ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Αρχή ] Πάνω ] Βιβλικό Μήνυμα ] GREEK EVANGELICAL CHURCH ] Συχνές Ερωτήσεις ]


ΜΑΪΟΣ 2004

Εσωτερική Ευτυχία

 

του Μ. Β. Κυριακάκη

 

«Ευφραίνου εν Κυρίω και θέλει σοι δώσει τα ζητήματα της καρδίας σου…»

Ψαλμ. 37:4

Το εδάφιό μας περιέχει μια προτροπή και μια υπόσχεση. Τόσο η προτροπή όσο και η υπόσχεση απευθύνονται στον πιστό άνθρωπο.

Η προτροπή είναι να ευφραίνεται «εν Κυρίω». Εκεί υπάρχει η εσωτερική ευτυχία του και η αγαλλίαση του πνεύματός του. Έμαθε να χαίρεται εν Κυρίω και προσμένει, ύστερα από αγώνες και παθήματα σ’ αυτόν τον κόσμο, προσμένει τελικά να απολαύσει τη χαρά του Κυρίου του. Ευφραίνου εν Κυρίω! Εκεί υπάρχει για σένα ευχαρίστηση και απόλαυση. Αν θέλεις να ξεχειλίσει η ζωή σου από χαρά, εκεί θα την αναζητήσεις: Στην πηγή –στον Κύριό σου. Ο άπιστος και ο τυπικός, ο κατ’ όνομα χριστιανός, δεν έχει ιδέα ότι υπάρχει μια τέτοια εσωτερική ευτυχία. Αλλού την αναζητά. Και την αναζητά μάταια. Γιατί δεν είναι δυνατόν να ικανοποιηθεί η ψυχή του άφρονα, που περιμένει από τα υλικά πράγματα λέγοντας όπως ο άνθρωπος της παραβολής του Χριστού: «ψυχή μου, έχεις πολλά αγαθά για πολλά χρόνια· φάγε, πίε, ευφραίνου!» Πώς να ευφρανθεί όταν μάλιστα είναι τόσο κοντά η πρόσκληση: «Αυτή τη νύχτα την ψυχή σου απαιτούν από σένα… Και όσα απέκτησες τίνος θα είναι;»

Υπάρχουν δυστυχώς και χριστιανοί, που με τη στάση τους, δίνουν επιχειρήματα στους ασεβείς ότι τάχα η πνευματική ζωή, η αφιερωμένη ζωή, δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένη. Είναι οι ολιγόπιστοι και κακομοίρηδες σαν τους ανθρώπους που έχουν κάτι το παθολογικό και ενώ έχουν όλα τα μέσα να ζήσουν άνετα, στερούν τον εαυτό τους ακόμη και από τα πιο απαραίτητα. Υπάρχουν χριστιανοί που ενώ έχουν στη διάθεσή τους όλον τον πλούτο του ουρανού, ζουν μια φτωχή και κακομοιριασμένη ζωή. Δεν ευφραίνονται εν Κυρίω. Ζουν κάτω από μια καταπίεση.

Ο πιστός έχει χαρές εσωτερικές που τίποτα δεν τις σβήνει. Τις έχει στο κρεβάτι της αρρώστειας του. Τις διατηρεί μέσα στον πόνο. Τις νοιώθει και μέσα στη φυλακή αν βρεθεί. Και προς τον τάφο καθώς προχωρεί, για να εναποθέσει το επίγειο σκήνωμά του, λάμπει από την ελπίδα και τη χαρά ότι θα απολαύσει τη χαρά του Κυρίου του. Ας τα χάσει όλα του κόσμου τα αγαθά. Αυτή την εσωτερική ευτυχία δεν την χάνει ποτέ του. Αυτή ήταν η θριαμβευτική πείρα του Αββακούμ (3:16-18):

«Στην ημέρα της συμφοράς θα αναπαυθώ…

Κι αν η συκιά μου δεν βλαστήσει ούτε τ’ αμπέλια θα μου δώσουν καρπό· όταν μάταια θα κοπιάσω φροντίζοντας τις εληές, και αν τα χωράφια δεν μου δώσουν τροφή· τα πρόβατά μου αν αφανισθούν στο μαντρί και δεν μείνει στο σταύλο ούτε αγελάδα· εγώ θα ευφραίνομαι εις τον Κύριον, θα χαίρομαι στο Θεό της σωτηρίας μου…»

Είχε βρει το μυστικό της εσωτερικής ευτυχίας. Κανένα εξωτερικό περιστατικό δεν την επηρέαζε. Ο Θεός είναι η ανεξάντλητη πηγή ευφροσύνης.

Αλλά ποιο είναι το περιεχόμενό της; Σε τι ακριβώς συνίσταται;

Δεν είναι εύκολο να την περιγράψεις. Τη γνωρίζει μονάχα εκείνος που την έχει γευθεί. Είναι χαρά. Αλλά κάτι περισσότερο, ξεχειλίζει μια ανεκλάλητη χαρά που δεν μπορεί να διατυπωθεί με λόγια. Είναι εσωτερική γαλήνη που όμως δεν φέρνει αδράνεια στην ψυχή, αλλά κινητοποίηση και ξύπνημα. Είναι σαν τη γαλήνη που απλώνεται στη φύση στο ήρεμο πρωινό. Ξυπνούν τα πάντα, αλλά η γαλήνη και η αρμονία βασιλεύουν. Όταν ευφραίνεσαι στο Θεό έχεις έντονη εμπιστοσύνη στην αγάπη Του, νοιώθεις αγάπη απεριόριστη προς Εκείνον και είσαι έτοιμος να κάμεις για το Θεό ο,τιδήποτε και να υποστείς ο,τιδήποτε. Ευφραίνου εν Κυρίω!

Ευφραίνου για την ύπαρξη του Θεού. Το ότι υπάρχει Θεός, και δεν είναι τυφλές δυνάμεις που κυβερνούν το σύμπαν, αυτό είναι αρκετό να με κάνει ευτυχισμένο. Τα πάντα μπορεί να σαλεύονται, να καταρρέουν. Μένει όμως Εκείνος που υπάρχει –ο Ών. Και έχει στα χέρια Του όλη την εξουσία γιατί είναι Παντοκράτωρ και Πάνσοφος. «Ο Κύριος βασιλεύει, ας αγάλλεται η γη!» Ό,τι και αν συμβεί Εκείνος είναι στο θρόνο με παντοδυναμία. Η αγαθή Του πρόνοια ρυθμίζει και κατευθύνει τα πάντα. Ευφραίνομαι σκεπτόμενος τη δύναμη και τη σοφία Του. Και πιο πολύ όταν συλλογισθώ τη χάρη Του και το έλεός Του που ξεχειλίζει. Με παραλαμβάνει από το λάκκο της ταλαιπωρίας και με ανεβάζει σε βράχο υψηλό. Τόσο με αγάπησε, ώστε έδωκε τον Υιό Του τον Μονογενή για να μη χαθώ, αλλά να έχω ζωή αιώνια. Πώς να μην ευφραίνομαι όταν σκέπτομαι ότι ο Χριστός πέθανε για μένα και αναστήθηκε για να ζει μέσα μου και μαζί μου;

Και ευφραίνομαι συλλογιζόμενος όχι μονάχα τι έκαμε και τι κάμνει, αλλά και τι επιφυλάσσει να κάμει στο μέλλον –όταν τα πάντα υποταχθούν σ’ Εκείνον και θα εγκαταστήσει νέους ουρανούς και νέα γη… Όταν η φυλαγμένη στους ουρανούς κληρονομιά, αιώνια, άφθαρτη και αμάραντη και αμίαντη, θα είναι δική μας και θα την απολαμβάνουμε. Όταν θα χορτάσουμε από εκείνα τα οποία οφθαλμός δεν είδε και ωτίον δεν ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου δεν ανέβησαν, όσα ο Θεός ετοίμασε για όσους Τον αγαπούν… Όπως ξέρουμε η αναμονή ενός αγαθού ευφραίνει την καρδιά μας περισσότερο από το αγαθό που έχουμε τώρα στα χέρια μας.

Έρχεται τώρα και ένα άλλο ερώτημα: Πότε δοκιμάζουμε αυτή την ευφροσύνη; Πότε νοιώθουμε εσωτερικά ευτυχισμένοι; Δεν μας λέει από καιρού εις καιρόν, πότε-πότε, σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Δεν έχει όρια χρόνου, είναι κάτι το συνεχές και παντοτεινό.

Φυσικά είναι πιο δύσκολο να ευφραίνεται κανείς στο Θεό όταν όλα πάνε καλά και ζούμε μεσα σε υλικές ανέσεις. Μερικοί νομίζουν ότι ευφραίνονται περισσότερο και είναι πιο ευτυχισμένοι όταν ζουν μέσα σε αφθονία υλικών αγαθών. Λάθος όμως. Ευφραίνονται μάλλον από τα δώρα του Θεού παρά από τον ίδιο. Ευφραίνονται και στηρίζουν την ευτυχία τους στην κτίση μάλλον παρά στον κτίσαντα. Γι’ αυτό τα υλικά πλούτη έχουν τους μεγαλύτερους πειρασμούς. Είναι πιο δύσκολο όταν αποκτάς πλούτο να λες: αυτός ο πλούτος δεν είναι δικός μου, είναι του Θεού, που μου τον εμπιστεύτηκε. Είμαι ένας διαχειριστής. Ο άνθρωπος που απολαμβάνει άφθονες ευλογίες διατρέχει τον κίνδυνο να απολαμβάνει τις ευλογίες και να λησμονεί την πηγή τους, τον Θεό!

