίκα, και έφερεν αυτήν προς τον Αδάμ». Εννοείται, υποστηρίζουν κάποιοι σχολιαστές πως η αξία της γυναίκας είναι εξαρτημένη. Η Εύα υπάρχει απλώς επειδή υπάρχει ο Αδάμ. Αν δεν υπήρχε αυτός, ούτε η Εύα θα υπήρχε. Είναι και αυτό ακόμη ένα επιχείρημα ανάμεσα σε συντηρητικούς χριστιανούς συζύγους για να υποστηρίξουν την κατωτερότητα της γυναίκας. Και την άποψή τους πως αφού είναι κατώτερη, αυτοί είναι οι πιο έξυπνοι και ως εκ τούτου θα είναι τα αφεντικά και θα αποφασίζουν για όλα.

Πρόκειται για τέλεια παρανόηση του κειμένου. Αν η γυναίκα ήταν κατώτερη από τον άνδρα επειδή πλάστηκε από τον άνδρα, τότε ο άνδρας είναι κατώτερος από το χώμα αφού πλάστηκε από το χώμα. Δεν βγάζεις νόημα έτσι! Επίσης αν η γυναίκα ήταν κατώτερη από τον άνδρα επειδή πλάστηκε δεύτερη, τότε και ο Αδάμ είναι κατώτερος από τα ζώα, αφού πλάστηκε μετά από αυτά! Καταλαβαίνουμε πως αυτός ο τρόπος σκέψης δεν οδηγεί πουθενά.

Τι προσπαθεί να μας πει το κείμενο; Το κείμενο προσπαθεί να πει πως και οι δύο είναι ίσοι, όχι μόνο μπροστά στο Θεό, αλλά και μεταξύ τους. Στο εδάφιο 18, ο Θεός λέει θα του δώσω ένα βοηθό που να είναι όμοιος. Πιστεύω πως πιο καλή μετάφραση θα ήταν ‘βοηθός που να είναι αντίστοιχος με αυτόν.’ Θα δώσω, λέει ο Θεός, στον Αδάμ, ακριβώς αυτό που του χρειάζεται. Ο Θεός θέλει να έχει ο Αδάμ ένα σύντροφο κατάλληλο για τη ζωή του, ίσο στη φύση, ίσο στην αξία, ίσο στην αξιοπρέπεια, συμμέτοχο στην εικόνα και την ομοίωση του Θεού. Στο 1:27 διαβάζουμε: «Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον κατ’ εικόνα εαυτού, κατ’ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν, άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς». Ξεκάθαρα και οι δύο στέκονται ίσοι μπροστά στον Θεό.

Το δεύτερο που προσπαθεί να μας πει το κείμενο, είναι πως ανάμεσα στους δύο υπάρχει βαθιά ενότητα. Το γεγονός πως η γυναίκα πλάστηκε από το πλευρό του Αδάμ δίνει έμφαση στην βαθιά ενότητα που πρέπει να υπάρχει μέσα στο γάμο. Την ενότητα που ο Θεός θέλει επειδή οι δύο «γίνονται» μία σάρκα. Περισσότερα όμως για αυτό θα πούμε στο τέλος της σειράς αυτής.

Η υπόσχεση του Αδάμ

Έχοντας δείξει το πώς ο Λόγος του Θεού διδάσκει την ισότητα και την ενότητα ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα, ας προχωρήσουμε τώρα να μελετήσουμε τι είπε ο Αδάμ όταν ο Θεός του έφερε την σύζυγό του. Διαβάσαμε στο 2:23 πως ο Αδάμ είπε «Αυτό είναι επιτέλους κόκαλο από τα κόκαλα μου και σάρκα από τη σάρκα μου». Η ερώτησή μας είναι η εξής: Σε ποιον το λέει ο Αδάμ αυτό; Σε ποιον απευθύνεται; Στα ζώα ή στα δέντρα; Σε ποιον μιλάει; Μήπως τα λέει στα γυναίκα;

Ο Αδάμ τα λέει αυτά στον Θεό. Είναι μια σοβαρή διακήρυξη μπροστά στο Θεό. Είναι μια αναγνώριση της σχέσης που θα έχει με αυτή τη γυναίκα. Στους γάμους εδώ στην Αμερική, έχουμε κάποιο σημείο στη διάρκεια της τελετής όταν το ζευγάρι δίνει τις γαμήλιες υποσχέσεις ο ένας στον άλλον. Αυτά, λοιπόν, τα λόγια του εδαφίου 23 είναι οι πρώτες γαμήλιες υποσχέσεις που δόθηκαν ποτέ στην παρουσία του Θεού. Είναι η υπόσχεση, ο όρκος, με τον οποίο ο Αδάμ εισέρχεται σε σχέση διαθήκης με την γυναίκα του και μάρτυρας για αυτή τη σχέση είναι ο Θεός.

«Θεέ μου», υπόσχεται ο Αδάμ, «σου υπόσχομαι πως θα ζήσω με αυτή τη γυναίκα σε τέτοια οργανική ενότητα που αν κάτι της συμβεί θα είναι σαν να πήρε κάποιος από εμένα το δικό μου πλευρό, αλλά χωρίς αναισθητικό αυτή τη φορά. Θα την αγαπάω σαν το δικό μου σώμα, σαν τον εαυτό μου, σαν τη σάρκα μου».

Τα λόγια αυτά χρησιμοποιούνται και αλλού ως λόγια ενότητας και διαθήκης. Ο Ισραήλ είπε τα ίδια λόγια στον Δαβίδ, όταν πήγαν και τον βρήκαν στη Χεβρών και του ζήτησαν να γίνει βασιλιάς σε όλο τον Ισραήλ. Διαβάζουμε στο Β΄ Σαμουήλ 5:1[2]: «Και ήλθον πάσαι αι φυλαί του Ισραήλ προς τον Δαβίδ εις Χεβρών, και είπον, λέγοντες Ιδού οστούν σου, και σαρξ σου είμεθα ημείς». Τι εννοούν με αυτά τα λόγια; Εννοούν πως είμαστε ένα πράγμα. Διαβάστε τώρα στο εδάφιο 3, «Και ήλθον πάντες οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ προς τον βασιλέα εις Χεβρών, και έκαμεν ο βασιλεύς Δαβίδ συνθήκην (λάθος: διαθήκη λέει στο εβραϊκό, «μπερίθ») μετ’ αυτών εν Χεβρών ενώπιον του Κυρίου, και έχρισαν τον Δαβίδ βασιλέα επί τον Ισραήλ».

Με μικρές παραλλαγές  αυτή η έκφραση που δηλώνει στενή σχέση ενότητας βρίσκεται και στη Γένεση 29:14, «Και είπε προς αυτόν ο Λάβαν, Βέβαια οστούν μου και σάρξ μου είσαι…»  Επίσης διαβάστε μόνοι σας στους Κριτές 9:1-3 και Β΄ Σαμουήλ 19:13. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει ήδη κάποιου βαθμού συγγένεια και σχέση. Όμως, και εδώ ακριβώς βρίσκεται το σημαντικό στοιχείο, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η έκφραση αυτή έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας σχέσης αφοσίωσης και πιστότητας πολύ μεγαλύτερης από αυτή που θα είχαν ως συγγενείς.

Ο Αδάμ λοιπόν, καθώς ο Θεός του έφερε την Εύα έδωσε υποσχέσεις, γαμήλιους όρκους μπροστά στο Θεό και προχώρησε σε σχέση διαθήκης μαζί της. Και αφού το έκανε αυτό μπροστά στην παρουσία του Θεού διαβάζουμε στο εδάφιο 24, «Δια τούτο θέλει αφήσει ο άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα αυτού, και θέλει προσκολληθή εις την γυναίκα αυτού και θέλουσιν είσθαι οι δύο εις σάρκαν μίαν».

Προσέξτε τώρα, αυτό το εδάφιο είναι μοναδικό. Για να εκτιμήσουμε όμως τη σοβαρότητα του πρέπει να έχουμε υπόψη μας το εξής. Πουθενά αλλού στην λογοτεχνία εκείνης της εποχής, στην Αρχαία Μέση Ανατολή, πουθενά, ο άνδρας δεν δίνει τέτοιες υποσχέσεις. Παντού η πρώτη υποχρέωση του αγοριού όταν γίνεται άντρας ήταν οι γονείς του. Η γυναίκα άφηνε τον πατέρα και την μητέρα της. Εδώ, όμως, το βάρος είναι στον άντρα. Ο σύζυγος αφήνει τους γονείς. Όχι μόνο ‘σωματικά,’ αλλά και ‘ψυχικά.’ Στον αρχαίο κόσμο, τα πιο σημαντικά πρόσωπα στα οποία ο άντρας έπρεπε να μένει πιστός ήταν οι γονείς. Στη Γραφή αλλάζει αυτό. Ο Θεός λέει πως το νέο πρόσωπο στο οποίο υπόσχεσαι πιστότητα είναι η γυναίκα σου. Η πρώτη προτεραιότητα αλλάζει. Η σύζυγος γίνεται το ύψιστο αντικείμενο πιστότητας.

Τι σημαίνει αυτό; Να σας πω τι σημαίνει αν και υπάρχει ο κίνδυνος να διαφωνήσετε μαζί μου. Δεν σημαίνει πως το ζευγάρι δεν τιμά τους γονείς. Αντιθέτως τους τιμά και τους σέβεται. Σημαίνει όμως πως δεν χρειάζεται την έγκρισή τους για τίποτε μετά το γάμο. Για παράδειγμα, αν στο νέο σου σπίτι, η γυναίκα σου θέλει το σαλόνι πράσινο και η μητέρα σου το θέλει άσπρο, θα το βάψεις πράσινο. Η σύζυγός σου έρχεται πρώτη.  Αν μεγαλώνοντας τα παιδιά σας βολεύει την γυναίκα σου να τα αφήνει να πασαλείβονται για να μάθουν να τρώνε, αλλά η μαμά σου το θεωρεί απαράδεκτο, θα υπερασπίσεις την πρακτική της γυναίκας σου.

Το ίδιο βέβαια ισχύει και με τις άλλες μας προτεραιότητες. Η δουλειά σου δεν μπορεί να έρχεται πριν από τη γυναίκα σου, όπως και οι απαιτήσεις του αφεντικού σου. Δεν παντρεύεσαι τη δουλειά σου, όσο σοβαρή και αν είναι αυτή.

Για να έχουμε στο μυαλό μας ένα παράδειγμα σχετικό με το πόσο σοβαρός είναι ο Λόγος του Θεού στο θέμα της προτεραιότητας της συζύγου, διαβάζουμε στο Δευτερονόμιο 24:5«Εάν τις νεωστί λάβη γυναίκα, δεν θέλει εξέλθει εις πόλεμον, και δεν θέλει επιφορτισθεί επ’ αυτόν ουδέν, αλλά ελεύθερος θέλει είσθαι εν τη οικία αυτού εν έτος, και θέλει ευφράνει την γυναίκα αυτού την οποίαν έλαβε». Φανταστείτε, οι εχθροί μπορεί να έρχονταν, οι Φιλισταίοι για να τους καταλάβουν, αλλά κανένας που είχε παντρευτεί λιγότερο από ένα χρόνο δεν θα πήγαινε να πολεμήσει. Αν ήσουν νιόπαντρος μπορούσες να πεις, «παιδιά συγνώμη, πηγαίνω στη γυναίκα μου». Ο Νόμος του Μωυσή το ζητούσε από τους Ισραηλίτες! Δεν σας κάνει εντύπωση το θέλημα του Θεού στο θέμα αυτό;  Η πιστότητα στη γυναίκα σου έρχεται πρώτη. Είσαι σε διαθήκη μαζί της!

Από την άλλη μεριά, βέβαια, όχι μόνο αφήνεις την πρώτη οικογένεια, αλλά «προσκολλάσαι» στη γυναίκα σου. Τα πιο πολλά προβλήματα αδελφοί μου ανάμεσα στα ζευγάρια υπάρχουν επειδή ο ένας από τους δύο είτε δεν άφησε το σπίτι του σωστά και εξαρτάται από τους γονείς του και το τι θα πουν σε επικίνδυνο βαθμό, είτε δεν προσκολλήθηκε στον άντρα της, ή στη γυναίκα του.

Και πάλι η ευθύνη για την προσκόλληση έρχεται στον άντρα πρώτα. Ο άντρας θα αγαπήσει τη γυναίκα του και θα προσκολληθεί σ’ αυτήν. Έτσι θα την κερδίσει. Όπως έκανε ο Χριστός με την εκκλησία. Τον αγαπούμε λέει, στην Α΄ Ιωάννου γιατί αυτός πρώτος μας αγάπησε (4:19). Πρώτος ο άντρας αγαπάει την γυναίκα του, και η γυναίκα ανταποκρίνεται.

Και τέλος διαβάσαμε στο 2:24 πως οι δύο γίνονται σάρκα μία. Δεν γίνονται ένας άνθρωπος. Δεν χάνουν την προσωπικότητά τους. Γίνονται όμως μια σάρκα. Εσύ άνδρα, φέρεσαι στη γυναίκα σου όπως θα φερόσουν στο δικό σου σώμα γιατί είναι δικό σου σώμα, είναι το δικό σου πλευρό. Τρομερό παράδειγμα!!!

Για σκεφτείτε, το χέρι μου δεν παραπονιέται όταν το σηκώνω με το πιρούνι και βάζω το φαγητό στο στόμα μου. Το έκανα σήμερα το πρωί. Δεν σκέφτηκα: «Για ένα λεπτό, τρεις φορές το έκανα αυτό εχτές. Φτάνει πια!» Όσες φορές χρειαστεί να φάω, τρώω και δεν παραπονιέται το χέρι μου.

Ή, σκεφτείτε πως καρφώνω κάτι, και το χέρι μου κατά λάθος ξεφεύγει και με το σφυρί χτυπάω το άλλο μου χέρι. Τα μέλη του σώματος μου δεν κρατάνε λογαριασμό στα υπόλοιπα μέλη. Δεν παίρνω το σφυρί στο χτυπημένο χέρι για να εκδικηθώ το «κακό» χέρι που με χτύπησε!

Αν το βρίσκεις δύσκολο να φέρεσαι στη γυναίκα σου, με τον ίδιο τρόπο που φέρεσαι στο σώμα σου, δεν έχεις καταλάβει τι είναι ο γάμος. Διαβάζουμε στην Εφεσίους 5:28-29, «Ούτω χρεωστούσι οι άνδρες να αγαπώσι τας εαυτών γυναίκας, ως τα εαυτών σώματα. Όστις αγαπά την εαυτού γυναίκα, εαυτόν αγαπά, διότι ουδείς εμίσησε ποτέ την εαυτού σάρκα, άλλ’ εκτρέφει και περιθάλπει αυτήν, καθώς και ο Κύριος την εκκλησίαν».

Παρόμοια, αν δεν προσέξω και χτυπήσει το κεφάλι μου σε κάποια γωνία δεν γελάω, δεν ειρωνεύομαι τον εαυτό μου. Δεν λέω, «εγώ στο είπα, δεν κοίταζες, τώρα κοίτα τι έπαθες, καλά να πάθεις!» Είναι αδιανόητο έτσι; Το κάνουμε όμως με τις γυναίκες μας. Αν χτυπήσω κάπου, όλο το σώμα μου πονάει. Αν η γυναίκα μου πονάει, εγώ δεν γελάω. Αν γελάω δεν έχω καταλάβει τι είναι γάμος και τι σημαίνει  διαθήκη.

Επίσης, σήμερα το πρωί, το χέρι μου δεν ζήλεψε το άλλο μου χέρι. Ούτε το πόδι μου ζηλεύει το κεφάλι μου. Ολόκληρος χαίρομαι όταν κάποιος με επαινεί. Δεν ζητώ να γελάσω εις βάρος του εαυτού μου. Αν ειρωνεύομαι εις βάρος της γυναίκας μου, αν εγώ θέλω να φαίνομαι καλός εξαιτίας μιας αδυναμίας της που ξεσκεπάζω, δεν έχω καταλάβει τι είναι γάμος.

Τέλος σκεφτείτε τη συγχώρεση. Αν δαγκώσω τη γλώσσα μου, της κρατώ κακία; Το θυμάμαι ξανά; Παίρνω ένα σφυρί να σπάσω τα δόντια μου, που μου δάγκωσαν τη γλώσσα, έτσι για να ανταποδώσω τα ίσα; Ποτέ δεν εκδικούμαστε τα μέλη του σώματος μας για κάτι στραβό που έγινε. Η συγχώρεση είναι αυτόματη. Το ίδιο και την γυναίκα μας. Αν δεν συγχωρείς αυτόματα, δεν έχεις καταλάβει τι είναι γάμος.

 Επίλογος

Τι είναι λοιπόν ο γάμος;  Ο γάμος είναι διαθήκη ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα με το Θεό να είναι μάρτυρας. Ο Θεός κάνει τους γάμους. Αυτός μας ενώνει. Αν θέλεις η γυναίκα σου να υποτάσσεται σε σένα όπως η Εκκλησία στον Χριστό, τότε να νοιάζεσαι και να την αγαπάς όπως ο Χριστός αγάπησε την Εκκλησία. Αν χρειαστεί να δώσεις ακόμη και την ζωή σου για αυτήν. Αν χρειαστεί να σε κόψουν εκατό κομμάτια για χάρη της, να το κάνεις. Ο Χριστός έκανε το ίδιο.

 

Και να θυμάσαι πως ακόμη και αν το κάνεις, εσύ το κάνεις για κάποια με την οποία ήδη ζεις για κάποια που ήδη σε αγαπάει. Ενώ ο Χριστός πέθανε για μας, για σένα και για μένα, για την εκκλησία, ενώ ήμασταν ακόμη αμαρτωλοί.

Τι είναι ο γάμος; Είναι μια διαθήκη, ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, ένα άνδρα και μια γυναίκα, μια διαθήκη που την ξεκινούν και την ζουν κάτω από την επικύρωση, κυριαρχία, και εποπτεία του Θεού.   Ì

     

 Εγκράτεια

του κ. Ευ. Μήτση

«Ο δε καρπός του Πνεύματος είναι αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια». (Γαλ. 4:22)

 Εγκράτεια είναι η ιδιότητα του να είναι κάποιος κυρίαρχος του ευατού του. Στη νεώτερη γλώσσα μας εγκράτεια σημαίνει κυρίως την ιδιότητα του να κυριαρχεί κάποιος επί των αισθήσεών του που ρέπουν προς τις ηδονές.

Η εγκράτεια επομένως στον Άγιο Λόγο του Θεού σημαίνει την κυριαρχία του πνεύματός μας με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος, επί όλου του ψυχοσωματικού μας είναι.

Αν και ο άνθρωπος έγινε από το Θεό «καλός λίαν», η αμαρτία διέστρεψε το χαρακτήρα του και έτσι «ο λογισμός της καρδίας του ανθρώπου είναι κακός εκ νηπιότητος αυτού». (Γεν. 8:21)

Ο άνθρωπος πλέον εκ φύσεως φέρει μια «καρδιά» που είναι «αμαρτωλή και σφόδρα διεστραμμένη» και ένα σώμα αδύνατο, που κυριαρχείται από ένστικτα, τα οποία πρέπει να κρατηθούν στο μέτρο.

Στον άνθρωπο, που μετανοεί και πιστεύει στο Ευαγγέλιο, ο Ιησούς Χριστός εμφυτεύει δια του Αγίου Πνεύματος μία νέα φύση. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι ο Χριστιανός είναι δισυπόστατος άνθρωπος. Έχει δύο φύσεις, δηλαδή, την «εν Χριστώ κτισθείσα» και τον «παλαιό άνθρωπο» ή «σάρκα», όπως λέγεται στην Αγία Γραφή.

Μεταξύ των δύο αυτών φύσεων διεξάγεται ένας συνεχής πόλεμος, γι’ αυτό ο πραγματικός Χριστιανός αισθάνεται μέσα του αυτόν τον συνεχή αγώνα, αυτή την εσωτερική πάλη, που περιγράφει και ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του (κεφ. 7 και ιδιαίτερα στα εδάφια από 15 μέχρι τέλους του κεφαλαίου).

Αγώνας, λοιπόν, είναι η ζωή του Χριστιανού, ένας αγώνας εσωτερικός και εξωτερικός. Εσωτερικός προς τον «παλαιό άνθρωπο» και εξωτερικός προς τις διάφορες αντιξοότητες, τους πειρασμούς, της προκλήσεις και τις παγίδες της ζωής.

Σ’ αυτή την προσπάθεια, σ’ αυτό τον αγώνα για τι χαλιναγώγηση του σαρκικού εγώ παίζει μεγάλο ρόλο η εγκράτεια. Εγκράτεια, λοιπόν, μπορούμε να πούμε είναι η κυριαρχία της αγίας θελήσεώς μας επάνω στα πάθη, στις προσωπικές προτιμήσεις, στα γούστα, στις αδυναμίες, στις επιθυμίες (νόμιμες ή παράνομες), ακόμη και στις ανάγκες μας, που όταν ξεπερνούν το μέτρο έρχονται σ’ αντίθεση με το θέλημα του Θεού. Είναι η κυριαρχία της καλής θελήσεώς μας επάνω στην κακή θέλησή μας. Είναι η ωραία εκείνη δύναμη, που μας δίνει τη δυνατότητα, να συγκρατούμε τον εαυτό μας μέσα στα λογικά και νόμιμα όρια και να τον προφυλάσσουμε από υπερβολές, ακρότητες και ανεπίτρεπτες κατολισθήσεις.

Αυτή την ιδιότητα του πιστού ανθρώπου τη χορηγεί το Άγιο Πνεύμα, είναι δηλαδή καρπός του Αγίου Πνεύματος.

Το Άγιο Πνεύμα χορηγεί και τελειοποιεί την εγκράτεια του Χριστιανού ανθρώπου, που περιλαμβάνει όλο το πνευματικό, ψυχικό και σωματικό είναι του ανθρώπου. Γι’ αυτό και κατά τον αείμνηστο καθγητή της Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Παναγιώτη Τρεμπέλα, «η εγκράτεια είναι εγκράτεια παντός πονηρού και ουχί βρωμάτων μόνο».

Σαν τέτοια αρετή, λοιπόν, που είναι η εγκράτεια δίνει τη δυνατότητα ν’ αναπτυχθούν και να είναι αποτελεσματικές όλες οι άλλες αρετές, ενώ όποιος Χριστιανός δεν έχει εγκράτεια μοιάζει με μία μπολιασμένη ελαία, που όμως την καταπνίγουν οι κλάδοι της άγριας ελαίας. Η εγκράτεια μοιάζει με τη δύναμη εκείνη που κόβει τους κλάδους της άγριας ελαίας για να δώσει τη δυνατότητα στο μπόλι της ήμερης ελαίας ν’ αναπτύξει τους δικούς του κλάδους. Μοιάζει ακόμη η εγκράτεια με το χαλινό του αλόγου, που κρατά ο αναβάτης και του δίνει τη δυνατότητα να έχει τη σωστή πορεία. Για φανταστείτε αναβάτη αλόγου, του οποίου το άλογο τρέχει ξέφρενα, όπου θέλει. Τίποτε καλό δεν προσδοκά αυτός ο αναβάτης.

Η καρποφορία του πιστού, η εκδήλωση των άλλων αρετών του δυσκολεύεται, όταν πάσχει η εγκράτεια. Είναι σαν τον αετό που του λείπει η ουρά του. Ενώ έχει όλα τ’ άλλα στοιχεία για να πετάξει σε ύψη απροσμέτρητα, καταντά σαν μια κωμική κότα, επειδή του λείπει η ουρά του.

Ας φαντασθούμε έναν ευαγγελιστή, έναν ταλαντούχο άνθρωπο του Θεού, προικισμένο με πολλά χαρίσματα, που δεν μπορεί όμως, να συγκρατήσει την, έστω δίκαιη, οργή του και ξεπερνά τα όρια. Γιατί όπως γνωρίζουμε «η οργή του ανθρώπου δεν εργάζεται τη δικαιοσύνη του Θεού» (Ιακ. 1:20), επειδή το αποτέλεσμα της οργής του ανθρώπου είναι συνήθως, να παρασυρθεί ο άνθρωπος σε ανεπίτρεπτες εκφράσεις και ενέργειες, αν και ξεκινά προσπαθώντας, να υπερασπισθεί μία δίκαιη υπόθεση. Η οργή τον σύρει πέρα από τα όρια του επιτρεπτού. Το αποτέλεσμα βέβαια είναι πάντα καταστροφικό και αντί για οικοδόμηση έχουμε κατεδάφιση. Η εγκράτεια συγκρατεί κάθε τι άπρεπο και αμαρτωλό που τείνει να εξέλθει από μας και δίνει τη δυνατότητα να φανεί το ωραίο και το αγαθό.

Η εγκράτεια έχει τη θέση της σε πολλά πράγματα και καταστάσεις της ζωής του Χριστιανού. Για να καταλάβουμε καλύτερα το έργο της ας δούμε την εγκράτεια σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Αφού αναφερθήκαμε στο παράδειγμα της οργής, ας δούμε πώς ενεργεί η εγκράτεια στην περίπτωση αυτή, για να κατανοήσουμε καλύτερα το ρόλο της. Φυσικά δεν πρέπει να την συγχέουμε με την πραότητα. Στην περίπτωση της οργής η εγκράτεια συγκρατεί την οργή του ανθρώπου και δεν της επιτρέπει να περάσει τα όρια. Η πραότητα στην περίπτωση είναι το επόμενο της εγκρατείας. Η πραότητα δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα της ήρεμης, της όμορφης, της Χριστιανικής αντίδρασης. Όταν έχουμε εγκράτεια και δεν έχουμε πραότητα, συγκρατούμαστε βέβαια από την εγκράτεια ως προς την οργή, αλλά δεν έχουμε τη δυνατότητα, να προχωρήσουμε σε κάτι εποικοδομητικό.

Το έργο της εγκρατείας έχει μεγάλο φάσμα και πρέπει να εκδηλώνεται την κατάλληλη στιγμή σε όλες τις πλευρές της ανθρωπίνης προσωπικότητας. Όπου λείπει η εγκράτεια έχουμε τραγωδίες, έστω και αν αργότερα με τη δύναμη του Θεού προσπαθούμε να τις διορθώσουμε.

Θα αναφέρουμε δύο περιπτώσεις ανδρών της Παλαιάς Διαθήκης, που τους έλειψε, έστω και προσωρινά, η εγκράτεια, τι αποτελέσματα είχαν.

Ο Δαυίδ και ο Σαμψών είναι δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Σε μια στιγμή που το ερωτικό πάθος τους ξέφυγε από τους φραγμούς της εγκράτειας και οι δύο δημιούργησαν τραγωδίες. Οι ιστορίες και των δύο αυτών ανδρών είναι γνωστές και δεν χρειάζεται να τις επαναλάβουμε εδώ.

Σ’ ένα άλλο βιβλικό πρόσωπο η έλλειψη εγκράτειας, την κατάλληλη στιγμή, του στοίχισε τα πρωτοτόκια και την ευλογία, να γινόταν γενάρχης της φυλής από την οποία θα ερχόταν στον κόσμο ο Χριστός. Είναι ο Ησαύ. Ασυγκράτητος εμπρός σ’ ένα πιάτο φακής τα πρόσφερε όλα στον καιροφυλακτούντα αδελφό του Ιακώβ.

Η εγκράτεια θωρακίζει το Χριστιανό από πολλούς κινδύνους. Κλείνει την πόρτα της σκέψης απέναντι σε άπρεπους και επικίνδυνους λογισμούς. Βάζει φραγμό στη γλώσσα του Χριστιανού και τον προστατεύει από του να «πταίει εις λόγον» και δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι μεταξύ των μελών μας «η γλώσσα είναι η μολύνουσα όλον το σώμα». Η γλώσσα είναι που βάζει φωτιά στον τροχό της ζωής και φέρνει τη φωτιά της γέενας κοντά μας, όπως λέει ο Ιάκωβος (3:6). Ο Χριστιανός πρέπει συνεχώς να επαγρυπνεί και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος να ελέγχει τους λόγους του, αφού ακόμη και για «πάντα αργό λόγο, θέλουμε δώσει λόγο». Ακόμη και οι αρχαίοι Έλληνες, που δεν είχαν την υπέροχη διδασκαλία του Ευαγγελίου του Χριστού, υπογράμμιζαν την ανάγκη να ελέγχουμε ποιος λόγος φεύγει από το φράγμα (έρκος) των οδόντων μας.

Η εγκράτεια ακόμη θωρακίζει το Χριστιανό απέναντι στους κινδύνους που προέρχονται από τις ορμές του σώματος που είναι ισχυρές για να συνεχισθεί η ζωή. Μια τέτοια ορμή είναι η ορμή της αναπαραγωγής. Όταν δεν ελέγχεται οδηγεί το Χριστιανό σε αμαρτωλές, άδικες και ψυχοφθόρες πράξεις, που έχουν επιπτώσεις τόσο στον ίδιο, όσο και στους οικείους του και στο περιβάλλον του. Ένα άλλο ισχυρό ένστικτο είναι το ένστικτο της ανάγκης για φαγητό και ποτό. Κι αυτό όταν δεν ελέγχεται από την εγκράτεια έχει πολύ άσχημες επιπτώσεις στη ζωή του Χριστιανού. Πώς μπορεί π.χ. να υπηρετήσει τον Κύριο ένας μέθυσος;

Ο Χριστιανός γνωρίζει ότι η υποδούλωση στη σάρκα οδηγεί σε φοβερά αμαρτήματα, για τα οποία έρχεται η οργή του Θεού (Εφ. 5:6).

Ο Χριστιανός δίνει ένα συνεχή αγώνα με τη χάρη του Θεού, να καλλιεργήσει την εγκράτεια, να έχει την εγκράτεια, όπως βέβαια να καλλιεργήσει και να έχει και τις άλλες ευλογημένες ιδιότητες, που αποτελούν τον καρπό του Αγίου Πνεύματος, σε όσους πιστεύουν και αγωνίζονται στην υπακοή του Ιησού Χριστού. Κι έτσι καρποφορεί μέσα του και στη ζωή του η εγκράτεια. Ζει σ’ εξάρτηση από τον Ιησού Χριστό, ζει βίο αγνό, νηφάλιο, ήρεμο, σώφρονα και εγκρατή και νοιώθει ελεύθερος, ελεύθερος από πάθη και αδυναμίες. Κι όπου βλέπει ότι δεν τα καταφέρνει αγωνίζεται περισσότερο. Ταπεινώνεται περισσότερο και συντετριμμένος ζητεί από Εκείνον που μπορεί να τον τελειοποιήσει, να του δώσει αύξηση σε ό,τι καλό έχει ελλιπές. Το Πνεύμα το Άγιο, που τον κατευθύνει σ’ αυτόν τον ωραίο αγώνα, του ψιθυρίζει πως αυτός ο δρόμος, ο δρόμος της συνεχούς τελειοποίησης, είναι ο δρόμος της ελευθερίας, γιατί «όπου το Πνεύμα του Κυρίου εκεί ελευθερία» (Β΄ Κορ. 3:17).

Πρέπει να γνωρίζουμε ακόμη πως η Χριστιανική πίστη δεν είναι κάτι στατικό, αλλά είναι μία δυναμική στη ζωή του ανθρώπου, που έχει ως συνέπεια την συνεχή τελειοποίησή του ώστε να μοιάσει του Θεού. «Έστε τέλειοι καθώς ο Πατήρ σας, ο εν τοις ουρανοίς είναι τέλειος» είπε ο Κύριός μας (Ματθ. 5:48). Γι’ αυτό και η εγκράτεια, όπως και όλα τα στοιχεία του καρπού του Αγίου Πνεύματος δεν είναι ούτε ομοιόμορφα ούτε στον ίδιο βαθμό ανεπτυγμένα σε κάθε Χριστιανό, όπως ένα σταφύλι που δεν ωριμάζει ούτε ξαφνικά ούτε ομοιόμορφα. Και πρέπει με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος καθένας μας, να διακρίνουμε, πού υστερούμε, και να αγωνιζόμαστε με τα μέσα της χάρης του Χριστού, να ομοιάσουμε προς το πρότυπο, Εκείνον που είναι «ο Αρχηγός και τελειωτής της πίστεως» (Εβρ. 12:2).   Ì

 

Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΣΩΣΤΗ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ

 

του αιδ. Μ. Μελετιάδη

 

I. Εισαγωγή

Ο σκοπός του άρθρου αυτού δεν είναι να αμφισβητήσει θεμελιώδη δόγματα της Χριστιανικής Εκκλησίας αναφορικά με τα Ιερά της Κείμενα.  Ο γράφων πιστεύει ότι μια σωστή ερμηνευτική της Αγίας Γραφής πρέπει να βασίζεται στην δεδομένη θεοπνευστία της και στο αλάθητο των αρχικών της κειμένων.  Όμως, η ερμηνευτική του Θείου Λόγου δεν πρέπει να περιορίζεται ούτε να καταναλώνεται στις παραπάνω δεδομένες αρχές αγνοώντας έτσι σημαντικούς κανόνες ερμηνευτικής.  Αντίθετα, επειδή ακριβώς είναι θεόπνευστος και αλάνθαστος πρέπει η ερμηνευτική να λαμβάνει υπ’ όψιν κι άλλους σοβαρούς παράγοντες έτσι ώστε ο χριστιανός να οδηγείται στην Αλήθεια και όχι σε μια ιεροποιημένη γνώμη κάποιου σύγχρονου Ορθόδοξου, ή Καθολικού, ή Διαμαρτυρόμενου ’γκούρου’.  Μόνο τότε η ανακαλυμμένη Αλήθεια θα αντέξει στις ιστορικό-γεωγραφικές προκλήσεις καθιστώντας την Διαχρονική και ταυτόχρονα Καθολική!