Ας έλθουμε τώρα στο δεύτερο σημείο του εδαφίου μας. Η προτροπή «ευφραίνου εν Κυρίω» συνοδεύεται από μια υπόσχεση: «Και θέλει σοι δώσει τα ζητήματα της καρδίας σου». Ό,τι επιθυμεί και ζητά η καρδιά σου, θα σου το δώσει ο Θεός! Η υπόσχεση αυτή είναι απόλυτα συνδεδεμένη με την προτροπή. Για να εκπληρωθεί η υπόσχεση έχει σαν προϋπόθεση το πρώτο μέρος. Όταν ευφραίνεσαι εις τον Κύριον, βρίσκεις όλη σου την ευχαρίστηση και ευτυχία σ’ Εκείνον, τότε ο Θεός θα εκπληρώσει την υπόσχεσή Του να σου δώσει ό,τι επιθυμεί η καρδιά σου.

Είναι φανερό πως θα ήταν καταστρεπτικό για μας να ικανοποιούνται οι επιθυμίες μας ανεξάρτητα από τον Θεό. Γι’ αυτό ο Θεος αρνείται πολλές φορές να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες μας. Θέτει φραγμό –όπως οποιοσδήποτε επίγειος πατέρας θα έθετε κάποιο φραγμό για να εμποδίσει το παιδί του να πέσει στο βάραθρο.

Όταν όμως η ευφροσύνη του ανθρώπου είναι στον Θεό, τότε τέτοιες είναι οι επιθυμίες της καρδιάς του, ώστε αν πραγματοποιηθούν, αυτόν μεν τον ωφελούν και τον ικανοποιούν, δοξάζουν δε τον Θεό. Ξέρει και τι να ζητήσει και πώς να το μεταχειρισθεί όταν του το δώσει ο Θεός.

Η πρώτη και κύρια επιθυμία που ζητά η καρδιά του πιστού, του ανθρώπου που έμαθε να ευφραίνεται εν Κυρίω, είναι να τελειοποιηθεί, να απαλλαγεί από κάθε αμαρτία και ατέλεια. Να ελευθερωθεί από το παλαιό εγώ, από κάθε πειρασμό που τον απειλεί, από την αγάπη του κόσμου –από κάθε τι που έρχεται σε αντίθεση με το Λόγο του Θεού.

Ο πόθος της καρδιάς μου είναι να φανώ χρήσιμος· να κάμω κάτι για Εκείνον που αγαπώ· να οδηγήσω στα πόδια Του κάποια κουρασμένη ψυχή. Ευφραίνου εν Κυρίω και θα δεις ότι θα γίνει αυτό που επιθυμείς. Ίσως όχι ακριβώς με τον τρόπο που θέλεις. Αλλά ο Θεός θα σε χρησιμοποιήσει όπως Εκείνος ξέρει. Πιθανόν να θέλεις να κάμεις μεγάλα πράγματα ενώ ο Θεός θέλει να Τον τιμήσεις σε μικρά, σε πράγματα που φαίνονται ασήμαντα.

Προσπαθείς να ευφρανθείς μέσα στα πολλά υλικά αγαθά και ποτέ δεν είσαι ικανοποιημένος. Γιατί όσο αποκτάς τόσο περισσότερα θέλεις. Όταν όμως ευφραίνεσαι εν Κυρίω, δεν έχει σημασία αν έχεις πολλά ή λίγα ή αν δεν έχεις καθόλου. Έμαθα να περισσεύωμαι και να στερούμαι… Και να χορτάζω και να πεινώ. Εις πάντα είμαι δασκαλεμένος. Τα πάντα δύναμαι δια του ενδυναμούντος με Χριστού…

Τον ευχαριστώ για όλα και ευφραίνομαι –έχω εσωτερική ευτυχία γιατί έχω Εκείνον!  Ì

                                                                               
Ο Μ. Β. Κυριακάκης (1905-1989) υπήρξε τρίτος εκδότης του
περιοδικού.


 

 




 

Η Πορεία προς την Υπόσχεση
Η πιστότητα του Θεού

 

του αιδ. Π. Κανταρτζή

 

Ιησούς του Ναυή 1

Μία γενική αρχή που ισχύει στη μελέτη αφηγήσεων που υπάρχουν στη Βίβλο είναι ότι ο κεντρικός πρωταγωνιστής τους πάντα είναι ο Θεός. Πέρα και πίσω από όλους τους ανθρώπινους χαρακτήρες, που παρουσιάζονται και δρουν πρέπει να αναζητήσουμε, να διακρίνουμε τον Θεό. Μία σημαντική ερώτηση λοιπόν, που θα πρέπει να μας απασχολεί κάθε φορά που διαβάζουμε μία ιστορία της Βίβλου είναι «τι μας διδάσκει σχετικά με το Θεό;» Τι μαθαίνουμε για τον χαρακτήρα του Θεού, για τις βουλές του Θεού, για τις ενέργειές Του;

Καθώς μελετούμε το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του Ιησού του Ναυή, ρωτούμε αυτήν ακριβώς την ερώτηση. Τι μας διδάσκει η εξιστόρηση της κλήσης του Ιησού του Ναυή σχετικά με το Θεό; Είναι αλήθεια ότι στο κεφάλαιο αυτό ο πρωταγωνιστής μοιάζει εκ πρώτης όψεως να είναι ο Ιησούς του Ναυή, ο οποίος παραλαμβάνει την ηγεσία του Ισραήλ, μετά το θάνατο του Μωυσή.

Όμως αν προσέξουμε καλύτερα, θα διαπιστώσουμε ότι η αφήγηση αφορά πρώτα και κύρια τον Θεό που καλεί τον Ιησού του Ναυή.

Το κατεξοχήν χαρακτηριστικό του Θεού, που αναδεικνύεται μέσα από την αφήγηση, είναι η πιστότητά Του. Είναι ο Θεός ο οποίος παραμένει αταλάντευτα και αμετακίνητα πιστός στον Εαυτό Του και στο Λόγο Του. Ας δούμε όμως διάφορες πτυχές αυτής της ευλογημένης ιδιότητας του Κυρίου μας, όπως παρουσιάζονται στην ιστορία που μελετούμε.

Α. Η πιστότητα του Θεού στις βουλές και στα σχέδιά Του

Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο ξεκινά το βιβλίο του Ιησού του Ναυή και η ιστορία της κλήσης του στην ηγεσία του Ισραήλ. Ακούμε τον Θεό να λεει, «ο δούλος μου ο Μωυσής πέθανε» (Ιησούς του Ναυή 1:2). Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Αν ρωτούσαμε έναν απλό Ισραηλίτη θα απαντούσε με απόγνωση ότι σημαίνει πως όλες οι προσδοκίες για την είσοδο στη γη της επαγγελίας κλονίζονται. Ο Μωυσής ήταν αυτός που έλαβε από το Θεό την κλήση και την υπόσχεση για την είσοδο στη γη της επαγγελίας. Ο Μωυσής όμως τώρα πέθανε και ο λαός στέκεται απορημένος μπροστά, αλλά έξω από τη γη της επαγγελίας. Ας ακούσουμε όμως πως συνεχίζει ο λόγος του Θεού προς τον Ιησού, «...Ετοιμάσου λοιπόν τώρα εσύ και όλος αυτός ο λαός να διαβείτε τον Ιορδάνη που είναι μπροστά σας και να μπείτε στη χώρα που δίνω σ’ εσάς, τους Ισραηλίτες» (ΙτΝ 1:2β).

Μπορεί ο Μωυσής να έφυγε, αλλά η πορεία προς την γη της επαγγελίας δεν σταματά. Κανένα πρόσωπο δεν είναι αναντικατάσταστο στην υπόθεση της εκπλήρωσης των βουλών και των υποσχέσεων του Θεού. Ο Θεός υποσχέθηκε να οδηγήσει στο λαό Του στη γη της επαγγελίας. Η υπόσχεση του Θεού δεν περνά, ούτε εξαρτάται αποκλειστικά από κανένα άτομο. Ο Μωυσής πέθανε. Ο Θεός όμως παραμένει πιστός στις δεσμεύσεις Του. Η πορεία συνεχίζεται. Ο ένας ηγέτης έφυγε. Ο Θεός καλεί έναν άλλο. Ας μην επενδύουμε λοιπόν τις ελπίδες σε ανθρώπους. Οι άνθρωποι είναι σαν εργαλεία στα χέρια του αρχιμάστορα. Τα εργαλεία αλλάζουν. Ο αρχιμάστορας όμως συνεχίζει να εργάζεται. Το έργο είναι το Θεού και είναι η πιστότητά Του που το συντηρεί και το συνεχίζει. Το έργο του Θεού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από κανέναν άνθρωπο, αλλά από τον Κύριο.