Στην περικοπή Β΄ Προς Τιμόθεο 2,15-19 ο απ. Παύλος καλεί τον Τιμόθεο μεταξύ άλλων να δείξει τον εαυτό του, ‘’εργάτην … ορθοτομούντα τον λόγον της αληθείας’’.  Με απλά λόγια τον καλεί να κάνει σωστή ΕΡΜΗΝΕΙΑ της Αλήθειας σε αντίθεση με κάποιους άλλους που δεν κάνουν.  Κι αυτό, διότι η Αλήθεια επηρεάζει τον τρόπο ζωής του χριστιανού.  Η σχέση μεταξύ της Αλήθειας από τη μια και της Ζωής από την άλλη είναι συνυφασμένη με τη Μέθοδο ή τη Διαδικασία μέσω της οποίας αυτή ανακαλύπτεται κι εφαρμόζεται στη ζωή.  Σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο εκείνοι που δεν ορθοτομούν (ερμηνεύουν ορθά) τον Λόγο:

α.  Αποπλανώνται από την Αλήθεια

β.  Η ζωή τους χαρακτηρίζεται από ασέβεια

γ.  Γκρεμίζουν την πίστη κάποιων

Ως αποδεικτικό παράδειγμα του επιχειρήματός του παρουσιάζει το θέμα της Αναστάσεως, την οποία ο Υμέναιος και ο Φιλητός υποστηρίζουν ότι έχει ήδη γίνει.  Η περικοπή, λοιπόν, εν συντομία ζωντανεύει και παρουσιάζει ένα θέμα που παίζει σημαντικό ρόλο στην αναζήτηση της Αλήθειας του Λόγου του Θεού.

Για τον Παύλο η σωστή ερμηνευτική (δηλαδή η ορθοτόμηση) οδηγεί τον μελετητή στην Αλήθεια η οποία πρέπει να διέπει κάθε του σχέση.  Όπως,

Α.  Η ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ ΤΟΥ

Η Αλήθεια είναι εκείνο το στοιχείο που ο Θεός απαιτεί στη λατρεία του Ονόματός Του.  Ο Ιησούς Χριστός είπε ότι οι προσκυνητές του Θεού ‘’εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν’’ (Κατά Ιωάννην 4.24).  Εάν όμως η ερμηνευτική μέθοδος που κάποιος ακολουθεί δεν οδηγεί στην Αλήθεια του Λόγου (κι αυτό είναι δυνατόν να γίνει σύμφωνα με τα παραπάνω λεγόμενα του Παύλου), τότε δεν θα γνωρίσει αυτόν τον Θεό όπως αντικειμενικά παρουσιάζεται στο Λόγο Του.  Ως εκ τούτου το άτομο θα γνωρίσει ή μάλλον θα καταλήξει να δημιουργήσει έναν Θεό της φαντασίας του που δεν είναι τίποτε άλλο από ένα ΕΙΔΩΛΟ.  Με αποτέλεσμα να μην μπορεί να Τον λατρεύσει ‘’εν αληθεία’’.

Β.  Η ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΤΟΥ

Ο Λόγος του Θεού προσφέρει ένα πλαίσιο και κάποιες αρχές που διέπουν τη σχέση του χριστιανού με τον πλησίον (σύζυγο, παιδιά, γονείς, εργοδότες, εργαζόμενους, αλλοεθνείς, αλλόθρησκους, κλπ).  Είναι αδύνατο η λατρεία που ο χριστιανός προσφέρει στον Θεό του να γίνει αποδεκτή στην απουσία λυτρωτικής σχέσης με τον πλησίον του.  Γι’ αυτό το λόγο, η ερμηνευτική του Λόγου του Θεού που το άτομο ακολουθεί, δηλαδή το πώς ερμηνεύει τα χωρία εκείνα της Γραφής που αφορούν τη σχέση του με τον πλησίον, θα τον οδηγήσει στο να διαμορφώσει ανάλογη αντίληψη και συσχετισμό.

Γ.  Η ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ

Ο Ιησούς Χριστός είπε, ‘’θα γνωρίσετε την αλήθεια και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει’’ (Κατά Ιωάννην 8.32).  Ο Χριστός δεν περιορίζει την ελευθερία μόνο σε μια πτυχή της ζωής του ανθρώπου, αλλά αντίθετα την επεκτείνει σε κάθε πτυχή της ζωής καθώς ο άνθρωπος είναι, Σώμα, Ψυχή, Πνεύμα.  Έτσι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Κυρίου, η ελευθερία (φυσική, διανοητική, πνευματική) αποτελεί προϋπόθεση για μια αυθεντική ζωή.  Δυστυχώς, πολλοί πιστοί δεν απολαμβάνουν αυτήν την αυθεντικά ελεύθερη χριστιανική ζωή που η Αλήθεια του Χριστού θέλει να προσφέρει.  Αντίθετα, είναι δέσμιοι της γνώμης των ανθρώπων και όχι του Λόγου είτε επειδή δεν Τον μελετούν, είτε επειδή δεν Τον ερμηνεύουν σωστά.  Βέβαια, ελευθερία δεν σημαίνει ασυδοσία που είναι δέσμευση στα πάθη του ανθρώπου, αλλά ελευθερία που η Αλήθεια του Χριστού χαρίζει από τα πάθη του ατόμου και τα δεσμά που άλλοι επιθυμούν να θέσουν.

Η ελευθερία, σύμφωνα με τη ρύση του Κυρίου, αποτελεί τον καρπό, το παράγωγο της Αλήθειας.  Οπότε εάν κάποιος δεν την γνωρίζει τότε είναι δέσμιος είτε ανθρώπων, είτε ιδεών, είτε καταστάσεων.  Άρα, η γνώση της αποτελεί την προϋπόθεση για την φυσική, ψυχική και πνευματική ελευθερία που ο Ιησούς Χριστός θέλει να προσφέρει στο άτομο μέσω το Λυτρωτικού Του Μηνύματος.  Όμως, η ανακάλυψη της Αλήθειας, δηλαδή το τι πραγματικά λεει ο Λόγος του Θεού σε κάποιο συγκεκριμένο θέμα ή χωρίο, είναι αποτέλεσμα, όσο κι’ αν αυτό ενοχλεί την ‘πνευματικότητα’ κάποιων, σωστής ερμηνευτικής τακτικής.  Η ερμηνευτική τακτική είναι το εργαλείο, το μέσο, η διαδικασία, ‘ο δρόμος’ με τον οποίο ο μελετητής προσπαθεί να φτάσει σ’ αυτήν.  Όπως στην εμπειρία της ζωής ο λανθασμένος δρόμος οδηγεί πάντα σε λάθος σημείο το ίδιο ισχύει και με την αναζήτηση της Αλήθειας του Λόγου του Θεού.  Άρα, ο δρόμος για την Ιθάκη είναι εξ ίσου σπουδαίος όσο και η ίδια η Ιθάκη.

Βέβαια, όλοι έχουν κάποια ερμηνευτική μέθοδο.  Τούτο δεν σημαίνει ότι όλες είναι σωστές.  Κι αυτό για τον απλούστατο λόγο διότι οι διάφορες ερμηνευτικές τακτικές οδηγούν σε διαφορετικές ερμηνείες της Αλήθειας και στη συνέχεια σε διαφορετικές θεολογίες και τέλος στην διαίρεση της Εκκλησίας.  Άραγε, όταν ο Κύριος υποσχόταν στην Εκκλησία ‘’και γνώσεσθε την αλήθειαν, και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς’’ ήταν αυτός ο σκοπός Του, το έκτρωμα της διαίρεσης που πλήγωσε και συνεχίζει να πληγώνει την Εκκλησία εξαιτίας λανθασμένων ερμηνειών του Λόγου?

Τώρα ίσως κάποιος ρωτήσει, ’Γιατί όλα αυτά; Δεν γνωρίζουμε την Αλήθεια; Όταν διαβάζω το Λόγο του Θεού τον δέχομαι ως την Αλήθεια (βέβαια το πρόβλημα δεν είναι εάν το δέχομαι ως την Αλήθεια αλλά τι καταλαβαίνω ότι είναι η Αλήθεια;);’  Ακόμη, συχνά – πυκνά ακούγεται, με αρκετή δόση ισχυρογνωμοσύνης και πνευματικού κομπασμού, η φράση, ‘Αυτό λεει ο Λόγος του Θεού!’  Και αναρωτιέται κανείς όχι μόνο εάν πραγματικά αυτό λεει ο Λόγος του Θεού αλλά και πώς έχει αντληθεί η εκφραζόμενη θέση.  Αναρωτιέται κανείς, ποιος έθεσε όλους αυτούς που μιλούν εν ονόματι του κειμένου, καθώς το καταστρατηγούν, πληρεξούσιούς του;[3]

Αλήθεια, τι λεει ο Λόγος του Θεού σε μια σωρεία θεμάτων όπως,

1.       Η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου σε αντίθεση με την Κυρίαρχη εκλογή του Θεού

2.       Το βάπτισμα

3.       Το διαζύγιο και το γάμο μετά από διαζύγιο

4.       Το δέκατο

5.       Τα χαρίσματα

6.       Το ‘’πληρούσθε εν Πνεύματι’’ του Παύλου (Εφεσ. 5.18) και το βάπτισμα εν Πνεύματι

7.       Σχετικά με τη 2η έλευση του Χριστού

8.       Για τη διοίκηση της Εκκλησίας

9.       Για την θεότητα του Ιησού Χριστού

10.    Για τη θέση της γυναίκας μέσα στην Εκκλησία

11.    Για το ‘’υποτάσεσθε’’ του Παύλου προς την γυναίκα και για το ‘’αγαπάτε’’ του Παύλου προς τον άνδρα

12.    Για τη σχέση κράτους και Εκκλησίας

13.    Για το Δείπνο του Κυρίου

14.    Τι λεει ο Λόγος του Θεού στα παρακάτω τρία ενδεικτικά σημεία:

α.  Μάρκος 13.5-24 – Ποια τα σημεία του ερχομού Του;[4]

β.  Μάρκος 16.9-20 – Ποιος ο ρόλος του Βαπτίσματος και των σημείων στη σωτηρία;

γ.  Α΄ Προς Τιμόθεο 2.9-15 – Ποιες οι προϋποθέσεις για τη σωτηρία της γυναίκας;

Βλέπετε, το πρόβλημα δεν είναι η ΑΛΗΘΕΙΑ η οποία μένει στερεή (Β΄ Τιμ.2.19) αλλά το πώς το άτομο προσεγγίζει κι ερμηνεύει την Αλήθεια με την οποία έρχεται αντιμέτωπο.  Το γεγονός ότι ο Κύριος αφήνει αναπάντητο το ερώτημα του Πιλάτου ‘’τι εστίν αλήθεια;’’ (Κατά Ιωάννην 18.38) δεν σημαίνει ότι η Αλήθεια είναι κάτι το ομιχλώδες και το άτομο είναι ελεύθερο να την ερμηνεύσει όπως θέλει.  Ο Κύριος δεν απαντά διότι δεν χρειαζόταν να απαντήσει σε κάποιον που γνώριζε την αλήθεια περί του Ιησού Χριστού αλλά για χάρη του πλήθους και των φιλοδοξιών του θέλησε να την σκοτώσει από την αρχή διότι έθιγε τα συμφέροντά του.

Είναι απαραίτητο, λοιπόν, για να μπορέσει το άτομο να πλησιάσει την Αλήθεια να έρθει αντιμέτωπο με το πρόβλημα, να αναγνωρίσει ότι υπάρχει πρόβλημα.  Η αναγνώριση της ύπαρξης του προβλήματος αποτελεί το ήμισυ της λύσης και την αρχή της.  Έτσι το άρθρο αυτό δεν φιλοδοξεί να προσφέρει καμιά λύση αλλά μάλλον να ζωντανέψει το πρόβλημα στο νου του αναγνώστη.  Τις προτάσεις για λύση του ερμηνευτικού προβλήματος των Ιερών Κειμένων θα τις προσφέρουν ειδικότεροι στο θέμα από τον γράφοντα στα επόμενα τεύχη του Αστέρος.

Γεννιέται το πολύ καλό ερώτημα, ‘’Γιατί να μην υπάρχει ταύτιση ερμηνειών πάνω στο ίδιο θέμα, στο ίδιο εδάφιο;’’  Η απάντηση πρέπει να την αναζητηθεί μέσα στην ιστορία.

II.  Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΡΧΗ (ΕΞΗΓΗΣΗ) ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ

Το πρόβλημα με την παρουσία όχι μιας αλλά πολλών ερμηνειών πάνω σε μια περικοπή παρουσιάσθηκε με την Ευαγγελική Μεταρρύθμιση, της οποίας δύο από τις βασικότερε αρχές ήσαν,

Α. Η αρχή της Ατομικής Ερμηνείας

Β. Η Μετάφραση της Αγίας Γραφής στη γλώσσα του λαού.

Αυτές οι δύο αρχές, που φιλοσοφικά στηρίχθηκαν πάνω σε προγενέστερους του Λουθήρου (εικονοκλαστικό κίνημα της Κωνσταντινούπολης, Ockham, Biel, κλπ) εκφράστηκαν από τον ίδιο τον Λούθηρο στη Δίαιτα της Worms όταν ο Λούθηρος δικαζόταν με την κατηγορία της αιρετικής διδασκαλίας.  Στην απολογία του εκείνη υπερασπίσθηκε τον εαυτό του και τις θέσεις του λέγοντας τα γνωστά πια λόγια,

Εάν δεν πεισθώ από τις Γραφές και από την απλή λογική δεν αποδέχομαι την εξουσία του Πάπα ή των Συνόδων, διότι έχουν έρθει σε αντίθεση – η συνείδησή μου είναι αιχμαλωτισμένη από το Λόγο του Θεού.  Δεν μπορώ και δεν θα αποκηρύξω τίποτε, διότι το να πάω ενάντια στη συνείδησή μου δεν είναι ούτε σωστό, ούτε ασφαλές.  Εδώ στέκομαι. Θεέ βοήθα με. Αμήν!

Αυτή η διακήρυξη του Λούθηρου και στη συνέχεια η μετάφραση της Γραφής στη Γερμανική γλώσσα επέφεραν δύο σημαντικά αποτελέσματα.

1.  Αφαίρεσαν από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το αποκλειστικό δικαίωμα μόνο αυτή να ερμηνεύει την Αγία Γραφή.

Πρόσφερε την ευκαιρία στους ανθρώπους να διαβάζουν και να ερμηνεύουν το Θείο Λόγο.