Β. Η πιστότητα του Θεού στις επαγγελίες Του

Αναφερθήκαμε πριν στην αποθάρρυνση που σίγουρα υπήρχε στις καρδιές όλων των Ισραηλιτών μετά το θάνατο του Μωυσή. Τι θα γίνει τώρα με την υπόσχεση του Θεού; Ο Θεός απαντά στο εδ. 3, «Όπως υποσχέθηκα στο Μωυσή, σας δίνω κάθε τόπο όπου θα πατούν τα πόδια σας». Και συνεχίζει στο εδάφιο 4 να οριοθετεί την γη που θα τους δώσει. Ουσιαστικά ο Θεός επαναλαμβάνει σε όλο το λαό την υπόσχεση που είχε δώσει στον Μωυσή στο Δευτερονόμιο 2:24. Επίσης στο εδ. 6 μιλά για τη χώρα που «την υποσχέθηκα με όρκο στους προγόνους τους». Ο Θεός λοιπόν μένει πιστός στις υποσχέσεις Του. Βέβαια το μάθημα που υπάρχει για μας, είναι ότι μερικές φορές η εκπλήρωσή τους καθυστερεί. Οι πρόγονοι στους οποίους ο Θεός αναφέρεται στο εδ. 6 είναι ο Αβραάμ και οι άλλοι πατριάρχες. Πριν περίπου 400 χρόνια ήταν που ο Θεός υποσχέθηκε στον Αβραάμ μια ξεχωριστή γη που θα έδινε σε αυτόν και στους απογόνους του. Πέρασε πολύς καιρός. Η υπόσχεση απειλήθηκε και κινδύνεψε επανειλημένα. Ο Θεός όμως δεν την ξέχασε. Ο Θεός είναι πιστός στις υποσχέσεις Του. Κι αν μερικές φορές αργεί αυτό δεν σημαίνει ότι ξεχνά...

Γ. Η πιστότητα του Θεού στην παρουσία και φροντίδα Του

Μία άλλη διάσταση της πιστότητας του Θεού όπως παρουσιάζεται στην αφήγησή μας, είναι η αξιοπιστία της παρουσίας Του. Ο Θεός είναι «εκεί» για μας, είναι παρών κάθε φορά που τον χρειαζόμαστε. Διαβεβαιώνει έτσι τον Ιησού του Ναυή, «Εγώ θα είμαι μαζί σου, όπως ήμουν και με το Μωυσή, δε θα σε αφήσω και δεν θα σ’ εγκαταλείψω”(ΙτΝ 1:5β). Όπως ήμουν παρών με τον Μωυσή έτσι θα είμαι και με σένα. Ο Θεός είναι ο μόνος αξιόπιστος σύντροφος και συνοδοιπόρος στην πορεία μας. Υπόσχεται, «δεν θα σε αφήσω». Η φράση αυτή στα Εβραϊκά έχει το νόημα, «δεν θα βγεις ποτέ έξω από το οπτικό μου πεδίο». Όπως ένας γονέας συνοδεύει με το βλέμμα του το παιδί του και δεν το αφήνει από τα μάτια του, έτσι και ο Θεός πάντα έχει στραμμένους τους οφθαλμούς Του πάνω μας.

Ας προσέξουμε όμως μία ακόμη διάσταση. Η υπόσχεση «εγώ θα είμαι μαζί σου» δίνεται στο πλαίσιο της αποστολής «Ετοιμάσου εσύ και όλος ο λαός να διαβείτε τον Ιορδάνη». Η σχέση αυτή μας θυμίζει την μεγάλη αποστολή στο ευαγγέλιο του Ματθαίου. Και εκεί η υπόσχεση «θα είμαι μαζί σας μέχρι την συντέλεια του αιώνα» δίδεται στο πλαίσιο του «πορευθέντες μαθητεύσατε». Με άλλα λόγια γευόμαστε την παρουσία του Θεού, καθώς υπακούμε στην πρόσκληση του Θεού. Όταν κάνουμε βήματα υπακοής, τόλμης και πίστης τότε ο Θεός μας υπόσχεται ότι θα γευόμαστε την παρουσία Του, τη φροντίδα και την ενδυνάμωσή Του, κάθε στιγμή της πορείας μας.

Τι όμως σημαίνει για μας και για τη ζωή μας αυτό το στοιχείο του Θείου χαρακτήρα;

Η απάντηση είναι ξεκάθαρη στην αφήγησή μας. Επειδή ο Θεός είναι πιστός στις βουλές Του, στις επαγγελίες Του, στην διάθεση της παρουσίας Του, ο Ιησούς του Ναυή πρέπει να μη φοβάται αλλά να είναι θαρραλέος και δυνατός (εδ. 6, 7, 9).

Αυτή η εφαρμογή είναι ξεκάθαρη και στην προς Εβραίους 13:5- 6,

«΄Οπως είπε ο Θεός: Δε θα σ’ αφήσω μόνον, ούτε θα σ’ εγκαταλείψω.Έτσι μπορούμε με θάρρος να λέμε: Ο Κύριος είναι βοηθός μου δε θα φοβηθώ. Τι μπορεί να μου κάνει ένας άνθρωπος;»  Ì

                                                                               

Ο αιδ. Π. Κανταρτζής είναι ποιμένας της Α΄ Ε.Ε.Ε. Αθηνών.

 


 

 

 

Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο
Ο Ιησούς και η Έλευση της Βασιλείας του Θεού

 

του Scott Hafemann

 

 

Aν ρωτούσατε πολλούς χριστιανούς σήμερα, «Ποιο είναι το κεντρικό μήνυμα της ζωής του Ιησού και της διακονίας Του;», η απάντηση θα διέφερε σημαντικά. Μερικοί θα έλεγαν, «αγάπη», άλλοι, «η συγχώρεση των αμαρτιών», ενώ άλλοι θα έλεγαν ότι ο Ιησούς είναι ο «Υιός του Θεού» ή το μεγάλο παράδειγμα του τι σημαίνει να ζεις μια «άγια ζωή». Ενώ όλες αυτές οι απαντήσεις είναι τμήμα του μηνύματος του Ιησού, κανένα από αυτά δεν είναι βασικό σημείο της ζωής και διακονίας Του. Μάλλον το κεντρικό θέμα της ζωής και διακονίας του Ιησού, διακηρύττεται στη δήλωση – θέμα του Μάρκου 1:14-15:

Meta. de. to. paradoqh/nai to.n VIwa,nnhn h=lqen o` VIhsou/j eivj th.n Galilai,an khru,sswn to. euvagge,lion tou/ qeou/  kai. le,gwn o[ti Peplh,rwtai o` kairo.j kai. h;ggiken h` basilei,a tou/ qeou/\ metanoei/te kai. pisteu,ete evn tw/| euvaggeli,w|Å

Το βασικό μήνυμα του Ιησού δεν ήταν σχετικά με τον εαυτό Του, ήταν καλά νέα (ένα «ευαγγέλιο») σχετικά με το Θεό. Συγκεκριμένα, ήταν τα καλά νέα ότι ο χρόνος της αναμονής είχε τελειώσει: η Βασιλεία του Θεού, δηλαδή, η κυριαρχία και εξουσία Του επάνω στο λαό Του, τώρα ανατέλλουν. Ως αποτέλεσμα, όλοι οι άνθρωποι θα έπρεπε να πάψουν να εμπιστεύονται στους εαυτούς τους και να ζουν μακριά από το Θεό (θα έπρεπε να «μετανοήσουν»). Αντιθέτως, θα έπρεπε να αρχίσουν να εμπιστεύονται τα καλά νέα, ότι η κυρίαρχη δύναμη και παρουσία Θεού εισέβαλε τώρα μέσα στον κόσμο, με σκοπό να απελευθερώσει το λαό Του από την καταδυνάστευση της αμαρτίας και του κακού, που τον έθλιβαν από την Πτώση στον κήπο της Εδέμ! Αυτή η διακήρυξη της Βασιλείας του Θεού, αποτελεί και την ιδιαίτερη εκείνη οπτική γωνία μέσα από την οποία πρέπει να κατανοήσουμε όλη τη διακονία του Ιησού (δες Ματθ. 4:17, 10:7, Λουκ. 16:16).