Αυτά τα δύο έχουν γίνει ευλογία σε εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο καθώς άνοιξαν τον δρόμο για την μετάφραση της Αγίας Γραφής, τη διάδοσή της στις τέσσερις γωνιές της γης και την δυνατότητα στο άτομο να γνωρίσει τον Θεό της Αγίας Γραφής σε προσωπικό επίπεδο.  Όμως, εάν αυτές οι δύο αρχές της Μεταρρύθμισης εφαρμοστούν ανεξέλεγκτα και δίχως τις ασφαλιστικές δικλείδες των κανόνων ερμηνείας τότε αδιαμφισβήτητα θα οδηγήσουν σε μια υποκειμενική ερμηνεία του Λόγου.  Μια ερμηνεία που πολλές φορές έρχεται σε αντίθεση με την πίστη του ιστορικού χριστιανισμού.  Κάτι που έχει επαναληφθεί πάμπολλες φορές ιδιαίτερα στην ιστορία της Διαμαρτυρόμενης Εκκλησίας.  Γι’ αυτό το λόγο υπήρξαν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν οι αιρέσεις και η διαίρεση της Εκκλησίας του Χριστού.

Εξυπακούεται, λοιπόν, ότι ο υποκειμενισμός αποτελεί τον βασικότερο κίνδυνο της ατομικής ερμηνείας.  Τούτο δεν σημαίνει καταδίκη της ατομικής μελέτης του Λόγου κι επιστροφή στο δόγμα που καθιστά την Εκκλησία τον απόλυτο αναγνώστη κι ερμηνευτεί τη Αγίας Γραφής.  Το προαναφερόμενο επιχείρημα του Λουθήρου ισχύει και σήμερα.  Άλλωστε ο Ίδιος ο Θεός καθιστά το άτομο υπεύθυνο για τη μελέτη του Λόγου Του (Ιησούς του Ναυή 1.8).  Ο πιστός μαθητής του Χριστού τρέφεται καθημερινά με το ‘ουράνιο μάννα’ του Λόγου Του για να μπορέσει να ζήσει μια ευσεβή ζωή που δοξάζει τον Θεό (Ψαλμός 119.9-16, Κατά Ματθαίον 4.4, Β’ Προς Τιμόθεον 3.16). 

Όμως η αρχή της ατομικής μελέτης και ερμηνείας δεν σημαίνει ότι το άτομο έχει το δικαίωμα να ερμηνεύει τις Γραφές όπως εκείνος/η θέλει.  Παράλληλα με το δικαίωμα της ερμηνείας της Γραφής έρχεται και η ευθύνη για τη ΣΩΣΤΗ της ερμηνεία.  Ο πιστός έχει την ελευθερία να ανακαλύπτει τις Αλήθειες της Γραφής, αλλά δεν είναι ελεύθερος να δημιουργεί δικές του αλήθειες.  Στη σχέση του Θείου Λόγου με το άτομο δεν είναι ο Λόγος του Θεού που πρέπει να προσαρμοστεί στα δεδομένα του ατόμου, αλλά το άτομο στην Αλήθεια του Λόγου.[5]  Δεν πρέπει να διαφεύγει από κανέναν το γεγονός ότι μια περικοπή μπορεί να έχει πολλαπλές προσωπικές εφαρμογές, αλλά μπορεί να έχει μία μόνο σωστή έννοια.  Η Αλήθεια της Γραφής δεν είναι φτιαγμένη από κερί ώστε ο καθένας να την μορφώνει στο σχήμα και στις διαστάσεις που αυτός ή αυτή επιθυμεί.  Δεν μπορεί κάποιος, όσο ειλικρινής κι αν είναι, να πλησιάζει τη Γραφή με την καθοδηγητική αντίληψη: ’Η Γραφή κι’ εγώ!’ (Sola Scriptura).  Αν και η φράση του Λούθηρου αυτό αφήνει να εννοηθεί, ο ίδιος όμως δεν το εννοούσε διότι ακολουθούσε σωστούς κανόνες ερμηνευτικής στη μελέτη της Γραφής.

Αλλά, γιατί υπάρχει πρόβλημα στην υποκειμενική προσωπική ερμηνεία της Γραφής;

III.  Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ

Η φιλοσοφική αιτία του προβλήματος εντοπίζεται στο γεγονός της άρνησης του μελετητή να κάνει τον διαχωρισμό μεταξύ της Θεοπνευστίας του Λόγου και του κειμένου που ως ένα τέτοιο υπόκειται στους περιορισμούς εκείνους με τους οποίους όλα τα κείμενα χαρακτηρίζονται.  Όπως,

1.       Η Αγία Γραφή είναι ένα πολύ παλιό κείμενο.[6]

2.       Είναι γραμμένο από διαφορετικούς συγγραφείς

3.       Είναι γραμμένο σ’ ένα διάστημα 1600 ετών

4.       Είναι γραμμένο σε γλώσσες που ο σημερινός αναγνώστης δεν μιλά.

IV.  ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗΣ

Επιπροσθέτως υπάρχει και μια σειρά από πρακτικά προβλήματα ερμηνευτικής τα οποία πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν.  Όπως,

Α.  ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ

Αποτελεί ένα βασικό παράγοντα που πολλές φορές διαφεύγει τον σύγχρονο αναγνώστη.  Η Αγία Γραφή ναι μεν είναι θεόπνευστη αλλά ταυτόχρονα είναι κι ένα κείμενο και ως τέτοιο θέλει να του μιλήσει.  Κάτι που καθιστά τη μελέτη της Γραφής μια,[7]  Συζήτηση μεταξύ του Θεού (ο Λόγος Του) και του Λατρευτή Του.  Για την οποιαδήποτε συζήτηση πάντοτε απαιτούνται δυο συστατικά,

1.  Η ΓΛΩΣΣΑ

Για να μπορεί μια συζήτηση να είναι λογική κι εποικοδομητική θα πρέπει οι δυο πλευρές να επικοινωνούν σε γλώσσα που είναι κατανοητή κι από τους δυο, έτσι ώστε ο ένας να κατανοεί τα σημαινόμενα των λέξεων του άλλου κι αυτό διότι η χρήση της λέξης μέσα στη γλώσσα συνιστά τη σημασία της.[8]  Διαφορετικά δεν μπορεί να υπάρξει συζήτηση.  Έτσι, η σωστή χρήση δηλώνει ότι έχει σωστά κατανοηθεί η σημασία της λέξης, δηλαδή αυτό που σημαίνει η λέξη μέσα στη λειτουργία της γλώσσας.  Γι’ αυτό το λόγο δεν μπορεί να νοηθεί κάτι ή και να το ορισθεί έξω από τις δυνατότητες και τους περιορισμούς που παρέχονται από τη γλώσσα.  Εξυπακούεται, λοιπόν, ότι για να κατορθωθεί μια σωστή συνομιλία (π.χ. με την Αγία Γραφή) πρέπει οι συνομιλητές να ομιλούν την ίδια γλώσσα έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα, άλλωστε αυτός είναι και ο σκοπός της οποιασδήποτε συζήτησης, το ένα μέρος να καταλάβει τι λεει το έτερο ήμισυ.  Η ερμηνευτική έχει ακριβώς αυτόν τον σκοπό, να καταλάβει το κείμενο. Τι το κείμενο θέλει να επικοινωνήσει. 

Σήμερα για πολλούς χριστιανούς αυτή η συνομιλία με το Λόγο του Θεού μοιάζει με συνομιλία μεταξύ δύο ετερόγλωσσων ατόμων που ναι μεν έχουν κάποιο κοινό λεξιλόγιο αλλά που είναι τρομερά περιορισμένο (π.χ. μεταξύ ενός Έλληνα που γνωρίζει λίγα πορτογαλικά κι ενός Πορτογάλου που γνωρίζει λίγα ελληνικά).  Στην προσπάθειά τους να συνομιλήσουν όχι μόνο δεινοπαθούν με το περιορισμένο λεξιλόγιο αλλά και αυτές οι κοινές λέξεις υπάρχει ο κίνδυνος να:

α.  Εκφέρονται με διαφορετική έννοια από τον ένα

β.  Αντιλαμβάνονται με διαφορετική έννοια από τον άλλο

Για παράδειγμα τι καταλαβαίνει ο αναγνώστης της Γραφής όταν διαβάζει,

 i.  Το παράγγελμα του Παύλου ‘’Γίνεσθε ούν μιμηταί του Θεού’’ (Εφεσίους 5.1).  Πως γίνεται κάποιος μιμητής Εκείνου που ποτέ δεν είδε;  Τι σημαίνει ‘μίμησις’;  Μήπως ο χριστιανός καλείται να είναι μίμος, δηλαδή ηθοποιός-υποκριτής;

Τι επιπτώσεις έχει για τις υποστάσεις του Ιησού Χριστού η φράση του Παύλου ‘’… ος εν μορφή Θεού υπάρχων …’’ (Φιλιππησίους 2.5).  Τι σημαίνει ο όρος ‘μορφή’; 

Τα δυο αυτά παραδείγματα αρκούν για να καταδείξουν το ζωτικό ρόλο αλλά και το πρόβλημα της γλώσσας.  Είναι αδύνατο να κατανοηθούν σωστά και οι δυο παραπάνω λόγοι του Παύλου εάν οι λέξεις δεν κατανοηθούν μέσα στο ιστορικό τους πλαίσιο που είναι η ελληνιστική γλώσσα και οι αρχαία ελληνική φιλοσοφία.  Διαφορετικά, η οποιαδήποτε ερμηνεία τους, ιδιαίτερα με το δεύτερο, θα οδηγήσει σε αιρετική θέση όπως αυτή των Χιλιαστών.

2.  Η ΑΜΦΙΔΡΟΜΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το δεύτερο συστατικό της οποιασδήποτε λογικής συζήτησης είναι η αμφίδρομη επικοινωνία.  Δηλαδή σε μια συζήτηση δεν είναι μόνο η μια πλευρά που θέλει να μεταδώσει το μήνυμά της και να γίνει κατανοητό από την άλλη, αλλά και το αντίθετο.  Στην ανάγνωση ενός κειμένου, αυτό όχι μόνο αποκτά την οντότητα του συζητητή που θέλει να μεταδώσει τα μηνύματά του αλλά και ο αναγνώστης, με βάση την αρχή της αμφίδρομης επικοινωνίας, θέλει να περάσει τα δικά του μηνύματα σ’ αυτό.  Γράφει σχετικά ο Στέφανος Ροζάνης στο προαναφερθέν άρθρο του, ‘’Η ιδιαιτερότητα και η μοναδικότητα του αναγνώστη είναι ασφαλώς ότι αυτός δεν βρίσκεται εντός του κειμένου.  Εγκαθίσταται διαρκώς εντός του κειμένου, γίνεται σάρκα από τη σάρκα του και αίμα από το αίμα του, μιλά ως πληρεξούσιος του κειμένου, και μορφώνοντας ένα πεπρωμένο για το κείμενο, μορφώνει το πεπρωμένο της ανάγνωσής του και άρα του εαυτού του ως αναγνώστη.  Προχωρεί ο αναγνώστης στο πεπρωμένο του συμπαρασύροντας, τρόπον τινά, το κείμενο και προσανατολίζοντάς το προς μια ξέφωτη περιοχή όπου το κείμενο λούζεται από φως ή καλύτερα βγαίνει και λούζεται στο φως, δηλαδή βγαίνει έξω από τον εαυτό του.  Αυτουργός αυτής της εξόδου του κειμένου, ο αναγνώστης οικειώνεται και βιώνει το κείμενο στον παρόντα χρόνο της ανάγνωσής του.’’[9]

Όπως έχει σημειωθεί παραπάνω (υποσημείωση #3) η αρχή της αμφίδρομης επικοινωνίας αναιρείται στην περίπτωση της Αγίας Γραφής εξαιτίας της Θεοπνευστίας της.  Μια θέση που καθιστά τον Θείο Λόγο (ως αποκάλυψη του Θεού) την μοναδική σταθερά και ως τέτοια δεν επιδέχεται αλλοιωτικές επιβολές στο μήνυμά της από κανένα αναγνώστη της.  Είναι ‘’… ο πρώτος αναλλοίωτος παράγων … που είναι αυτό που αξιώνει ότι είναι, ο γραπτός Λόγος του Θεού δίχως κανένα λάθος, συμπεριλαμβανομένων όλων εκείνων που διδάσκει σχετικά με την ιστορία και το σύμπαν.’’[10]  Βέβαια αυτή η αναίρεση δεν σημαίνει ότι όταν οι Χριστιανοί την μελετούν δεν την προσεγγίζουν (συνειδητά ή ασυνείδητα) μέσα από τον παράγοντα της αμφίδρομηκότητας.  Επειδή αυτό πραγματοποιείται (πχ. πολλές φορές διαβάζουμε στο Λόγο του Θεού εκείνο που θέλουμε να διαβάσουμε) είναι σωτήριο να αναγνωρισθεί και στη συνέχεια να αντιμετωπισθεί σωστά.

Β.  ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΗΣ

Σε οποιαδήποτε συζήτηση και οι δύο πλευρές έρχονται σ’ αυτήν με τις εκατέρωθεν προκαταλήψεις που πηγάζουν μέσα από διάφορους παράγοντες που στην πορεία του χρόνου διαμόρφωσαν το άτομο.  Αυτό καθ’ αυτό το γεγονός της προκατάληψης δεν είναι κακό, αντίθετα είναι θεμιτό και πολύ φυσιολογικό καθώς μέσα απ’ αυτήν εκφράζεται το άτομο.  Έτσι, οι συγγραφείς της Γραφής, αν και μεταφέρουν τον Λόγο του Θεού, μιλούν μέσα από τις δικές τους προσωπικές, φυλετικές, εθνικές, θρησκευτικές προκαταλήψεις (πχ. οι Ψαλμοί κατάρας για τα άλλα έθνη ή για τους εχθρούς του ψαλμωδού).  Το Άγιο Πνεύμα δεν εκμηδένισε την προσωπική, κοινωνική, εθνική ή ακόμα και την ιστορική τους ταυτότητα. 

Όμως, το πρόβλημα δεν έγκειται στις προκαταλήψεις του συγγραφέα, αλλά στο γεγονός ότι και ο αναγνώστης του Θείου Λόγου τον πλησιάζει μέσα από τις δικές του προκαταλήψεις που πηγάζουν από την κουλτούρα, την ανατροφή, την ιδιοσυγκρασία κ.λπ. και δυστυχώς εάν είναι απρόσεκτος τον ερμηνεύει μέσα απ’ αυτές.  Γράφει σχετικά ο Γιανναράς για το άτομο που διαβάζει με προκατάληψη, ‘’Όταν διαβάζει με προκατάληψη … καταλαβαίνει αυτά που ο ίδιος θα ήθελε να λεει το κείμενο δίχως να αντιλαμβάνεται αυτά που το κείμενο πράγματι λεει.  Αν του χρειαστεί να παραπέμψει στο κείμενο που διάβασε, επιλέγει λέξεις και αποσπασματικές διατυπώσεις για να συγκροτήσει, με γλωσσικό υλικό του κειμένου, τις θέσεις που η ιδεολογική του προκατάληψη έχει προαποφασίσει ότι πρέπει να εκφράζει το κείμενο.’’[11]

Βέβαια, μπορεί η ερμηνευτική μέσω των προκαταλήψεων, που ως καντιανές κατηγορίες φιλτράρουν και διαμορφώνουν το αποτέλεσμα, να μην γίνεται συνειδητά αλλά κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι το τελικό αποτέλεσμα (η ερμηνεία στην οποία οδηγείται το άτομο) είναι το ίδιο.  Ήταν η αρνητική προκατάληψη ενάντια στο δόγμα της κρίσης και της Κόλασης που δημιουργήθηκε στο μυαλό του Κάρολου Ράσελ στην παιδική του ηλικία που τον οδήγησε αργότερα που να διαβάσει και να ερμηνεύσει την Αγία Γραφή με τρόπο ώστε και τα δύο να απορρίπτονται και να οδηγήσει εκατομμύρια οπαδών του στην πλάνη.[12] 

Όταν, λοιπόν, στην ανάγνωση της Βίβλου αγνοείται ο επικίνδυνος ρόλος της προκατάληψης του αναγνώστη τότε νομοτελειακά αυτή ή θα ερμηνευτεί λανθασμένα (πχ. στην Α’ Κορινθίους 13 το θέμα των μαλλιών), ή θα της επιβληθεί η άποψη του αναγνώστη.[13]  Είναι σημαντικό, λοιπόν, ο αναγνώστης να γνωρίζει εκ των προτέρων αυτήν την αχίλλειο πτέρνα και να προστατεύσει τον εαυτό του αλλά και τους άλλους.  Διότι, όταν θυσιάζεται ο Λόγος του Θεού στο βωμό της οποιασδήποτε προκατάληψης, πρώτο και θλιβερό θύμα της είναι ο αναγνώστης.[14]

Γ.  ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ

Η παράδοση δεν είναι κάτι το κακό την οποία πρέπει ο χριστιανός συνεχώς να αντιστρατεύεται.  Υπάρχει καλή και κακή χρήση της παράδοσης.  Εξαρτάται από την αντίληψη που κάποιος έχει για την παράδοση και από τον τρόπο με τον οποίο τη χρησιμοποιεί.  Γι’ αυτό άλλες φορές γίνεται ευλογία κι άλλες φορές τροχοπέδη.  Όταν η παράδοση ιεροποιείται σε σημείο που αυτή να υπαγορεύει το περιεχόμενο της πίστης και της ζωής σε σημείο που πολλές φορές να αντιβαίνει σε ξεκάθαρες διδασκαλίες του Λόγου του Θεού, τότε γίνεται κατάχρησή της και τροχοπέδη.  Όμως, το ίδιο συμβαίνει με την ολοκληρωτική απόρριψή της, καθώς το κενό που δημιουργείται θα καλυφθεί από άλλες παραδόσεις κι άλλα εντάλματα. 