Η Βασιλεία του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη

Το μήνυμα της Βασιλείας του Θεού δεν το επινόησε ο Ιησούς. Το υπόβαθρο του μηνύματος του Ιησού ήταν η εμπειρία της εξουσίας του Θεού, από τον Ισραήλ, όπως καταγράφεται στην Παλαιά Διαθήκη. Ως η καρδιά της κυρίαρχης σχέσης του Θεού με τον Ισραήλ και τα έθνη, η Βίβλος διακηρύττει ότι ο Θεός είναι «Βασιλιάς» (Ψαλμ.10, 16, 29:10, 103:19, Ησα.43:15). Στον Λουκά 4:18-21, ο Ιησούς εξαγγέλλει ότι εκπληρώνει την κλήση «να κηρύξει το Ευαγγέλιο στους φτωχούς», όπως ο Θεός έχει υποσχεθεί στον Ησα.61:1-2, το οποίο εστιάζει στο γεγονός ότι το «ευαγγέλιο» είναι τα «καλά νέα» του «καλού και της σωτηρίας», που πρόκειται να έρθουν όταν ο Θεός τελικά βασιλεύσει ως αποφασιστικός και παντοτινός Βασιλιάς του λαού Του (δες επίσης, Ησα.52:7). Ο Θεός αποκάλυψε τον εαυτό Του ως Κυρίαρχο στη Δημιουργία (η «εικόνα του Θεού» είναι η κυριαρχία του Θεού στον κόσμο, Γεν.1:26). Φανέρωσε τη δύναμή Του ως ο μόνος Παντοδύναμος Βασιλιάς, στην Έξοδο (Έξοδος 15:18). Και υποσχέθηκε ότι θα εξασκήσει την εξουσία Του επάνω στον Ισραήλ και τα έθνη μέσω του διορισμένου Του επίγειου βασιλιά, του απόγονου του Δαβίδ, του οποίου η Βασιλεία θα διαρκούσε παντοτινά (Β΄ Σαμ. 7:13). Στην πραγματικότητα, ο Ισραήλ ήταν εκείνος που κατά θείο σκοπό θα αποτελούσε «βασίλειο ιεράτευμα και έθνος άγιο», δηλαδή, «περιούσιο λαό του Θεού μεταξύ όλων των εθνών» (Έξοδος 19:5-6). Ως ο εκλεκτός από όλα τα έθνη, για να ζήσει την έναρξη της βασιλείας του Θεού επάνω στη γη, ο Ισραήλ αποτελούσε το βασίλειο, το επίκεντρο της εξουσίας και παρουσίας του Θεού μέσα στον κόσμο.

Παρόλα αυτά, η εμπειρία του Ισραήλ ως έθνος τελείωσε κατά την εξορία από τη γη τους, που ήταν η κρίση του Θεού για την ειδωλολατρία τους. Όμως, ο Θεός δεν ξέχασε την υπόσχεσή Του να κυβερνά και εξουσιάζει επάνω στο λαό Του! Διακήρυξε ότι κάποια μέρα θα αποκαθιστούσε τον Ισραήλ, και τα έθνη μαζί του, μέσω της μελλοντικής γέννησης κάποιου Δαβιδικού βασιλιά (Ησα. 9:6-7, Ιερ. 23:3-6). Μέσω αυτού του Μεσσία, ο Θεός κάποια μέρα θα βασίλευε επάνω στον Ισραήλ και τα έθνη ως Κριτής, Νομοθέτης και Βασιλιάς (Ησα 2:1-4, 33:13-24, 43:14-21, Ιεζ 20:33).

Η Απρόσμενη Πραγματικότητα  της Βασιλείας του Θεού  στη Διακονία του Ιησού

Το τρομακτικό μήνυμα του Ιησού ήταν ότι, μετά από παρέλευση περισσοτέρων από 500 χρόνων καταπίεσης από ξένους άρχοντες, ο καιρός της προσμονής τελείωσε! Η μακραίωνη προσδοκία της ελπίδας για την έλευση της Βασιλείας του Θεού, που θα σήμαινε τη λύτρωση του λαού του Θεού και την κρίση των ασεβών ανθρώπων, εκπληρωνόταν τώρα στη ζωή και τη διακονία του Ιησού (Λουκ.16:16, Ματθ.11:12)! Έτσι, καθ’ όλη τη διάρκεια της διακονίας στη Γαλιλαία, ο Ιησούς φανέρωσε την πραγματικότητα της Βασιλείας του Θεού, εκβάλλοντας δαιμόνια, για να καταδείξει τη νίκη Του επάνω στο Σατανά (Λουκ.11:19-20), θεραπεύοντας τους αρρώστους, για να καταδείξει τη μέλλουσα να έρθει λύτρωση, όταν οι συνέπειες της αμαρτίας μεταστραφούν (Μάρκ.2:5, 9-11), συνάζοντας τους δώδεκα μαθητές, όπως τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ, ως αντιπρόσωπος του λαού της Βασιλείας (Μαρκ.3:16-19) και ξοδεύοντας το χρόνο Του κηρύττοντας το μήνυμα της Βασιλείας σε όλες τις γύρω περιοχές, καθώς «στάλθηκε για αυτό το σκοπό» (Λουκ.4:43). Η Βασιλεία του Θεού είναι παρούσα διότι ο Βασιλιάς είναι παρών!

Στην πραγματικότητα, ο Ιησούς ενθρονίστηκε ως Βασιλιάς στη βάπτισή Του, όταν ο ίδιος ο Θεός ανακήρυξε τον Ιησού ως το βασιλικό «Υιό», σε εκπλήρωση του Ψαλμού 2:7, και του Β΄ Σαμ.7:12-14. Την ίδια στιγμή, ο Θεός εξήγησε το ποιος είναι ο Υιός Του, (ο Δούλος του Κυρίου), χρησιμοποιώντας τα λόγια του Ησα.42:1, «στον οποίο ο Θεός ευαρεστείται». Αυτός ο Δούλος, όχι μόνο εξισώθηκε με τον Ισραήλ, αλλά επίσης ταυτίστηκε με τον πάσχοντα Δούλο του Ησαΐα 52:13-53:12 (δες Ματθ.3:17, Μάρκ.1:11, Λουκ.3:22). Συνεπώς, σε μία εκπληκτική εξέλιξη των γεγονότων, ο Ιησούς διακηρύσσεται, κατά τη βάπτισή Του, ότι είναι ο Μεσσίας από τη γενιά του Δαβίδ, που για χρόνια προσδοκούσε ο λαός του Θεού, ο οποίος στάλθηκε με σκοπό να βασιλεύσει επάνω στο λαό του Θεού ως αντιπρόσωπος του Θεού («Υιός Του»), αλλά να το κάνει αυτό ως δούλος, που κλήθηκε να πάσχει εκ μέρους του λαού Του ως αντιπρόσωπός τους! Η Βασιλεία του Θεού είναι παρούσα, αλλά όχι όπως οι περισσότεροι άνθρωποι περίμεναν. Ο βασιλικός Υιός είναι ο πάσχων Δούλος! Για το λόγο αυτό, το Πνεύμα οδηγεί τον Ιησού, μέσα στα πλαίσια της κλήσης Του, στην έρημο για «σαράντα ημέρες», με σκοπό να πειραστεί (Ματθ.4:1-2, Μάρκ.1:12-13, Λουκ.4:1-2), όπως ακριβώς και ο Ισραήλ πειράστηκε στην έρημο ως «υιός» του Θεού (Έξοδ.4:22). Σε αντίθεση όμως με τον Ισραήλ, που στην πραγματικότητα καταστράφηκε στην έρημο εξαιτίας της έλλειψης εμπιστοσύνης στο Θεό, ο Ιησούς αντιστέκεται στον πειρασμό, να αγνοήσει την κλήση να πάθει, για χάρη ενός πιο άμεσου και ένδοξου δρόμου απόκτησης της εξουσίας επάνω σε «όλα τα βασίλεια του κόσμου» (Ματθ.4:8-9, Λουκ.4:5-6).

Αυτός ο πειρασμός δεν τελειώνει στην έρημο, αλλά ακολουθεί τον Ιησού καθ’ όλη την πορεία Του, μέχρι τον Κήπο της Γεθσημανή. Ο Ιησούς έρχεται να βασιλεύσει επάνω στο λαό του Θεού ως ο κεχρισμένος Βασιλιάς τους. Ωστόσο, η βασιλική εξουσία Του αντί να Τον οδηγήσει να κατατροπώσει, (κυριολεκτικά), τους Ρωμαίους, Τον οδηγεί προς ένα Ρωμαϊκό σταυρό, όπου καταδικάζεται από τους Ιουδαίους ως ένας ψεύτικος μεσσίας, και εκτελείται από τις αρχές, για προδοσία. Παρόλα αυτά, όμως, ως μια ειρωνική εκπλήρωση της πραγματικής ταυτότητάς Του, ο Ιησούς, κατά την ώρα της σταύρωσής Του, λοιδορείται με το ντύσιμό Του με βασιλικό μανδύα, με το στεφάνωμά Του με αγκάθινο στεφάνι, και με το χαιρετισμό Του ως «Βασιλιάς των Ιουδαίων», όπως ακριβώς και η πινακίδα επάνω στο σταυρό έλεγε, «Αυτός, ο Ιησούς, είναι ο Βασιλιάς των Ιουδαίων» (Ματθ.27:27-37). Πράγματι, ο Μεσσίας στάλθηκε με σκοπό να ιδρύσει τη Βασιλεία του Θεού, όχι εκφέροντας την κρίση του Θεού επάνω στους ασεβείς, αλλά λαμβάνοντας επάνω Του την οργή αυτή του Θεού που προοριζόταν για τον κόσμο. Ο ερχομός της Βασιλείας του Θεού δε φέρνει την κρίση του Θεού, αλλά αυτή πέφτει επάνω σε Εκείνον τον ένα που δεν το αξίζει! Διότι, καθώς ο ίδιος ο Ιησούς διακήρυξε, όταν αποφάσισε να πορευτεί για την Ιερουσαλήμ, να πεθάνει σε εκπλήρωση της κλήσης που έλαβε κατά τη βάπτισή Του, «ο Υιός του Ανθρώπου ήρθε όχι για να υπηρετηθεί, αλλά να υπηρετήσει, και δώσει τη ζωή Του ως λύτρο αντί πολλών» (το Μάρκος 10:45, εξηγεί το Δαν.7:13κοκ, μέσα από το Ησαΐας 53).