Πρέπει ο αναγνώστης του Θείου Λόγου να αναγνωρίσει ότι είναι αδύνατο να καταλάβει το μήνυμα της Γραφής και να οδηγηθεί στην Αλήθεια εάν τα ιερά κείμενα απομονωθούν από το περιβάλλον στο οποίο γράφτηκαν.  Ένα περιβάλλον όπως, η ιστορική παράδοση του λαού, του συγγραφέα, του τόπου όπου το κείμενο γράφτηκε.  Το κείμενο δεν υπάρχει αυθαίρετα και ανεξάρτητα από το κοινωνικό περιβάλλον του που τελικά αποτελεί και τον εγγυητή της παράδοσης.  Με άλλα λόγια δεν είναι αχωρόχρονο, έχει ιστορική στιγμή με παρελθόν και παρόν, όπως και γεωγραφικό χώρο.  Αποτελεί έγκλημα το κείμενο να ‘εκτρωθεί’ από την ιστορική, γεωγραφική και κοινωνική του ‘μήτρα’.  Για παράδειγμα, πώς θα ερμηνευτεί και θα εφαρμοστεί ο λόγος του Κυρίου για το διαζύγιο (κάτι που αγγίζει πολλή ευαίσθητες πτυχές της ζωής των πιστών και τις εκκλησίας) εάν δεν μελετηθούν οι παραδόσεις της εποχής μέσα στο πλαίσιο των οποίων γίνεται η συζήτηση του Κυρίου με τους μαθητές Του;  Οπότε είναι σημαντικό (ιδιαίτερα στη μελέτη δύσκολων περικοπών, να λαμβάνεται υπ’ όψιν η παράδοση του τόπου εκείνης της εποχής όπως αυτή εκδηλώνεται μέσα από τη λαογραφία, ποίηση, ήθη και έθιμα, αντιλήψεις, κλπ.  Πως θα εξηγηθεί το γεγονός ότι οι μαθητές δεν πίστευαν στο μήνυμα των γυναικών ότι ο Χριστός αναστήθηκε εάν αποπεμφθεί η παράδοση;

4.  ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΗΣ

Το γεγονός ότι η χρονική απόσταση που παρεμβάλλεται μεταξύ του νεώτερου κειμένου της Αγίας Γραφής με το σήμερα είναι 1900 χρόνια καταδεικνύει την τεράστια χρονική αποξένωση του σύγχρονου αναγνώστη από το Θείο Κείμενο.  Μια αποξένωση που υφίσταται όχι δίχως κόστος και προβλήματα.  Αντίθετα, είναι αυτή που ευθύνεται για την αποξένωση του σημερινού αναγνώστη από,

α.  Τη γλώσσα της εποχής και του λαού την περίοδο που ο συγγραφέας γράφει

β.  Τις αξίες της εποχής μέσα στην οποία γράφτηκαν τα διάφορα βιβλία

γ.  Την κουλτούρα του εκάστοτε λαού ανάμεσα στον οποίο ή για τον οποίο ο συγγραφέα γράφει

δ.  Την κοσμοθεωρία του κόσμου την περίοδο της συγγραφής[15]

Αν και ο αναγνώστης είναι ελεύθερος και καλείται από το Θεό να μελετά τον Λόγο Του καθημερινά (Ιησούς του Ναϋή 1.8), εν τούτοις δεν είναι ελεύθερος να τον ερμηνεύει κατά το δοκούν.  Πρέπει να προσέχει από την μια να μην εκσυγχρονίσει τη Γραφή, αλλά να την αφήσει να εκφράσει εκείνο που ήθελε να πει στους αρχικούς αναγνώστες και ακροατές και από την άλλη να αγωνιστεί να συλλάβει το μήνυμα που εκείνοι καταλάβαιναν.  Που σημαίνει ότι πρέπει να προστατεύσει τον εαυτό του (κι εκείνους που επηρεάζει) από τον δικό του υποκειμενισμό.  Δηλαδή, να μην αναγκάσει το κείμενο να ‘πει’ εκείνο που ο ίδιος θα ήθελε αυτό να λεει.[16]

Έχοντας σημειώσει μερικά από τα προβλήματα που συναντά ο σημερινός μελετητής στην ανάγνωση και στην ερμηνεία του Θείου Λόγου δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η ανάγκη για ασφαλιστικές δικλείδες.  Για κάποιους κανόνες, αρχές ερμηνείας που προστατεύουν τον αναγνώστη από τους παραπάνω κινδύνους.  Αυτές τις ασφαλιστικές δικλείδες θα τις προσφέρουν δυο ικανότατοι και ειδήμονες του θέματος σε ακόλουθα άρθρα στο περιοδικό Αστήρ της Ανατολής.Ì

 

Η ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΗ

του Μ. Β. Κυριακάκη

να από τα πιο όμορφα έργα που έγιναν για το παιδί τα τελευταία πενήντα χρόνια είναι οι θερινές παιδικές κατασκηνώσεις. Και στον τομέα αυτό η Κατασκήνωση για τα παιδιά των Ευαγγελικών Εκκλησιών βρέθηκε στην πρωτοπορία.

Η πρώτη παιδική κατασκήνωση των Ευαγγελικών παιδιών έγινε στη μαγευτική Βάρκιζα το καλοκαίρι του 1939. Δεν υπήρχαν τότε κατασκηνώσεις για παιδιά στον τόπο μας. Εκτός από τους προσκόπους, που πάντα στο πρόγραμμά τους είχαν τη ζωή στο ύπαιθρο με σκηνές, άλλο κατασκηνωτικό έργο στην Ελλάδα δεν υπήρχε.

Πρώτη η ΧΑΝ άρχισε στο Πήλιο από το 1924 για παιδιά τόσο από τη Θεσσαλονίκη όσο και από την Αθήνα. Στα 1926 είχα την ευκαιρία να υπηρετήσω στην κατασκήνωση αυτή της ΧΑΝ σαν «ομαδάρχης». Έτσι είδα από κοντά το θεσμό και τη σπουδαιότητα αυτού του έργου.

Στα 1939 οργανώσαμε την πρώτη «δοκιμαστική» κατασκήνωση στη Βάρκιζα. Η Βάρκιζα τότε ήταν ένα θαυμάσιο μέρος με τα πεύκα που άγγιζαν την ακρογιαλιά. Δεν υπήρχαν οι σημερινοί ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι, ούτε τα τεράστια οικοδομήματα, ξενοδοχεία και κέντρα που υπάρχουν σήμερα. Ήταν λοιπόν ιδανικό μέρος για τα παιδιά. Στην πρώτη αυτή δοκιμαστική κατασκήνωση πήραμε μόνο 12 παιδιά. Στις 2-3 σκηνές για τα παιδιά και τρία άτομα προσωπικό, ζήσαμε σαν μια οικογένεια. Το μαγειρείο μας ήταν στο ύπαιθρο. Η τραπεζαρία μας στρωματσάδα. Τα παιδιά έφερναν τα στρώματα και τα σκεπάσματά τους, καθώς και το πιάτο και το κύπελλό τους. Το ίδιο έγινε το επόμενο έτος, το 1940. Τότε πήραμε περισσότερα από 40 παιδιά, αγόρια και κορίτσια, και έτσι οργανώσαμε 3-4 ομάδες. Το μπάνιο στην ολοκάθαρη τότε θάλασσα της Βάρκιζας ήταν η πιο μεγάλη απόλαυση των παιδιών. Φυσικά από την αρχή ο κύριος στόχος μας ήταν η χριστιανική διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Το παιχνίδι, η ψυχαγωγία, η γυμναστική, όλα ήταν στη θέση τους παράλληλα με τα Βιβλικά μαθήματα. Δεν μας έλλειψαν τα «απρόοπτα» στις πρώτες εκείνες προσπάθειες. Ένα ήταν η περιπέτεια δυο κοριτσιών που θέλησαν να πάνε «στα βαθειά», χωρίς να ξέρουν καλό κολύμπι. Η μια, η μεγαλύτερη, ήξερε λίγο και πήρε τη μικρότερη να της μάθει πώς να κολυμπά. Κάτι δεν πήγε όμως καλά και άρχισαν τα άλλα παιδιά να φωνάζουν. Πολύ εύκολα ξεφύγαμε τον κίνδυνο, αλλά δεν το ξεχνώ το περιστατικό, όταν μάλιστα χρειάσθηκε να κρατήσουμε το μικρότερο κορίτσι ανάποδα για να βγάλει το νερό που είχε πιει! Το δεύτερο επεισόδιο ήταν πως ένα μεγάλο αγόρι που μας βοηθούσε στο προσωπικό, ενώ ήταν στη Βάρκιζα, προσκλήθηκε προσωπικά να παρουσιασθεί στο στρατό. Επιστράτευση δεν είχε γίνει ακόμη το 1940, αλλά τα σύννεφα στον ορίζοντα ήταν πυκνά και μετά τον τορπιλλισμό της «Έλλης» στην Τήνο, όλοι οι Ηπειρώτες πήραν πρόσκληση να παρουσιαστούν. Και ο νέος μας ήταν Ηπειρώτης. Όταν τελικά οι Ιταλοί μας επιτέθηκαν, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή και ήταν από τους πρώτους ηρωικούς τραυματίες.

Ο πόλεμος σταμάτησε στα επόμενα δύο χρόνια τις κατασκηνώσεις μας. Όμως το 1943 αρχίσαμε να σκεπτόμαστε να επιχειρήσουμε ξανά. Αυτή τη φορά το σπουδαίο ήταν να προσφέρουμε στα παιδιά στοιχειώδη τροφή, αφού όλη η Ελλάδα, μάλιστα η Αθήνα, κινδύνευε από την πείνα. Πήγαμε λοιπόν στην Πεντέλη, στη Νέα Πεντέλη. Εκεί μερικοί γνωστοί μας είχαν ξύλινες παράγκες και πρόθυμα μας τις παραχώρησαν, μια που οι ίδιοι δεν μπορούσαν να τις χρησιμοποιήσουν.  Συγκοινωνία όμως δεν υπήρχε. Μερικά λεωφορεία μονάχα που εκινούντο με «γκαζοζέν», όπως τα έλεγαν. Τα γκαζοζέν ήταν μια εφεύρεση που εκινούσε τα λεωφορεία με ξυλοκάρβουνα! Ένα μεγάλο καζάνι ήταν προσαρμοσμένο στο πίσω μέρος του λεωφορείου και μετέβαλλε το ξυλοκάρβουνο σε αέρια κινητήριο δύναμη! Αγκομαχούσε η μηχανή στον ανήφορο και έκανε κάποτε δυο ώρες να καλύψει τα 14 χιλιόμετρα.

Από την Πεντέλη τα μεγαλύτερα παιδιά κατέβαιναν με τα πόδια στο Μαρούσι και το Χαλάνδρι με ένα χειροκίνητο καροτσάκι για να προμηθευτούμε ψωμί και ό,τι άλλα τρόφιμα μπορούσαμε να βρούμε. Από εκείνη τη χρονιά, αν και κάπως αργά, ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός άρχισε να μας δίνει λίγα τρόφιμα. Αξέχαστες συγκινήσεις μας αφήκε η κατασκήνωση της Πεντέλης το 1943, αλλά ακόμα πιο συγκινητικό υπήρξε το επόμενο έτος, το 1944, στο Πολύδροσο. Σε μια μικρή έπαυλη που μας παραχωρήθηκε, όλο το καλοκαίρι πήραμε ομάδες παιδιών 40 έως 50 κάθε φορά εκ περιτροπής. Ο πόλεμος είχε αγριέψει. Στη ρεματιά του Πολύδροσου όπου υπήρχαν πολεμοφόδια των Γερμανών, έγινε κάποια κλοπή. Οι Γερμανοί έκαναν «μπλόκο» και μάζεψαν όλους τους νέους της περιοχής από 16 ετών και άνω. Πλησίαζαν πολύ κοντά μας. Είχαμε αγόρια αυτής της ηλικίας. Τι να κάνουμε; Κινδυνεύαμε. Από ένα μονοπάτι εξαποστείλαμε τα μεγαλύτερα προς το Μαρούσι. Τα άλλα παιδιά ζητήσαμε να προσεύχονται. Και δυο μεγάλοι περιμέναμε στην καγκελόπορτα να... υποδεχθούμε τους Γερμανούς. Η αγωνία ήταν μεγάλη. Αλλά και η ανακούφιση πιο μεγάλη, όταν είδαμε πως το απόσπασμα της Γκεστάπο που είχε φθάσει έως το άλλο τετράγωνο από μας, δεν προχώρησε προς την κατεύθυνσή μας. Πήρε διαταγή και σταμάτησε το μπλόκο ακριβώς απέναντί μας! Τα παιδιά που προσεύχονταν, τώρα ευχαριστούσαν τον Κύριο για τη σωτηρία που χάρισε. Σε λίγο στείλαμε και φέραμε τα μεγαλύτερα αγόρια από το Μαρούσι.

Τον άλλο χρόνο, το 1945, ο πόλεμος είχε τελειώσει, όχι όμως και οι συνέπειές του. Η πείνα εξακολουθούσε να μαστίζει την Ελλάδα. Πού θα πάμε τώρα να κατασκηνώσουμε; Πήγαμε στο Διόνυσο με τα πανύψηλα και σκιερά πεύκα. Εκεί στήσαμε τις σκηνές μας, το υπαίθριο μαγειρείο μας και την «τραπεζαρία» μας σκάβοντας το χώμα για να δημιουργήσουμε «τραπέζια» και «πάγκους». Ο αέρας όμως της ελευθερίας, οι καλύτερες συνθήκες συγκοινωνιακές και τροφίμων, έκαναν την προσπάθεια πιο εύκολη. Τα επόμενα χρόνια η κατασκήνωση κινήθηκε προς το Ζούμπερι, τα Βίλλια, ξανά στην Πεντέλη για να αράξει το 1950 στο υπέροχο τοπίο του Καλάμου. Εδώ άρχισε να «νοικοκυρεύεται». Εδώ τώρα έχουμε τηλέφωνο, ηλεκτρικό, κουζίνες, φούρνους και τι δεν έχουμε!

Ούτε μπορούν να φανταστούν οι σημερινοί κατασκηνωτές του Καλάμου τις συνθήκες, τις ελλείψεις, τη δυσκολία που είχε η Κατασκήνωση στα πρώτα της βήματα. Όμως η ατμόσφαιρα και ο στόχος του ωραίου αυτού έργου είναι ό,τι ήταν από την αρχή. Με λίγα ή πολλά, με προβλήματα και δυσκολίες, δίνουμε στο παιδί την ευκαιρία να ζήσει ομαδικά τη Χριστιανική ζωή.