Έτσι, ενώ ο Ιησούς κρέμεται επάνω στο σταυρό, το πλήθος Τον χλευάζει ως εκείνον που είχε πει ότι μπορούσε να σώσει άλλους, και τώρα, αν ήταν ο αληθινός Μεσσίας και Βασιλιάς, να σώσει και τον εαυτό Του (Ματθ.27:38-43, Μάρκ.15:27-32, Λουκ.23:35-38). Ωστόσο, ακριβώς επειδή ο Ιησούς είναι ο Βασιλιάς, που στάλθηκε ώστε να πάθει και πεθάνει ως ο Δούλος του Θεού, που αρνήθηκε να κατέβει από το σταυρό (Ματθ.27:42, Μάρκ.15:32). Πραγματικά, η Ανάσταση του Ιησού δικαιώνει τον ισχυρισμό Του, ότι είναι ο Μεσσίας, ο Κύριος των εθνών, φανερώνει το αληθές του λόγου Του, ότι πέθανε για τη σωτηρία των άλλων και όχι για τον εαυτό Του, και δείχνει προς τη δεύτερη έλευσή Του ως Κριτή (Ματθ.12:38-42, Λουκ.11:29-30, Μάρκ.13:26-27, 14:62).

Το Μυστήριο της Βασιλείας

Όπως οι παραβολές του Ιησού για την Βασιλεία διευκρινίζουν, ένα «μυστήριο» βρίσκεται εκεί, στο επίκεντρο της έλευσης της Βασιλείας του Θεού (Ματθ.13:1-33, Μάρκ.4:1-32, Λουκ.8:4-18, 13:18-21). Από τη μία πλευρά, με την έλευση του Ιησού, η Βασιλεία είναι τώρα παρούσα. Από την άλλη πλευρά, η Βασιλεία δεν είναι ακόμη παρούσα σε όλη την πληρότητά της. Με άλλα λόγια, το «μυστήριο της Βασιλείας» είναι το γεγονός ότι η Βασιλεία του Θεού πραγματοποιείται τώρα εν μέσω του πονηρού αιώνα που ακόμη κυριαρχεί σε αυτό τον κόσμο. Ο Ιησούς έχει εγκαινιάσει τη Βασιλεία, αλλά η πληρότητά της αναμένεται στο μέλλον. Αυτός είναι ο λόγος που η βασική προσευχή εκείνων που ακολουθούν τον Ιησού θα πρέπει να είναι «Ελθέτω η Βασιλεία σου». Μόνο όταν ο Χριστός επιστρέψει ως παντοδύναμος άρχοντας η τρομερή και τελική κρίση του Θεού θα πραγματοποιηθεί, και η Βασιλεία θα εγκαθιδρυθεί σε όλη της τη δόξα (Μάρκ.4:26-29, Ματθ.13:24-30, 47-50, 16:27).

Εν τω μεταξύ, η Βασιλεία επεκτείνεται σε όλο τον κόσμο μέσω της ζωής και μαρτυρίας εκείνων που έχουν εμπιστευθεί τη ζωή τους στον Ιησού ως Βασιλιά τους, οι οποίοι, παράλληλα, αναπαύονται μόνο στο Χριστό για τη συγχώρεση των αμαρτιών τους και ταυτόχρονα λαμβάνουν το σταυρό τους και Τον ακολουθούν (Μάρκ.8:34-37).     Ì

                                                                               

Ο Scott J. Hafeman είναι καθηγητής Καινής Διαθήκης και Εξηγητικής στην έδρα Gerald F. Hawthorne του Κολλεγίου Wheaton.

Το ανωτέρω άρθρο παραγγέλθηκε από τον επιμελητή της σειράς «Καινή Διαθήκη».

Μετάφραση: Σταύρος Δεληγιάννης

 

Συγχύσεις, αντιπαραθέσεις και διαχωρισμοί στις σχέσεις της θρησκευτικής, εθνικής
και πολιτικής ταυτότητας
των Ελλήνων

 

του κ. Αντώνη Μανιτάκη

 

 

 

ÐáãêïóìéïðïéçìÝíç ïìïéïìïñößá êáé óõëëïãéêÝò éäéáéôåñüôçôåò

 

Με την παγκοσμιοποίηση, την εντεινόμενη, δηλαδή, τάση για στενή, πλανητική αλληλεξάρτηση των εθνικών οικονομικών που συνοδεύεται από την τρομακτική εξέλιξη των επικοινωνιών, μετακινούνται και ανταλλάσσονται ανεξέλεγκτα εμπορεύματα, κεφάλαια, πρόσωπα, ιδέες, γνώσεις και έργα τέχνης, μηνύματα και σύμβολα και έρχονται σε επαφή κοινωνίες και πολιτισμοί. Η πλανητική αυτή ανοικτή επικοινωνία, που συντελείται με τους όρους και τη λογική μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας της αγοράς, προωθεί τελικά και τείνει να επιβάλλει στις κοινωνίες έναν ενιαίο κώδικα επικοινωνίας και ένα κυρίαρχο, γενικευμένο, κριτήριο αξιολόγησης αγαθών και αξιών. Οι επί μέρους πολιτισμοί και οι εθνικές κοινωνίες, που είναι ανοικτές στον παγκοσμιοποιημένο πολιτιστικό ορίζοντα, είναι φυσικό να αισθάνονται ότι απειλούνται και ότι διακινδυνεύεται η ταυτότητα ή ιδιαιτερότητά τους. Έτσι, παράλληλα με την ισοπέδωση και την ομοιομορφία, η παγκοσμιοποίηση παράγει και προάγει το φαινόμενο των συλλογικών ταυτοτήτων, αποκαλύπτει την πολλαπλότητητά τους και καταδεικνύει τις ιδιαιτερότητές τους. Προκαλεί σε οικουμενικό επίπεδο την εμφάνισή τους και αναδεικνύει τη σημασία τους, καθιστώντας τη συζήτηση γι’ αυτές σε ένα από τα κεντρικά ζητήματα της κοινωνίας.

Παρατηρείται έτσι μια έκρηξη της ανάγκης για υπεράσπιση και αναγνώριση της συλλογικής ταυτότητας κοινωνικών και ιδίως πολιτισμικών ομάδων. Την εποχή της υποχώρησης του εθνικού κράτους και του επικοινωνιακού κατακλυσμού, η δημόσια αναγνώριση των συλλογικών ταυτοτήτων από το κράτος και την κοινωνία γίνεται θέμα δημόσιας συζήτησης, διεκδίκησης και αντιδικίας. Όλο και περισσότερο, όλο και πιο συχνά, άτομα και ομάδες αισθάνονται την ανάγκη να δηλώσουν και να διακηρύξουν δημόσια ότι ανήκουν σε ένα σύνολο, σε μια κοινότητα ανθρώπων, φαντασιακή ή πραγματική, που εμφανίζει ιδιαίτερα συλλογικά χαρακτηριστικά, και την κάνει να ξεχωρίζει από άλλες ομοειδείς κοινότητες. Με τον τρόπο αυτό, οι ανήκοντες σε μια τέτοια κοινότητα, από την μια μεριά, επιθυμούν να κάνουν γνωστό σε όλους ότι διακρίνονται από άλλα ομογενή σύνολα και ότι διαθέτουν τη δική τους συλλογική ταυτότητα, και, από την άλλη, απαιτούν τόσο από την Πολιτεία όσο και την κοινωνία να γίνει σεβαστή αυτή η συλλογική τους ταυτότητα και να τους αναγνωριστεί δημόσια.

Η δημόσια αναγνώριση της ύπαρξης μιας συλλογικότητας εμφανίζεται με δύο διαστάσεις: μια ατομική και μια συλλογική. Α) Η ατομική γίνεται αντιληπτή με την αναγνώριση της ιδιότητας ότι κάποιος ανήκει και θέλει να ανήκει σε μια κοινότητα προσώπων και η ιδιότητα αυτή θα ήθελε να αποτελεί στοιχείο της προσωπικής του ταυτότητας. Έτσι, κάποιος θέλει να αναγνωρίζεται ως μουσουλμάνος, εβραίος, χριστιανός, σλαβόφωνος, πομάκος ή αναρχικός και επιθυμεί η ιδιότητά του αυτή να τον χαρακτηρίζει, να τον διακρίνει, και να γίνεται σεβαστή ως γνώρισμα της προσωπικής του ταυτότητας από όλους και από αυτούς που έχουν μια διαφορετική, αλλά ομοιογενή ιδιότητα με τη δική του. Αυτό μπορεί να δηλώνεται με ένα τσεμπέρι, με ένα αστέρι, με ένα δηλωτικό σήμα ή και με την απαίτηση αναγραφής του θρησκεύματος σε κάποια ταυτότητα. Β) Η δεύτερη διάσταση, που είναι εξίσου σημαντική, εκδηλώνεται με την απαίτηση η συλλογική αυτή ταυτότητα να αναγνωριστεί δημόσια και επίσημα ως συλλογικό μόρφωμα, ως κοινότητα ανθρώπων και να αποτελέσει στοιχείο της δημόσιας σφαίρας και ως τέτοιο να μπορεί να συμμετέχει στα κοινά πράγματα, στο δημόσιο διάλογο και να λαμβάνεται υπόψη στη λήψη των κρατικών αποφάσεων που την αφορούν. Η αξίωση αυτή γίνεται αντιληπτή με την απαίτηση αναγνώρισης συλλογικών δικαιωμάτων στις διάφορες μειονότητες –θρησκευτικές και γλωσσικές-, αλλά και σε πλειονότητες, αν θυμηθεί κανείς την πρόσφατη απαίτηση της Ιεραρχίας να αναγνωριστεί η θρησκευτική κοινότητα των Ελλήνων Ορθοδόξων πιστών ως στοιχείο της εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων.

Όπως τονίσαμε στην αρχή της εισήγησης, η ανάδειξη των συλλογικών ταυτοτήτων σε σημαίνον ζήτημα της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας είναι συνέπεια και έρχεται ως αντίδραση και αντίσταση στο φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας, η οποία κομίζει μέσω των Μ.Μ.Ε. ομοιογενοποίηση και ενιαιοποίηση προϊόντων, εμπορευμάτων, συμβόλων, πολιτιστικών αγαθών και προτύπων ζωής. Η παγκοσμιοποίηση επομένως, προκαλεί την ανάδυση των συλλογικών ταυτοτήτων, συντείνει στη συνειδητοποίηση της ύπαρξής τους και συνεργεί στη μορφοποίηση και ενίοτε στην κατασκευή τους. Δεν τις απειλεί άρα, ούτε τις αντιμάχεται, μάλλον τις εγκαλεί.

Η έκρηξή τους συνδυάζεται βέβαια και με ένα παράλληλο φαινόμενο της υποχώρησης ή παρακμής των εθνικών κρατών. Η διάβρωση της συνεκτικής και ενοποιητικής δύναμης του εθνικού κράτους, η συμβολική και πραγματική αποδυνάμωσή του, έφεραν στην επιφάνεια και έκαναν σημαντικούς άλλους δεσμούς ενοποιητικούς με συλλογική υποκειμενικότητα, τις συλλογικές ταυτότητες, πολιτιστικές, γλωσσικές, θρησκευτικές, αθλητικές, εθνοτικές, οι οποίες διασταυρώνονται μεταξύ τους και επικάθονται, ως επάλληλα και αλληλοεπηρεαζόμενα στρώματα, μέσα, πλάι, αλλά και σε αντιπαράθεση με το εθνικό κράτος.

Η διεργασία ανάδυσης και μορφοποίησης των συλλογικών ταυτοτήτων είναι πολυσύνθετη, αντιφατική και συγκρουσιακή. Κάθε συλλογική ταυτότητα μορφοποιείται σε αντιπαράθεση με κάποια άλλη και συνυπάρχει διασταυρωνόμενη με κάποια άλλη. Κάθε πρόσωπο μπορεί να έχει πολλαπλές συλλογικές ταυτότητες και να αντιμάχεται κάποιες άλλες.

Ç êñßóç óτιò ó÷Ýóåéò êñÜôïõò êáé åêêëçóßáò êáé η ôáýôéóç ôçò åèíéêÞò ìå ôçí èñçóêåõτιêÞ ôáõôüôçôá

Μέσα σ’ αυτή την ιστορική διεργασία διάπλασης και ανάπλασης των συλλογικών ταυτοτήτων, θα πρέπει να εντάξουμε και την πρόσφατη κρίση στις σχέσεις κράτους και Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος. Η Ιεραρχία ερμήνευσε λανθασμένα και αντιφατικά, κατά την γνώμη μου, την τάση αυτή και θέλησε να επωφεληθεί διπλά. Επιδίωξε να αναγνωριστεί η Εκκλησία της Ελλάδος, ταυτόχρονα, τόσο ως θεσμός κρατικός που διαχειρίζεται ως τέτοιος «την κοινότητα των Ορθοδόξων πιστών» όσο και ως εκπρόσωπος του Έθνους, επειδή εκπροσωπεί τους πιστούς, που βρίσκονται στην εθνική επικράτεια και οι οποίοι στην τεράστια πλειοψηφία τους είναι ορθόδοξοι.

Η Ιεραρχία απαιτούσε από το ελληνικό κράτος και την ελληνική κοινωνία να αναγνωριστεί στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος επίσημα και δημόσια μια διπλή ιδιότητα: ήθελε, ταυτόχρονα και παράλληλα, να αναγνωριστεί τόσο ως θεσμός εθνοκρατικός, που χρωματίζει και χαρακτηρίζει ιδεολογικά το ελληνικό έθνος και κράτος, όσο και ως κοινότητα εθνικο-θρησκευτική. Άλλοτε έβλεπε και βλέπει τον εαυτό της ως εκπρόσωπο υπερβατικό μιας θρησκευτικής κοινότητας με εθνικά χαρακτηριστικά και άλλοτε ως εκπρόσωπο μιας εθνικής κοινότητας με θρησκευτικά γνωρίσματα. Θύμα αυτών των αντιφάσεων έπεσε και η ίδια, γιατί δεν κατανόησε ούτε την ιστορικότητα της ύπαρξής της ούτε την ιστορική σημασία των καιρών.

Ωστόσο η θεσμική οργάνωση και η συμβολική αναπαράσταση των Ορθοδόξων πιστών της Ελλάδος ως μελών μιας εθνικής προεχόντως κοινότητας, η εθνοκρατική αποκλειστικά δηλαδή σύλληψη της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος εμπόδιζε και εμποδίζει τη σύλληψη της κοινωνίας των Ορθοδόξων πιστών ως μιας κοινότητας θρησκευτικής με διακριτά συλλογικά γνωρίσματα, ως μιας συλλογικότητας με τη δική της θρησκευτική ταυτότητα. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος είναι ότι αδυνατεί λόγω του ιστορικού παρελθόντος της να ξεχωρίσει τη θρησκευτική της ταυτότητα από την εθνική. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος δημιουργήθηκε τον 19ο αιώνα από το εθνικό κράτος για τις ανάγκες του και τις επιδιώξεις του, με αποτέλεσμα η θρησκευτική ταυτότητα των ορθόδοξων πιστών, που κατοικούσαν στην ελληνική επικράτεια, να εξανεμιστεί για χάρη της εθνικής τους ταυτότητας. Η Ορθοδοξία έγινε το αναγκαίο υπόστρωμα της εθνικής συνείδησης και αναγνωρίστηκε σταδιακά ως συστατικό της στοιχείο.

Έτσι, η συλλογική ταυτότητα των Ελλήνων Ορθοδόξων πιστών προσδιοριζόταν με κύρια αναφορά όχι την πίστη τους ή τις λατρευτικές τους συνήθειες, αλλά το συνανήκειν στην ίδια εθνική κοινότητα. Η Ορθοδοξία έγινε στοιχείο προσδιοριστικό της εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων, με αποτέλεσμα να υποχωρήσουν τα θρησκευτικά της χαρακτηριστικά. Η εθνική ταυτότητα των Ελλήνων δεν μπορούσε να διακριθεί εύκολα από την ελληνορθόδοξη θρησκευτική ταυτότητά τους.

Εθνική και θρησκευτική ταυτότητα για μια μεγάλη ιστορική περίοδο ταυτίστηκαν. Αποτέλεσμα αυτής της σύγχυσης ήταν ότι η θρησκευτικότητα των Ελλήνων πολιτών δεν αναγνωρίστηκε απλώς ως ιδιωτικό, θρησκευτικό, γνώρισμα του καθένα, ως υπόθεση εσωτερική της συνείδησής τους, αλλά ως γνώρισμα εξωτερικό της πολιτειακής τους ιδιότητας. Γι’ αυτό και εν έτει 2000, η Ιεραρχία της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος έφθασε στο σημείο να θεωρεί φυσικό και εθνικά επιβεβλημένο η Ορθόδοξη θρησκευτική συνείδηση της πλειονότητας των Ελλήνων να καθιερωθεί με νόμο του κράτους ως γνώρισμα της εθνικής συλλογικής ταυτότητάς τους.

Η απαίτηση της Ιεραρχίας ήταν μεν συνταγματικά ανεπίτρεπτη και απορριπτέα, συμβολικά όμως είχε τεράστιες συνέπειες στη συνείδηση και στο φαντασιακό των εθνικόφρονων ορθόδοξων πιστών.

Ç áîßùóç ãéá èñçóêåõôéêÞ ïõäåôåñüôçôá ôïõ êñÜôïõò

Η πολιτική ήττα της Ιεραρχίας οφείλεται εκτός των άλλων και στο γεγονός ότι η αξίωσή της ερχόταν σε σύγκρουση με τις μεταμορφώσεις του εθνικού κράτους ενόψει της παγκοσμιοποίησης.

Στο βαθμό που το σύγχρονο κράτος αποεθνικοποιείται, αποξενώνεται από την εθνική του ταυτότητα είναι αναγκασμένο να εμφανίζεται και να λειτουργεί ως κράτος πολιτισμικά ουδέτερο. Οφείλει να περιορίζεται αποκλειστικά στην εκπλήρωση της πρωταρχικής του αποστολής, που είναι η πολιτική ενοποίηση της κοινωνίας και να συμπεριφέρεται ως ουδέτερο ιδεολογικά, θρησκευτικά, πολιτιστικά.