Το βοηθούμε να σχηματίσει τον χαρακτήρα του, να αγαπήσει το ύπαιθρο. Και επάνω απ’ όλα να γνωρίσει την αγάπη του Χριστού και να οδηγηθεί στην αγκάλη Του.     Ì

 

ΝΩΕ
«ο νομίζων ότι ίσταται ας βλέπη μη πέση»

του Ιω. Έρτσου

ια δυο πρόσωπα μόνο, η Παλαιά Διαθήκη μας αναφέρει πως «περιεπάτησαν μετά του Θεού», κι αυτά ήσαν ο Ενώχ κι ο Νώε. Ο μεν πρώτος, για τον οποίο η Γραφή δεν μας αναφέρει τίποτε εις βάρος του, «ευηρέστησεν τον Θεόν», και σαν αμοιβή του δόθηκε να μη γευτεί σωματικό θάνατο διότι «μετέθεσεν αυτόν ο Θεός» (Γεν. 5:24). Ο δε δεύτερος όμως, ο οποίος, αν και «περιεπάτησεν –κι αυτός- μετά του Θεού», επειδή στο διάστημα της ζωής του δε στάθηκε «τέλειος» μετά του Θεού, αλλά ανοιχτά αμάρτησε, δεν τιμήθηκε με μια όμοια με τον Ενώχ «μετάθεση» αλλά γεύτηκε το θάνατο, όπως κάθε άλλος θνητός.

Ο Νώε ήταν ο ένας απ’ τους δυο ανθρώπους –ο άλλος ήταν ο Αδάμ- στους οποίους δόθηκε το μοναδικό μεταξύ όλων των ανθρώπων προνόμιο να γίνουν «κληρονόμοι όλης της γης», ο δε δεύτερος και «κληρονόμος της δια πίστεως δικαιοσύνης» (Εβρ. 11:7). «Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον· κατ’ εικόνα εαυτού... άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς·... και είπε προς αυτούς ο Θεός, Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και γεμίσατε την γην και κυριεύσατε αυτήν, και εξουσιάζετε επί....» (Γεν. 1:27-28). «Και ευλόγησεν ο Θεός τον Νώε και τους υιούς αυτού· και είπε προς αυτούς, Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και γεμίσατε την γην...» (Γεν. 9:1).

Ο Νώε ήταν γιος του Λάμεχ, γιου του μαθουσάλα, του μακροβιότερου που υπήρξε ποτέ ανθρώπου (969 χρόνια), και έζησε 950 χρόνια. Απέθανε, δηλαδή, 20 χρόνια μεγαλύτερος απ’ τον Αδάμ.

Μερικές αξιοσημείωτες λεπτομέρειες που η Γραφή μας παρέχει για τη ζωή και το χαρακτήρα του Νώε, πλην της γενεαλογίας του είναι ότι ήταν ηλικίας πεντακοσίων ετών όταν γέννησε τους τρεις γιους του, τον Σημ, τον Χαμ και τον Ιάφεθ, κι ότι «ήτο άνθρωπος δίκαιος, τέλειος μεταξύ των συγχρόνων αυτού· μετά του Θεού περιεπάτησεν ο Νώε» (Γεν. 6:9-10).

Οπωσδήποτε η Γραφική εξιστόρηση για το πρόσωπό του περιέχει το μοναδικό κι ανεπανάληπτο γεγονός του «κατακλυσμού» που έγινε στις ημέρες του, στο οποίο διεδραμάτισε μαζί με την οικογένειά του τον πρωτεύοντα ρόλο, κι η οποία οικογένεια μόνο διασώθηκε απ’ όλους τους κάτοικους της γης. Διαβάζουμε: «Και μετεμελήθη ο Κύριος ότι εποίησε τον άνθρωπον επί της γης και ελυπήθη εν τη καρδία αυτού. Και είπεν ο Κύριος, Θέλω εξαλείψει τον άνθρωπον, τον οποίον εποίησα, από προσώπου της γης· από ανθρώπου έως κτήνους, έως ερπετού, και έως πτηνού του ουρανού... Ο δε Νώε εύρε χάριν ενώπιον Κυρίου» (Γεν. 6:6-8). «Και είπεν ο Θεός προς τον Νώε, Το τέλος πάσης σαρκός ήλθεν ενώπιόν μου, διότι η γη ενεπλήσθη αδικίας απ’ αυτών· και ιδού θέλω εξολοθρεύσει αυτούς και την γην. Κάμε εις σεαυτόν κιβωτόν...» (6:13-14). «Ιδού εγώ επιφέρω τον κατακλυσμόν των υδάτων...» (17-19). «Και είπεν ο Κύριος προς τον Νώε, είσελθε συ και πας ο οίκος σου εις την κιβωτόν... και έγεινεν ο κατακλυσμός τεσσαράκοντα ημέρας επί της γης» (7:1, 13, 17).

Ο Θεός 120 χρόνια πριν απ’ τον κατακλυσμό παράγγειλε στον Νώε την κατασκευή της κιβωτού, μετά την αποπεράτωση της οποίας ο Νώε πήρε την εντολή απ’ τον Θεό να εισέλθει μαζί με την οικογένειά του και με τα ζευγάρια των κτηνών και των ερπετών και των πτηνών που προορίζονταν να διασωθούν. Κι αφού ο Θεός έκλεισε την πόρτα της κιβωτού, τότε άρχισε ο κατακλυσμός. Άνθρωποι και ζώα παρέμειναν μέσα στην κιβωτό επί 365 μέρες κι έζησαν αξιοσημείωτες λεπτομέρειες που παραλείπουμε ν’ αναφέρουμε λόγω έλλειψης χώρου, κι αφού η βροχή σταμάτησε και τα ύδατα αποσύρθηκαν, πήραν και πάλι του Θεού την εντολή οριστικά να εξέλθουν.

Το πρώτο πράγμα που ο Νώε, όχι κατ’ εντολή Θεού αλλά με προσωπική πρωτοβουλία έκαμε, ήταν να στήσει ένα «θυσιαστήριο» στον Κύριο και να προσφέρει πάνω σ’ αυτό ολοκαυτώματα. Δείγμα ευγνωμοσύνης του στον Θεό, ο Οποίος διέσωσε αυτόν και την οικογένειά του, κάνοντάς τους συγχρόνως και «κληρονόμους όλης της γης». Ο δε Θεός ευαρεστηθείς απ’ τη θυσία αυτή είπε: «Δεν θέλω καταρασθεί πλέον την γην εξ αιτίας του ανθρώπου...» (8:20-22), και έθεσε σαν σημείο της υπόσχεσής Του αυτής μέσα στα σύννεφα το ουράνιο τόξο (9:1-7). Ο Θεός ευλόγησε τον Νώε και τους γιους του και τους είπε: «Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και γεμίσατε την γην» (9:1).

Ο Νώε επιδόθηκε στη γεωργία. Φύτεψε μεταξύ άλλων και αμπελώνα για να του δίνει το εύγευστο σταφύλι και τον απολαυστικό χυμό του, «τον οίνον που ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου», όπως ο Ψαλμωδός μας λέει στο βιβλίο του (104:15). Η χρήση του, φυσικά, εννοεί ο Λόγος του Θεού κι όχι η κατάχρησή του. Η χρήση του, που μαζί με την ευφροσύνη μπορεί να δώσει και θεραπεία στο σώμα, όπως ο Απ. Παύλος συμβουλεύει τον Τιμόθεο να κάνει («ολίγον οίνον μεταχειοίζου δια τον στόμαχόν σου και τας συχνάς σου ασθενείας», Α΄ Τιμ. 5:23), κι όχι η κατάχρησή του, που να μπορεί να προκαλέσει «μέθη» και να βγάλει τον άνθρωπο απ’ τον εαυτό του. Όχι μόνο αλλά και να του γίνει ακυβέρνητο πάθος, μεταβάλλοντάς τον σ’ ένα αξιοθρήνητο πλάσμα.

Στο σημείο αυτό παρουσιάζεται στη ζωή του Νώε «του δικαίου και τελείου μεταξύ των συγχρόνων του», ένα στίγμα αμαρτίας που αμαύρωσε τη μαρτυρία του. Η κατάχρηση του γλυκόπιοτου κρασιού τον έφερε μια μέρα σε μεθύσι, με αποτέλεσμα να γυμνωθεί μες στη σκηνή του, με τον κίνδυνο οι γιοι του να δουν τη γύμνωσή του, πράγμα που ο Θεός θεωρούσε επαίσχυντο. Ο ένας γιος του, ο Χαμ, με τελεία απάθεια τον είδε και το ανάγγειλε στα δυο άλλα αδέλφια του, τον Σημ και τον Ιάφεθ.  Αυτοί, όμως, από σεβασμό στο Θεό και στον πατέρα τους, κρατώντας στις πλάτες τους το ένδυμά του εισήλθαν περπατώντας προς τα οπίσω στη σκηνή και με προσοχή, χωρίς να δουν τη γύμνωση του πατέρα τους, τον έντυσαν (Γεν. 9:25-27).

Αφού ο Νώε ανένηψε και πληροφορήθηκε όσα ο Χαμ έκανε, τον καταράστηκε να γίνει δούλος των άλλων δυο παιδιών του, κι επικαλέστηκε τον Κύριο να ευλογήσει τον Σημ και τον Ιάφεθ, όπως και συνέβηκε στη μετέπειτα ζωή τους, σύμφωνα με τα όσα η Γραφή αναφέρει.

Ο Νώε αποτελεί τον τύπο του «πεσμένου» (κάποτε και σε κάτι) αγίου του Θεού, παρά το ότι μπορεί να υπήρξε «δίκαιος και τέλειος μεταξύ των συγχρόνων του», και παρά το ότι, όπως ο Νώε «περιεπάτησεν μετά του Θεού». Εδώ μάλιστα φαίνεται κι η μακροθυμία κι η συγχωρητικότητα του Θεού, σαν «αγάπη» που είναι, στα πεσμένα παιδιά Του, ακόμα κι η ετοιμότητά Του να ευλογεί αυτά που Τον σέβονται και εκτελούν τις εντολές Του. Αυτό ακριβώς απεκόμισαν ο Σημ κι ο Ιάφεθ απ’ τον Θεό, για την καλή τους συμπεριφορά απέναντι στον πατέρα τους. «Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου...» (Εξ. 20:12), παραγγέλλει ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη, ενώ στην Καινή Διαθήκη λέει: «Τα τέκνα, υπακούετε εις τους γονείς σας εν Κυρίω· διότι τούτο είναι δίκαιον· Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα, ...» (Εφ. 6:1-2).

Η σημασία της λέξης ΝΩΕ είναι «ανακούφιση», υπό την έννοια ότι δε θα ’ρχόταν πια άλλη τέτοια «κατάρα» του Θεού στον κόσμο κι ότι η μακροθυμία του Θεού θ’ άφηνε να επιζήσει το ανθρώπινο γένος που θα ξεκινούσε απ’ τον Νώε, ώστε σε κάποια κατάλληλη ιστορική στιγμή, να πραγματοποιήσει ο Θεός τη σωτηρία του ανθρώπου δια του Ιησού Χριστού, την τωρινή και την αιώνια. Έτσι κι έγινε. «Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού...» (Γαλ. 4:4). «Ο Χριστός εξηγόρασεν ημάς εκ της κατάρας του νόμου, γενόμενος κατάρα υπέρ ημών...» (Γελ. 3:13). Ώστε δεν είμεθα πια «υπό κατάραν» αλλά «υπό ευλογίαν».

Αλλά η ανακούφιση για το ανθρώπινο γένος, που το όνομα «Νώε» σημαίνει, δεν είναι μόνο η ανακούφιση απ’ την κατάρα, αλλά είναι κι ένα μήνυμα αγάπης του Χριστού προς τον «πεσμένο» χριστιανό.  Τον πεσμένο «Πέτρο» θα λέγαμε, τον πρώτο στον οποίο ο Κύριος μετά την Ανάστασή Του έστειλε το παρήγορο μήνυμα της συγχώρησής Του, «Είπατε τοις μαθηταίς και τω Πέτρω...» (Μάρ. 16:7), και τον πρώτο τον οποίο μετά την Ανάστασή Του συνάντησε, «... ο Κύριος ώφθη Κηφά...» (Α΄ Κορ. 15:5). Πράγμα που δείχνει πως ο τρυφερός κι ευγενικός Κύριός μας, το «πεσμένο» τέκνο Του πρώτα σκέφτεται και γι’ αυτό πρώτα ενδιαφέρεται. Αυτός είναι ο Ιησούς Χριστός ο Κύριος. Αξίζει μ’ όλη μας τη διάνοια και την καρδιά και την ψυχή και τη δύναμη να Τον λατρεύουμε και να Τον αγαπάμε και να Τον υπηρετούμε!!!   Ì

 

Μικρά Ερμηνευτικά

του Αιδ. Π. Κανταρτζή

Μία παραφωνία στους "νέους ουρανούς" και στη "νέα γη" του Θεού;
Ησαίας  65:20

Ερώτηση:
Διαβάζοντας το Ησαίας 65:20 παραξενεύτηκα γιατί από ότι φαίνεται μιλά για θάνατο και αμαρτία. Σημαίνει λοιπόν αυτό ότι στους "νέους ουρανούς" και στη "νέα γη" που ο Θεός "κτίζει" (δες εδ. 17) θα συνεχίσει να υπάρχει θάνατος και αμαρτία;

Απάντηση: Με χαρά δεχθήκαμε την ερώτηση του αγαπητού αναγνώστη μας μιας και είναι η πρώτη περικοπή από την Παλαιά Διαθήκη που καλούμαστε να σχολιάσουμε.

΄Οπως παρατηρούμε στο εδ. 17 του Ησαία 65, η περικοπή που μελετούμε αφορά την νέα δημιουργία του Θεού. Διαβάζουμε, «Επειδή ιδού νέους ουρανούς κτίζω και νέαν γην και δεν θέλει είσθαι μνήμη των προτέρων ουδέ θέλουσιν ελθεί εις τον νουν». Βλέποντας όμως στη συνέχεια της περικοπής την περιγραφή αυτής της νέας δημιουργίας παραξενευόμαστε. Στο εδάφιο 20 λεει, «δεν θέλει είσθαι πλέον εκεί βρέφος ολιγοήμερον και γέρων όστις δεν επλήρωσε τας ημέρας αυτού, διότι το παιδίον θέλει αποθνήσκει εκατόν ετών ο δε εκατόν ετών αμαρτωλός θέλει είσθαι επικατάρατος».

Αυτό που μας ξενίζει στην περιγραφή αυτή είναι το γεγονός ότι μοιάζει να θεωρεί δεδομένη την παρουσία του θανάτου και της αμαρτίας στη νέα δημιουργία του Θεού.

  

Η πρόταση της "προχιλιαστικής" προσέγγισης

  Μία λύση στο πρόβλημα αυτό έρχεται να προσφέρει η «προχιλιαστική» θεολογία. Η άποψη αυτή διδάσκει ότι πριν (εξού και το πρώτο συνθετικό «προ-») το οριστικό τέλος θα υπάρχει μία περίοδος χιλίων ετών (εξού και το δεύτερο συνθετικό « – χιλιασμός») στην οποία ο Ιησούς Χριστός θα βασιλεύει στη γη με γεωγραφικό κέντρο την Παλαιστίνη και την πόλη της Ιερουσαλήμ υλοποιώντας τις υποσχέσεις της Παλαιάς Διαθήκης στο λαό Ισραήλ. Αυτή η αντίληψη στηρίζεται σε ένα από τους διάφορους τρόπους που μπορεί κάποιος να αναγνώσει και να καταλάβει την Αποκάλυψη 20:1 – 3.

Η άποψη αυτή, λοιπόν, προτείνει ότι το εδάφιο που μελετούμε αφορά την χιλιετή βασιλεία η οποία προηγείται της νέας δημιουργίας και έχει μεταβατικό και όχι τελικό και οριστικό χαρακτήρα. Σε αυτή την χιλιετή βασιλεία, σύμφωνα με την προχιλιαστική αντίληψη θα υπάρχει και η πραγματικότητα του θανάτου αλλά και η παρουσία της αμαρτίας. Συμπεραίνουν λοιπόν ότι το εδάφιο αυτό δεν μπορεί παρά να αναφέρεται σε αυτήν την περίοδο.

Μία εναλλακτική προσέγγιση

Παρά το γεγονός ότι η παραπάνω λύση είναι αρκετά δημοφιλής και ευρέως διαδεδομένη στους κύκλους μας πιστεύω ότι πρέπει να προσεγγίσουμε το εδάφιο αυτό με έναν άλλο τρόπο. Πρέπει, λοιπόν, να τονίσουμε ότι η εισαγωγή του εδ. 17 κάνει απολύτως σαφές ότι τα εδάφια που ακολουθούν δεν περιγράφουν τί θα προηγηθεί της νέας δημιουργίας αλλά αυτήν καθαυτή την νέα δημιουργία του Θεού. Αυτό υποστηρίζεται και από τη χρήση του εδ. 17 στην Αποκάλυψη 21:1, «Και είδον ουρανόν νέον και γην νέαν, διότι ο πρώτος ουρανός και η πρώτη γη παρήλθε και η θάλασσα δεν υπάρχει πλέον». Και στην Αποκάλυψη και στην περικοπή του Ησαία αυτό για το οποίο μιλούμε είναι η τελική πράξη του Θεού, η κορύφωση του δράματος της σωτηρίας. Είναι η «λήγουσα» και όχι η «παραλήγουσα» της τελικής λέξης του Θεού.