Δεν δικαιούται να ταυτίζεται ούτε να ευνοεί καμιά θρησκευτική ή πολιτιστική κοινότητα. Στηρίζει και ενισχύει τις πολιτιστικές ταυτότητες και τον πολιτισμό, χωρίς να παίρνει όμως το μέρος καμιάς, εγγυώμενο την ελεύθερη πολιτιστική δημιουργία και άμιλλα και τις ίσες συνθήκες πρόσβασης και συμμετοχής στον πολιτισμό όλων των κατοίκων της επικράτειας.

Η ιστορική επομένως τάση για σταδιακή και σχετική αποεθνικοποίηση του κράτους οδηγεί αναπόφευκτα σε μια τάση απαγκίστρωσης της εθνικής συλλογικής ταυτότητας από την κρατική κηδεμόνευση. Και συνοδεύεται από τη μετεγκατάστασή της στα ελεύθερα και ανταγωνιστικά πεδία της κοινωνίας των πολιτών και των συλλογικών κοινωνικών σχέσεων. Την εποχή άρα της παγκοσμιοποίησης, η εθνική συλλογική ταυτότητα δεν χάνεται, δεν εξαφανίζεται, δεν παραμερίζεται, αλλάζει όμως πεδίο διαβίωσης, βιώνεται έξω μεν από το κράτος, μέσα όμως στην κοινωνία ως συνιστώσα πολιτισμική. Ζει και ακμάζει στη συλλογική συνείδηση των πολιτών ως στοιχείο της πολιτισμικής τους ταυτότητας.

Η αποκρατικοποίηση της εθνικής συλλογικής ταυτότητας συνεπάγεται αναπόφευκτα και το διαχωρισμό της εθνικής ταυτότητας από τη θρησκευτική. Ο διαχωρισμός αυτός σημαίνει ότι η θρησκευτική συλλογική ταυτότητα των Ελλήνων ορθοδόξων πιστών έχει οριστικά και αμετάκλητα απωλέσει την κρατική της υποστήριξη. Έπαψε να νομιμοποιείται και να αναγνωρίζεται η ίδια από την επίκληση και χρήση μιας κρατικής συμβολικής σφραγίδας και από την επίσημη κρατική αναγνώρισή της ως εκκλησίας του έθνους ή εθνικής. Η απώλεια της κρατικής σφραγίδας συνεπάγεται και την απώλεια της εθνικής της υπόστασης.

Με όλα τα προηγούμενα, θέλω, τελικά, να ισχυριστώ ότι σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία, σε μια ανοικτή κοινωνία με ρευστή λόγω της μετανάστευσης κοινωνική σύνθεση, σε μια ευρωπαϊκή ήπειρο που επιδιώκει να οικοδομήσει την πολιτική της ενοποίηση, η Ορθοδοξία ως κοινή, συλλογική πίστη των Ελλήνων πολιτώv δεv μπορεί πλέοv vα εκδηλώvεται, να προβάλλεται και να επιβάλλεται και να αξιώνει δια του κράτους να αναγνωρίζεται δημόσια ως συνιστώσα βασική της εθνικής, συλλογικής ταυτότητας των Ελλήνων.

 

Εθνικότητα, εθνότητα και θρησκευτικο-πολιτιστική κοινότητα

Νομιμοποιείται, εντούτοις, να διεκδικεί την αναγνώρισή της ως μιας θεμελιώδους συνιστώσας της πολιτιστικής ή πολιτισμικής ταυτότητας της ελληνικής κοινωνίας. Παύει όμως να προσδιορίζει την «εθνικότητα» των Ελλήνων και περιορίζεται στο να επιδρά και να διαμορφώνει την ελληνική «εθνότητα», τη φαντασιακή εκείνη κοινότητα των ανθρώπων, οι οποίοι ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους και την ένταξή τους σε ένα οποιοδήποτε εθνικό κράτος, την υπηκοότητα του οποίου φέρουν, αισθάνονται ότι προέρχονται από την ίδια πολιτισμική ρίζα και συμμερίζονται κοινές πολιτιστικές αξίες. Εδώ ο όρος «εθνότητα» αντιδιαστέλλεται προς τον όρο «εθνικότητα». Ο πρώτος τροφοδοτείται νοηματικά από την πολιτισμική σημασία της έννοιας έθνος, ο δεύτερος από την πολιτική της σημασία, η οποία ταυτίζεται με το Έθνος-λαός, που νοείται ως ενότητα πολιτών, μελών της ίδιας πολιτικής κοινότητας, του ίδιου κράτους.

Με κριτήριο την πολιτισμική έννοια της εθνότητας, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, ως κοινότητα πιστών, βιώνεται ατομικά και αναπαράγεται συλλογικά κυρίως μέσα από τις λατρευτικές συνήθειες και παραδόσεις ως μια θρησκευτικο-πολιτιστική κοινότητα με διακριτή συλλογική ταυτότητα.

Θα πρέπει επιτέλους να γίνει κατανοητό ότι η θρησκεία και οι λατρευτικές παραδόσεις και πρακτικές ενός λαού αποτελούν στοιχεία πολιτιστικά και όχι κρατικά ή εθνικά. Και ακόμη, ότι η Ελλάδα ως κρατικοπολιτική οντότητα δεν μπορεί να ταυτίζεται με την ορθόδοξη κοινότητα των Ελλήνων πιστών. Το ελληνικό έθνος μπορεί άλλωστε να νοηθεί και χωρίς την Ορθοδοξία και το αντίστροφο, η Ορθοδοξία χωρίς το ελληνικό έθνος και την Ελλάδα.

Η αvαζήτηση μιας σύγχρονης, αυτοδύvαμης πολιτικής ταυτότητας  του ελληνικού λαού

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τι απομένει τότε ως στοιχείο προσδιοριστικό του ελληνικού έθνους, με την πολιτική και όχι την πολιτισμική σημασία; Κατά τη γνώμη μου, αυτό που προσδιόρισε ανέκαθεν την εθνική μας πολιτική κοινότητα, δηλαδή το εθνικό μας κράτος, ήταν η δημοκρατική πολιτική οργάνωσή του, που βασιζόταν στην ισότητα δικαιωμάτων και σε μια πρώιμη συνταγματική πατριωτική συνείδηση. Μετά τον διαχωρισμό της θρησκευτικής ταυτότητας από την εθνική, αξίζει, πιστεύω, τον κόπο να ρίξουμε μια φευγαλέα ματιά και στα γνωρίσματα της πολιτικής ταυτότητας της ελληνικής κοινωνίας.

Η συνταγματική μας ιστορία μάς δείχνει ότι αυτά που κράτησαν την ενότητα και εξασφάλισαν τη συνέχεια του νεοελληνικού κράτους, αλλά και την πολιτική ενότητα της ελληνικής κοινωνίας, υπήρξαν: η κοινή πίστη στην πολιτική ελευθερία, η συλλογική απαίτηση για ισότητα δικαιωμάτων και ευκαιριών, η διεκδίκηση του σεβασμού της δημοκρατικής συνταγματικής νομιμότητας (το Σύνταγμα ήταν αφιερωμένο στον πατριωτισμό των Ελλήνων, άρθρο 114 του Συντάγματος του 1864/1911/1952) και, τέλος, το δικαίωμα στη μόρφωση και στην παιδεία όλων των πολιτών.

Η συλλογική αυτή εθνικο-πολιτική ταυτότητα των Ελλήνων, γινόταν μάλιστα αντιληπτή, αν κρίνει κανείς από τα γραπτά των συνταγματολόγων της εποχής, ως μέγεθος και συνιστώσα διακριτή τόσο από την έννοια της «πατρίδας» όσο και από την έννοια του γένους ή του έθνους με την πολιτισμική σημασία.

Η αναφορά που έγινε στο «έθνος» από τα επαναστατικά συντάγματα είχε προεχόντως πολιτική σημασία και έτεινε να ταυτιστεί και πάντως υποβασταζόταν νοηματικά από το «εθνικό κράτος»1. Είναι επομένως η ιστορική προοπτική συγκρότησης ενός ανεξάρτητου εθνικού κράτους και οι θεσμικές δυνατότητες πολιτικής στέγασης ενός έθνους, που έκαναν δυνατή την υποστασιοποίηση του ελληνικού έθνους και οδήγησαν στη διαμόρφωση της ελληνικής εθνικής συνείδησης. Καταλυτική λειτουργία στην ενεργοποίηση και ολοκλήρωση όλων αυτών των διεργασιών έπαιξε η εθνική Επανάσταση. Χωρίς την Επανάσταση, τη μοναδική και ανεπανάληπτη αυτή συλλογική πράξη, ούτε ανεξάρτητο κράτος θα υπήρχε ούτε το ελληνικό έθνος θα ήταν νοητό. Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η κοινωνική διαδικασία δημιουργίας εθνικής συνείδησης και κυοφορίας του ελληνικού έθνους είχαν ξεκινήσει πολύ πριν από την κήρυξη της εθνικής επανάστασης και την δημιουργία του εθνικού κράτους. Μαρτυρίες τέτοιας μορφής συναντάμε, σίγουρα, μερικούς αιώνες πριν. Μόνο που οι σπερματικές και αποσπασματικές εκείνες συνειδησιακές καταβολές δεν μπορούσαν να αναχθούν σε μια ενιαία και συνεκτική πολιτική αντίληψη περί έθνους. Αναφέρονταν άλλωστε στο έθνος των Ελλήνων με την πολιτισμική σημασία της εθνότητας (ethnie) και όχι με την πολιτική του έθνους (Nation) ή της εθνικότητας. Και πάντως οι σημασίες αυτές ήταν συνδεδεμένες με το γεωγραφικό και πολιτικό χώρο μιας αυτοκρατορίας, της Βυζαντινής ή της Οθωμανικής και όχι με την επικράτεια του κράτους-έθνους.