Αυτή η παρατήρηση λοιπόν, από την μια απορρίπτει την λύση του «προχιλιασμού» από την άλλη όμως επαναφέρει το ερώτημα που αναφέραμε νωρίτερα. Πώς είναι δυνατόν να υπάρχει θάνατος και αμαρτία στην αιώνια και τέλεια νέα δημιουργία του Θεού.

 Μία διαφορετική μετάφραση  του εδαφίου Ησαίας 65:20

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να εξετάσουμε είναι το ότι η μετάφραση του Βάμβα δεν είναι ο μόνος τρόπος για να αποδοθεί το εδάφιο αυτό. Συγκρίνοντάς την με την απόδοση της Νέας Μετάφρασης βλέπουμε αποκλίσεις,

 

Μετάφραση Βάμβα

Νέα Μετάφραση

 

«διότι το παιδίον

 θέλει αποθνήσκει 

 εκατόν ετών

 ο δε εκατόν ετών
 αμαρτωλός

 θέλει είσθαι επικατάρατος» 

 

 

«Γιατί αυτός που θα πεθαίνει

 στα εκατό θα θεωρείται νέος

 και όποιος δεν θα φτάνει

 στα εκατό καταραμένος 

 θα λογαριάζεται».

 

Συγκρίνοντας τις δύο μεταφράσεις παρατηρούμε ότι η πιο σημαντική απόκλιση είναι μεταξύ της απόδοσης ο «εκατόν ετών αμαρτωλός» και «όποιος δεν θα φτάνει στα εκατό». Εδώ η Νέα Μετάφραση ακολουθεί μία πολύ παλιά πρόταση που έχει υιοθετηθεί από πολλούς σύγχρονους σχολιαστές κατανοώντας την Εβραϊκή λέξη «χότε’» όχι με τη στενή έννοια της αμαρτίας αλλά της αστοχίας, της αποτυχίας να φτάσεις σε κάποιο τέρμα. «Όποιος λοιπόν δεν φτάσει στα εκατό» είναι αυτό που εννοεί το εδάφιο και όχι «ο εκατοντάχρονος αμαρτωλός».

Επίσης παρατηρούμε και μία άλλη απόκλιση μεταξύ της φράσης «θέλεις είσθαι επικατάρατος» και «καταραμένος θα λογαριάζεται». Εδώ ξανά το έγκυρο, και θεολογικά συντηρητικό, συντακτικό της Εβραϊκής γλώσσας του Waltke – O’Connor προτείνει ότι η συγκεκριμένη έγκλιση στην οποία βρίσκεται το ρήμα «είμαι καταραμένος»(η έγκλιση είναι η «Πουάλ» και το ρήμα στα Εβραϊκά είναι το «καλάλ») δηλώνει «υπόθεση». Στην γλώσσα μας χρησιμοποιούμε συχνά τη φράση «τρόπος του λέγειν» για τις φορές εκείνες που ο λόγος μας δεν περιγράφει πραγματικότητες αλλά διερευνά πιθανότητες. Την ίδια ακριβώς έννοια έχει, λοιπόν, η έγκλιση του ρήματος και στο εδάφιο που μελετούμε.

 Από μία "ξύλινη" δημοσιογραφική γλώσσα σε μία "συμβολική" ποιητική 

Υιοθετώντας αυτή την διαφορετική μετάφραση του εδαφίου ξεφεύγουμε από την ξύλινη γλώσσα της πρόβλεψης και περνούμε σε μία γλώσσα περισσότερο ανοικτή, μία γλώσσα μεταφορική και συμβολική. Μέσα από την ποιητική και εικονική γλώσσα του εδ. 20 ο Ησαίας περιγράφει το γεγονός της άφθονης ζωής που θα απολαμβάνει ο λαός του Θεού στη νέα δημιουργία. Ο στόχος του δεν είναι το να προσδιορίσει με ακρίβεια το μήκος της ζωής στην νέα δημιουργία του Θεού (υπάρχουν άλλα εδάφια που το κάνουν αυτό όπως το Ησαίας 25:8 που θα δούμε στη συνέχεια) αλλά να περιγράψει τον ευλογημένο και άφθονο χαρακτήρα της.

Σε μία τέτοια μεταφορική ερμηνεία μας οδηγεί και η παρατήρηση ότι το εδάφιο 20 έρχεται ως ένα είδος επέκτασης του εδ. 19β το οποίο λεει, «Κλάματα δεν θ’ ακούγονται πια εκεί ούτε και θρήνοι».Δεν είναι δυνατόν λοιπόν από τη μία να διακηρύττει ότι δεν θα υπάρχει πια «θρήνος» και «κλάμα» και από την άλλη να υπονοεί ότι οι άνθρωποι θα συνεχίζουν να πεθαίνουν. Κατά συνέπεια και η παρατήρηση αυτή μας ωθεί να διαβάσουμε το εδ. 20 με έναν τρόπο πιο ανοικτό και όχι με μία «κυριολεκτικίστικη» (συγχωρέστε μου τον νεολογισμό) νοοτροπία. Εδώ επίσης αξίζει να σημειώσουμε την παράλληλη με το εδ. 19β δήλωση που βρίσκουμε στο 25:8, «Θέλει καταπίει τον θάνατον εν νίκη, και Κύριος ο Θεός θέλει σπογγίσει τα δάκρυα από πάντων των προσώπων και θέλει εξαλείψει το όνειδος του λαού αυτού από πάσης της γης». Βλέπουμε λοιπόν καθαρά ότι το εδάφιο 19 διακηρύττει πως δεν θα υπάρχει θάνατος στη νέα κτίση του Θεού και κατά συνέπεια πρέπει να δούμε ότι το εδ. 20 λέει το ίδιο πράγμα με έναν συμβολικό τρόπο.

Τέλος προς την ίδια κατεύθυνση μας οδηγεί και το εδ. 22β το οποίο αναφέρεται στο ίδιο ακριβώς θέμα και λεει,

«Διότι αι ημέραι του λαού μου είναι ως αι ημέραι του δένδρου και οι εκλεκτοί μου θέλουσι παλαιώσι το έργον των χειρών αυτών».

Βλέπουμε ξανά πως κι εκεί έχουμε μία μεταφορική περιγραφή που μέσα από εικόνες και κοινές εμπειρίες δίνει έμφαση στην πραγματικότητα της «άφθονης κι ευλογημένης ζωής».

 

Η ανατροπή της κατάρας στη  "νέα δημιουργία" του Θεού

 

Το γενικό θέμα αυτής της περικοπής είναι το γεγονός ότι η «νέα δημιουργία» του Θεού θα ανατρέψει την κατάρα της αμαρτίας που σκεπάζει και σκιάζει την παρούσα δημιουργία. Αυτή την αλήθεια την περιγράφει ο Ησαίας χρησιμοποιώντας διάφορες εικόνες που παραπέμπουν σε ορίζοντες πολύ πιο μακρινούς από τους τόπους στους οποίους μας οδηγεί μία επίπεδη ανάγνωσή τους. Για παράδειγμα στα εδάφια 21 – 22 διαβάζουμε, «Και θέλουσιν οικοδομήσει οικίας και κατοικήσει και θέλουσι φυτεύσει αμπελώνας και φάγει τον καρπόν αυτών. Δεν θέλουσι κτίσει αυτοί και άλλος να κατοικήση, δεν θέλουσι φυτεύσει αυτοί και άλλος να φάγη». Ποιο είναι το μήνυμα αυτής της περιγραφής; Ποια είναι η ευλογία που περιγράφει; Είναι απλά το ότι μία μέρα θα εκπληρώσουμε το όνειρο που κάθε αστός έχει να χτίσει ένα σπιτάκι στην εξοχή, να φυτέψει ένα αμπελάκι και να φτιάχνει το κρασάκι του χωρίς να φοβάται ότι θα του το πάρει η τράπεζα επειδή δεν μπόρεσε να πληρώσει το δάνειο που πήρε;

Πιστεύω ότι η περιγραφή των εδαφίων αυτών μιλά για κάτι πολύ βαθύτερο. Στο Δευτερονόμιο 28:30 και Λευιτικό 26:16 βλέπουμε ότι μία από τις κατάρες που συνοδεύουν την αμαρτία και την αθέτηση της διαθήκης είναι το ότι "οικίαν θέλεις οικοδομήσει και δεν θέλεις κατοικήσει εν αυτή, αμπελώνα θέλεις φυτεύσει και δεν θέλεις τρυγήσει αυτόν". Το νόημα της περιγραφής των εδαφίων 21 και 22 από το Ησαίας 65 λοιπόν, πρέπει λοιπόν να κατανοηθεί ως μία υπόσχεση για την ανατροπή της κατάρας που συνοδεύει την παραβίαση της διαθήκης του Θεού. Η εκπλήρωση αυτής της υπόσχεσης δεν περιορίζεται από τις συγκεκριμένες πραγματικότητες που χρησιμοποιούνται για τη διατύπωσή της. Για να καταλάβουμε την σημαντική αυτήν αρχή για την ανάγνωση των προφητικών βιβλίων θα ήθελα να δώσω ένα παράδειγμα.

Φανταστείτε ότι ένας πατέρας που ζει σε μία περίοδο που τα αυτοκίνητα δεν έχουν ακόμη ανακαλυφτεί υπόσχεται στο νεογέννητο παιδί του ότι όταν μεγαλώσει θα του αγοράσει την καλύτερη άμαξα για να μετακινείται. Εν τω μεταξύ ανακαλύπτονται τα αυτοκίνητα και όταν έρχεται η ώρα ο πατέρας να εκπληρώσει την υπόσχεσή του αγοράζει στο παιδί του ένα αυτοκίνητο. Φυσικά το αυτοκίνητο δεν έχει καμία σχέση με την άμαξα.    Ì

  

 + ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΛΑΝΔΡΟΥ  1917-2001

 

Στις 19/01/2001 έφυγε για την ουράνια  πατρίδα ο παλαίμαχος εργάτης του ευαγγελίου Νικόλαος Λάνδρου.

Ο αδελφός Νικόλαος Λάνδρου γεννήθηκε το 1917 στο χωριό Πάνδροσος Σάμου όπου και τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές. Συνέχισε την εκπαίδευσή του στην παιδαγωγική ακαδημία της Αλεξανδρούπολης. Φοιτούσε εκεί με τον αδελφό Αθανάσιο Ηλία μετέπειτα εργάτη του ευαγγελίου που καταγόταν από το ίδιο χωριό της Σάμου.

Ο επαγγελματικός του στόχος ήταν να γίνει δάσκαλος. Ο Θεός όμως είχε ένα σχέδιο που είχε υφάνει σε βάθος χρόνου και ο αδελφός Νικόλαος Λάνδρου βρισκόταν μέσα στο σχέδιο του Θεού χωρίς τότε να το γνωρίζει. Ενώ οι δύο φίλοι ήταν στο δεύτερο και τελευταίο χρόνο των σπουδών τους, γράφτηκε στον πρώτο χρόνο της Ακαδημίας η αδελφή Ουρανία Κάλφογλου, η οποία μίλησε στους δυο φίλους για τον Χριστό και τους παρότρυνε να πάνε στην τοπική εκεί Εκκλησία της Αλεξανδρούπολης. Πρώτος ανταποκρίθηκε ο αδελφός Αθαν. Ηλία. Ο αδελφός Λάνδρου αντιστεκόταν με όλα εκείνα τα επιχειρήματα και τις αντιλογίες που ήταν φυσικό να έχει κάποιος που έχει γεννηθεί και μεγαλώσει μέσα σε Ορθόδοξη Εκκλησία έως ότου κάποια μέρα αποφάσισε να πάει στην Εκκλησία. Δεν μπήκε μέσα αλλά έμεινε έξω. Όμως ελκύστηκε ακούγοντας ακούγοντας δυο ύμνους που έψαλλαν οι αδελφοί. Οι ύμνοι ήταν: «Ιδού φέρω τον σταυρό μου με χαράν ω Ιησού» και «Φως της ψυχής μου Λυτρωτά». Η αρχή είχε γίνει. Η πορεία άλλαξε. Αντί δάσκαλος σχολείου αποφάσισε να μάθει και να διδάξει τα γράμματα του Θεού.

Όμως χρειαζότανε πνευματική κατάρτιση και εκπαίδευση η οποία ολοκληρώθηκε σε τρία στάδια. Πρώτα, θεολογικά μαθήματα από τον αδ. Φιλόθεο Ζήκα στην Εκκλησία Αλεξανδρούπολης. Κατόπιν, θεολογικό ίδρυμα της Ευαγγελικής Εκκλησίας στην Κατερίνη από τον αδ. Άργο Ζωδιάτη. Και, τέλος, η κατάρτιση ολοκληρώθηκε στην Αθήνα με μαθήματα από τους αδ. Μιχ. Κυριακάκη και Γεωρ. Χατζηαντωνίου.

Μετά το πέρας των σπουδών του η Ευαγγελική Εκκλησία Νικαίας εκάλεσε και εξέλεξε τον αδ. Λάνδρου ως ποιμένα της. Χειροτονήθηκε ποιμένας το 1951 και υπηρέτησε την Εκκλησία Νικαίας έως το 1988 συμπληρώνοντας 37 χρόνια διακονίας οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.

Παντρεύτηκε το 1953 την αδ. Λίτσα και ο Θεός του χάρισε δυο πιστά παιδιά, τον Λούκιο και την Λένα και τέσσερα εγγόνια.

Ως άνθρωπος ο αδ. Λάνδρου ήταν τύπος ασκητικός, λιτός, λιτοδίαιτος, φιλομαθής, σταθερός, ευρυμαθής, με βάθος στις σκέψεις του και με μεγάλη υπευθυνότητα.

Ως πνευματικός άνδρας ήταν επιμελής στην διακονία της Εκκλησίας, είχε το χάρισμα της διδασκαλίας, ήξερε να ακούει τον συνομιλητή του, είχε ικανότητα να μεταδίδει θεολογικές αρχές και γνώσεις με παραδείγματα που έμεναν στην μνήμη. Είχε την ικανότητα να δίνει λύσεις στα προβλήματα και δεν φοβόταν το κόστος όταν η θέση του υπηρετούσε την αλήθεια. Στον κηρυγματικό του λόγο απέφευγε τις προχειρότητες. Δεν ήταν οπαδός των λεκτικών πυροτεχνημάτων. Δεν του άρεσαν οι εντυπωσιασμοί. Δεν του άρεσε ούτε να κολακεύει ούτε να τον κολακεύουν. Συνήθιζε να λέει: Γνωρίζω τα ελαττώματά μου.

Είχε μεγάλη επιθυμία να διαφυλαχθεί η ενότητα της Εκκλησίας και το απέδειξε με δυο ενέργειές του στο τέλος της διακονίας του. Πρώτα, όταν πλησίαζε η ώρα της συνταξιοδότησης όρισε την ημέρα της αποχώρησής του και την ετήρησε επειδή πίστευε ότι έτσι διατηρείται η ενότητα της Εκκλησίας και διευκολύνεται η έλευση νέου ποιμένα. Έλεγε: Δεν πρόκειται εγώ να γαντζωθώ στην Εκκλησία. Και βέβαια ικανοποιήθηκε όταν την σκυτάλη της ποίμανσης την παρέδωσε στον αδ. Ιωάννη Υφαντίδη ο οποίος τον διεδέχθη. Και κατόπιν το τελευταίο του κήρυγμα ως ποιμένος. Ήταν την Κυριακή 30/06/1988. Είπε: «Ευχαριστώ την Εκκλησία για την αγάπη της και θέλω να αφήσω την παραγγελία που άφησε ο Απόστολος Παύλος στον Τιμόθεο». Κήρυξε από την πρώτη επιστολή του Απ. Παύλου στον Τιμόθεο κεφ. 1ο, εδάφιο 5. «Το δε τέλος της παραγγελίας είναι αγάπη εκ καθαράς καρδίας και συνειδήσεως αγαθής, και πίστεως ανυποκρίτου». «Τελευταία μου επιθυμία είναι να είσαστε αγαπημένοι και ενωμένοι».

Η κηδεία του έγινε στις 20/01/2001 από την Ευαγγελική Εκκλησία Νίκαιας. Η τελετή έγινε από τον ποιμένα της Εκκλησίας αδ. Κωνστ. Εμμανουηλίδη. Έφεραν χαιρετισμό ο αδ. Φαίδων Καμπουρόπουλος ως πρόεδρος της Τ.Σ.Ν.Ε. και ο αδ. Νικ. Τσιανικλίδης ως πρόεδρος της Γενικής Συνόδου. Επίσης αναγνώστηκαν επιστολές της Β΄ Εκκλησίας Αθηνών, της ΚΕΝ, της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας, της Εκκλησίας Χαλκίδος, της Εκκλησίας Κατερίνης, του αδ. Ιωάν. Υφαντίδη, Ποιμένα της Εκκλησίας Κατερίνης, της Ε.Ε.Τ.Σ.Β.Ε. και της Τοπικής Συνόδου Βορείου Αμερικής.

Τον καρπό της διακονίας του αδελφού Λάνδρου μόνο ο ουρανός μπορεί αδέκαστα να τον αξιολογήσει. Όσο για μένα με ευγνωμοσύνη μπορώ να πω: «Καίτοι αποθανών έτι λαλεί».

 Γιώργος Τοζάκογλου


[1] Το γεγονός όμως πως η προσοχή και η υπηρεσία της Εύας στρέφεται πρωταρχικά γύρω από τον Αδάμ, δεν την καθιστά κατώτερη από αυτόν. Πολλοί σχολιαστές πιστεύουν πως υπάρχει παραλληλισμός ανάμεσα στη δημιουργία του Αδάμ και στη δημιουργία της Εύας. Πρώτον τα κεφάλαιο 2-3 από μόνα τους είναι παράλληλα στην αφήγηση της δημιουργίας του Αδάμ από το χώμα και στη δημιουργία της Εύας από τον Αδάμ. Αυτή η αντιστοιχία φαίνεται και από τα ονόματα που τους δίνονται. Αδάμ  σημαίνει άνθρωπος ενώ αδαμά σημαίνει χώμα, δηλαδή το όνομα του Αδάμ δείχνει την προέλευσή του, πως πλάστηκε από το χώμα. Παρομοίως , το όνομα Ανδρίς (ισσά) έρχεται από το ανήρ (ισς) που δείχνει την προέλευση της Εύας. Δεύτερον, η δημιουργία του Αδάμ έρχεται ως απάντηση σε κάποια ανάγκη που την μαθαίνουμε στο 2:5, «και άνθρωπος δεν ήτο δια να εργάζηται την γην». Παρόμοια η γυναίκα δημιουργήθηκε ως ανταπόκριση σε κάποια άλλη ανάγκη. Διαβάζουμε στο 2:18, «Δεν είναι καλόν να ήναι ο άνθρωπος μόνος». Τρίτον, η κατάρα που έρχεται στον Αδάμ ως αποτέλεσμα της παρακοής του σχετίζεται με τη σχέση του Αδάμ προς το χώμα και την κλήση του να φυλάττει και να καλλιεργεί τον κήπο (Γένεση 3:17-19), όπως επίσης η κατάρα που έρχεται στην Εύα (Γεν. 3:16) σχετίζεται με τον ρόλο της ως συζύγου. 

                Τι σημαίνουν όμως πρακτικά αυτοί οι παραλληλισμοί; Δεν σημαίνει πως ο Αδάμ είναι κατώτερος από το χώμα, αλλά πως η γη αποτελεί το πεδίο της υπηρεσίας του. Το ίδιο ισχύει και με την Εύα. Το γεγονός πως πλάστηκε από τον Αδάμ ως απάντηση σε κάποια ανάγκη, δεν σημαίνει πως είναι κατώτερη, αλλά πως ο σύζυγός της αποτελεί το δικό της πεδίο υπηρεσίας. Προσοχή όμως εδώ. Αυτό δεν σημαίνει πως οι υποχρεώσεις και η δικαιοδοσία της Εύας τελειώνουν στον Αδάμ, όπως επίσης και του Αδάμ οι ευθύνες δεν τελειώνουν με την καλλιέργεια και φύλαξη του κήπου. Το κείμενο που μελετούμε απλά ασχολείται με την Εύα ως σύζυγο του Αδάμ, δεν την αντιμετωπίζει ως γυναίκα γενικότερα. Δηλαδή η αφήγηση της Γένεσης δεν καθορίζει το ρόλο της γυναίκας εν γένει, αλλά το ρόλο της γυναίκας ως συζύγου.

                Η κλήση της Εύας ως γυναίκας, και ως ανθρώπου δεν ήταν διαφορετική από την κλήση του Αδάμ. Και οι δύο μαζί θα αυξάνονταν και θα πλήθυναν τη γη. Και οι δύο μαζί θα ασκούσαν κυριαρχία στη γη μιμούμενοι τον Θεό. Και οι δύο μαζί έπρεπε να προστατέψουν τον κήπο από την εισβολή του Σατανά. (G. P. Hugenberger, “Rib,” The International Standard Bible Encyclopedia, τόμος 4, (Grand Rapids, Michigan, Eerdmans, 1988), σελ. 183-185.}

[2] Δες και την παράλληλη περικοπή στο Α΄ Χρονικών 11:1-3

[3] Την ιδέα περί ‘’πληρεξούσιο του κειμένου’’ την οφείλω στα σχόλια του Στέφανου Ροζάνη στο βιβλίο της Μυρτώς Ρήγου, Ο Αναγνώστης Άμλετ, με τίτλο ‘’Το κείμενο και οι αναγνώσεις του’’ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, Παρασκευή 16 Μαρτίου 2001, σελ. 6-7.

[4] Δυστυχώς κάποιοι έχουν κάνει χρήματα πουλώντας τις θεωρίες τους για τα σενάρια του τέλους (π.χ. ρόλος ΕΟΚ, τα 10 κέρατα, τα Bar Codes, την Procter & Gamble, την είσοδο στην 7η χιλιετηρίδα-7η ημέρα της Δημιουργίας – Ανάπαυσης, το πεντοχίλιαρο, το 666, κ.λ.π.) σε μορφή βιβλίων και κασετών τις οποίες με περισσή αλαζονεία στήριζαν στην Αγία Γραφή.  Συμπεριφέρονταν ως οι πληρεξούσιοι της Αλήθειας και με κατοχυρωμένο το μονοπώλιό της.  Στο τέλος εκείνοι αποδείχτηκαν λάθος, η τσέπη τους με περισσότερα και οι εγκλωβισμένοι οπαδοί τους ‘μπουκάλες’.  Κι ούτε ένα, ‘συγνώμη κάναμε λάθος’!

[5] Είναι αλήθεια ότι μέχρι σημείου η προσέγγιση του ατόμου προς τα κείμενα πρέπει να είναι υπαρξιακή διότι, ‘’Τα έργα, … δεν μπορούν να μιλούν για τον εαυτό τους επειδή ακριβώς δεν υπάρχει καμιά σταθερά του κειμένου, κανέναν δεδομένο σημείο αναφοράς εντός του κειμένου… Το κείμενο απαρτίζεται από τις αναγνώσεις του, φέρει εντός του την πολυφωνία και άρα την αντιφατικότητα των αναγνώσεών του, γίνεται δρων υποκείμενο εξαιτίας των φωνών τις οποίες συσσωματώνοντας συνθέτει και εκφέρει εκ νέου, απαντώντας σε ερωτήματα ανοιχτά, και γι’ αυτό κρίσιμα, και επινοώντας τις διεξόδους αλλά και τις διαφυγές του προς την εμπειρία του παρόντος της ανάγνωσής του.’’  Ροζάνης, σελ. 6.  Όλα αυτά, όμως, αναιρούνται στην περίπτωση της Αγίας Γραφής εξαιτίας της Θεοπνευστίας της και της ιστορίας ερμηνείας της.

[6] Δεν πέρασαν δέκα χρόνια από την ψήφιση του Συντάγματος της μετά-δικτατορικής Ελληνικής Δημοκρατίας και στο πρώτο σοβαρό πρόβλημα (πρόταση Α. Παπανδρέου για Χ. Σαρτζετάκη στην Προεδρία της Δημοκρατίας, Μάρτιος 1985) κλήθηκαν έγκριτοι συνταγματολόγοι για να ερμηνεύσουν τα σχετικά άρθρα του Συντάγματος.  Εάν χρειάζονται οι γνώμες των σοφών για ένα τόσο πρόσφατο Κείμενο πόσο μάλλον για ένα Κείμενο (αναμφίβολα Θεόπνευστο κι Αλάνθαστο στο πρότυπο του) όπως η Αγία Γραφή.

[7] Οι βασικές αρχές έχουν ληφθεί από το βιβλίο του Gadamer, Hans-Georg, Truth and Method. New York: The Crossroad Pub. Cor., 2nd Rev. Ed. 1988.

[8] Γιανναράς Χρήστος.  Το ρητό και το Άρρητο.  Τα γλωσσικά όρια ρεαλισμού της μεταφυσικής.  Χρήστος Γιανναράς & Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία, 1999.  Σελ. 25.

[9] Ροζάνης, σελ. 6.

[10] Schaeffer, Francis A.  Joshua and the Flow of Biblical History.  Downers Grove, IL: InterVarsity Press, 1975, Αφιέρωση.

[11] Γιανναράς Χρήστος.  ‘’Προκατάληψη, δηλαδή αυτοευνουχισμός.’’  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ.  Κυριακή 18 Μαρτίου 2001, Σελ. 16.

[12] Martin Walter R.  The Kingdom of Cults.  Minneapolis, MN: Bethany Fellowship, Inc., Pub.  1977, σελ. 34-111

[13] Σε αρκετές περιοχές της Βόρειας Αμερικής με έντονο το πρόβλημα του αλκοολισμού οι χριστιανοί όχι μόνο δεν πίνουν αλκοόλ, όχι μόνο το θεωρούν αμαρτία, όχι μόνο στη Θεία Ευχαριστία χρησιμοποιούν χυμό σταφυλιού αλλά θεωρούν ότι κάθε αναφορά της Γραφής στον ‘οίνο’ (π.χ. Γάμος της Κανά, το κρασί στο Ανώγειο, κλπ) δεν είναι κρασί με αλκοόλ (πως θα μπορούσε ο Χριστός να αμαρτήσει;) αλλά απλός χυμός σταφυλιού.  Ήταν οι ρατσιστικές προκαταλήψεις των λευκών που οδήγησαν να διαβάσουν την Γραφή και με βάση ‘το Λόγο του Θεού’ να θηριωδήσουν σε βάρος της εικόνας του Θεού.  Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα.

[14] Παραλλαγή φράσης του Γιανναρά στην επιφυλλίδα του στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (βλ. υποσ. #9)

[15] Για παράδειγμα όταν ο Δαυίδ (?) στον Ψαλμό 102.25, ο Ησαίας στο 48.13 και ο Ζαχαρίας 12.1 μιλούν για τα θεμέλια της γης δεν αποκαλύπτουν την κοσμολογία του Θεού για τη γη αλλά εκφράζουν τον Λόγο του Θεού μέσα από τις ‘επιστημονικά’ κοσμολογικές αντιλήψεις της εποχής τους.  Το ίδιο ισχύει και με την γαιοκεντρική κοσμολογία στο λόγο του Ιησού του Ναϋή ‘’’Στήθι, ήλιε, επί την Γαβαών, και συ σελήνη, επί την φάραγγα Αιαλών.  Και ο ήλιος εστάθη, και η σελήνη έμεινεν…’’’ (10.12-13).  Στην πραγματικότητα εκείνη που σταμάτησε ήταν η γη κι όχι ο ήλιος καθώς είναι η γη που κινήται γύρω από τον ήλιο.  Αργότερα, η Εκκλησία αρνούμενη να αναγνωρίσει την ιστορική της απόσταση από κείμενα σαν κι αυτά και βεβαίως επηρεασμένη από τον Αριστοτελισμό του Ακινάτη, διαμόρφωσε την ‘ορθόδοξη’ κοσμοθεωρία της την οποία έπρεπε όλοι να πιστεύουν.  Το αποτέλεσμα ήταν ο Μπρούνο να καεί στην πυρά, ο Γαλιλαίος να ταπεινωθεί ανακαλώντας τις επιστημονικές ανακαλύψεις του, η ηλιοκεντρική πραγματικότητα να ανακηρυχθεί ως αιρετική θέση ενώ η ‘Βιβλική’ θέση να είναι η γεωκεντρική.  Είναι τρομερό και να φανταστεί κανείς τι θα συνέβαινε εάν αυτή η θέση είχε τηρηθεί έως και σήμερα.  Η Αγία Γραφή δεν είναι επιστημονικό εγχειρίδιο κανενός χώρου.  Αλίμονο όταν χρησιμοποιείται μ’ αυτόν τον τρόπο.  Έπαινος αρμόζει σε επιστήμονες όπως ο Γαλιλαίος, ο Μπράχε, ο Κοπέρνικος κι άλλους που θέλησαν να διαβάσουν και διάβασαν την Αγία Γραφή όπως έπρεπε, ως το Λόγο του Θεού κι όχι ως επιστημονικό εγχειρίδιο ντροπιάζοντας όλους εκείνους σε κάθε εποχή που αυτό-ανακηρύσσονται σε ‘υπερασπιστές’ του Θεού.

[16] Παράδειγμα οι αιρετικοί του Faith Movement που επηρεασμένοι από τις διδασκαλίες της Βουδιστικής αίρεσης Soka Gakkai ( Πωλ Γιόνκι Τσο. Η Τέταρτη Διάσταση.  Εκδόσεις Α&Ω, σελ. 37-40) που εστιάζονται στην υγεία, στην ευημερία και στον πλούτο (Labi Nadya, “Buddhism” TIME. December 11, 2000.  Σελ. 85).  Στην πιο φημισμένη ‘εκκλησία’ του Faith Movement στην Αμερικανική ήπειρο την Toronto Airport Christian Fellowship, όπου ισχυρίζονται ότι το 1994 είχαν την ‘επίσκεψη’ του Αγίου Πνεύματος με την εκδήλωση του ‘Άγιου Γέλιου’(sic) και την οποία επισκέπτονται χιλιάδες ταλαίπωροι για να προσκυνήσουν και να λάβουν κι αυτοί το χρίσμα, σήμερα λένε ότι βιώνουν μια άλλη ‘επίσκεψη’ του Αγίου Πνεύματος εκπληρώνοντας έτσι και την υπόσχεση του Θεού στον Ψαλμό 81,10 που λεει, ‘’Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σου, όστις σε ανήγαγεν εκ γης Αιγύπτου. Πλάτυνον το στόμα σου, και θέλω γεμίσει αυτό.’’  Σύμφωνα με τους εκπροσώπους της εκκλησίας, την υπόσχεση του ο Θεός την εκπληρώνει μετατρέποντας το αμάλγαμα των σφραγισμένων δοντιών σε χρυσό.  Μάλιστα, έως πρόσφατα είχαν και ανάλογη σελίδα στην ιστοσελίδα της εκκλησίας τους (www.tacf.org).  Βέβαια, ποτέ δεν μπόρεσαν να αποδείξουν τις αξιώσεις τους παρουσιάζοντας κάποιο άτομο του οποίου το στόμα γέμισε με χρυσό.  (James A. Beverly.  ‘’Dental Miracle Reports Draw Criticism”.  Christianity Today.  May 24, 1999, σελ. 17).  Σίγουρα η περίπτωση αυτή είναι ακραία αλλά ζωντανεύει το πρόβλημα της ερμηνευτικής κατάχρησης του κειμένου.  Στην προκειμένη περίπτωση μια απλή ανάγνωση ολόκληρου του Ψαλμού 81 φανερώνει ότι ο Θεός άλλο έχει στο μυαλό Του κι όχι χρυσό.  Αλλά, όπως λεει και ο λαός, ‘’ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται’’!

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Αρχή ] Πάνω ] Βιβλικό Μήνυμα ] GREEK EVANGELICAL CHURCH ] Συχνές Ερωτήσεις ]
Send mail with questions or comments about this web site. to webmaster- Copyright © 2006 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Last modified: 04/11/2006