Η αναφορά επομένως στο «ελληνικό έθνος» είχε τόσο κατά την επαναστατική όσο και κατά τη μετεπαναστατική περίοδο, πολιτική κυρίως σημασία και όχι εθνολογική ή πολιτισμική, ούτε ταυτιζόταν στα συνταγματικά τουλάχιστον κείμενα, η έννοια του έθνους με εκείνη του γένους. Μια παρόμοια σύγχυση θα καθιστούσε άλλωστε αδύνατη τη συγκρότηση της ελληνικής πολιτείας, διότι δεν θα ήταν δυνατόν να προσδιοριστούν ούτε οι πολίτες, ως φορείς ίσου ποσοστού κυριαρχίας, από τους οποίους θα απαρτιζόταν το απροσδιόριστο αριθμητικά γένος των Ελλήνων, ούτε βέβαια οι πολιτικοί πληρεξούσιοι ή εκπρόσωποι του γένους στα αντιπροσωπευτικά όργανα μιας δημοκρατικής πολιτείας. Το γένος δεν απαρτίζεται από ίσους και ελεύθερους πολίτες, αλλά από ανθρώπους κοινής καταγωγής ή φυλετικής προέλευσης. Θα ήταν βέβαια λάθος, αν ο ουσιαστικός προσδιορισμός της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη βασιζόταν μόνο στις δηλώσεις των νομικών κειμένων και δεν λαμβανόταν υπόψη και το πολιτισμικό στοιχείο της «γλώσσας» ή το αντικειμενικό του πάτριου «εδάφους». Η ελληνική εθνικότητα διαπλάστηκε στην πραγματικότητα μέσα από έναν συνδυασμό προσδιοριστικών στοιχείων, που εναλλάσσονταν μεταξύ τους και συνέβαλε καθένα με διαφορετικό τρόπο και ένταση στη συγγραφή του αφηγήματος του εθνικού μύθου. Η κληρονομιά ενός αρχαίου οικουμενικού πολιτισμού, οι κοινές πολιτιστικές παραδόσεις, η κοινή γλώσσα και θρησκεία και ο τόπος, ως χώρος υποδοχής της κοινής ιστορίας, όλα αυτά μαζί και το καθένα ξεχωριστά έπλασαν αυτό που αποκλήθηκε ελληνικό έθνος.

Την εποχή εκείνη τα θρησκευτικο-πολιτιστικά και τα πολιτικά στοιχεία ήταν άλλωστε μεταξύ τους συνυφασμένα και αξεχώριστα, κατασκεύαζαν μια αγαθή μείξη. Η πολιτική ταυτότητα δεν διακρινόταν από την πολιτιστική, είχε κυριολεκτικά απορροφηθεί από τη δεύτερη.

Είναι χαρακτηριστικό ωστόσο ότι η ελληνική συνταγματική θεωρία του 19ou αιώνα, λίγες μόνον δεκαετίες μετά την επανάσταση, αποδίδει στον όρο «έθνος» πολιτική σημασία και τον αντιδιαστέλλει προς τον όρο «Πατρίς», τον οποίο εκλαμβάνει ως έννοια πολιτισμική. Έτσι, ο Σαρίπολος ορίζει το έθνος ως, «την ομάδα κοινωνίας τινός, ήτις, κοινήν έχουσαν την κυριαρχίαν, εις κοινούς εαυτήν υποβάλλει νόμους το ευ ζην προαιρουμένη, και δέχεται να διευθύνεται από τους αυτούς κυβερνήτας2».

Έθνος «σημαίνει ενότητα πολιτεύματος και δημοσίων αρχών», ενώ «πατρίς τον λαόν, κοινήν έχοντα ιστορίαν κοινήν γλώσσαν, την θρησκείαν, την καταγωγήν κλπ»3. Σε ένα ιδανικό εθνικό κράτος τα δύο αυτά διακριτά μεγέθη, πατρίς και έθνος, αποτελούν ενότητα, ενώ ο χωρισμός τους μπορεί να αποβεί ολέθριος «όταν πολλοί διαφορετικοί μεταξύ τους λαοί υπάγονται με τη βία σε ένα ενιαίο κράτος»4, και ο ίδιος συνεχίζει: «Δυστυχώς οφείλομεν να δώσωμεν εν τω παρόντι συγγράμματι τον ορισμόν του έθνους κατά τους πολιτικούς όρους, μη δυνάμενοι να πραγματοποιήσωμεν τας ευχάς της καρδίας ημών και μεθ' ημών τας των απάντων Ελλήνων, όπως συνάψωμεν εις εν τας δύο κεχωρισμένας διά της βίας ενότητας».

Η σύλληψη του λαού με την έννοια του Δήμου και η απαγκίστρωσή του από κάθε πολιτισμικό ή πολιτιστικό προσδιορισμό αποτελεί απαίτηση και ανάγκη της σημερινής, όπως είδαμε, πλουραλιστικής πολιτείας.

Θα μπορούσαμε επομένως να ισχυριστούμε, αντλώντας επιχειρήματα από την συνταγματική μας παράδοση, ότι η έννοια «πατρίς» προσλάμβανε και προσλαμβάνει μια πολιτισμική αποκλειστικά σημασία, ενώ η έννοια «έθνος» επιτελούσε και επιτελεί κατά προτεραιότητα μια πολιτική λειτουργία. Σ' αυτή λοιπόν τη βασική διάκριση του ελληνικού συνταγματισμού αναζητά την αυτονομία και την ιδιαιτερότητα της πολιτικής ταυτότητας του ελληνικού έθνους-κράτους. Η διάκριση αυτή μας επιτρέπει να ξεχωρίζουμε τον πατριωτισμό από τον εθνικισμό και την εθνικότητα από την εθνότητα.

Πράγματι, έστω και αν αυτό ξεσκίζει τις καρδιές μας, θα πρέπει, ενόψει της παγκοσμιοποίησης και της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης και εφόσον θέλουμε να διατηρήσουμε ζωντανή και άρα γόνιμη την πολιτιστική ταυτότητα της ελληνικής κοινωνίας να μάθουμε να μην την ταυτίζουμε με την πολιτική μας και κυρίως να μην την υποκαθιστούμε σε αυτήν . Η κοινή εθνο-πολιτιστική ταυτότητα της ελληνικής κοινωνίας, η γόνιμη επικοινωνία με άλλες πολιτιστικές συλλογικές ταυτότητες παράγεται και αναπαράγεται σχετικά αυτόνομα και αυτοδύναμα σε σχέση με την εθνικο-πολιτική ταυτότητα των Ελλήνων πολιτών που απαρτίζουν την ελληνική πολιτική κοινωνία.

Απαγκίστρωση, αποχωρισμός, σχετική αυτονομία ή αυτοδυναμία της μιας συλλογικής ταυτότητας απέναντι στην άλλη, δε σημαίνει εγκατάλειψη, μαρασμός ή απώλεια της μιας σε σχέση με την άλλη. Ούτε αναγκαστικά ανταγωνισμό ή αποκλεισμό της μιας από την άλλη. Σημαίνει ότι στο σύγχρονο πλουραλιστικό κράτος και στη σύγχρονη πλουραλιστική κοινωνία οι συλλογικές ταυτότητες είναι πολλαπλές, ενίοτε διασταυρωνόμενες και άλλοτε επικαθοριζόμενες. Μπορεί να είναι κανείς ταυτόχρονα Έλληνας πολίτης, χριστιανός, μουσουλμάνος ή εβραίος, πομάκος και σλαβόφωνος, πατριώτης, δημοκράτης και αριστερός.

Καθένας μπορεί να είναι μέτοχος ή φορέας πολλαπλών συλλογικών ταυτοτήτων με τοπική, εθνική ή διεθνή διάσταση. Μέσα όμως από την πολλαπλότητα υπάρχει το αίτημα της πολιτικής ενότητας, το πρόταγμα μιας ενοποιητικής συλλογικής ταυτότητας, που θα είναι πολιτική, επειδή θα βασίζεται στην κοινή ιδιότητα του πολίτη, αυτού που συμμερίζεται κοινές πολιτικές αξίες, μια κοινή πολιτική διαβίωση και μια κοινή πολιτική μοίρα και δέχεται να συμμετέχει στα κοινά με βάση την ισότητα δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Τελειώνοντας θα ήθελα να πω ακόμη ότι δεν ανησυχώ για τη συλλογική πολιτισμική ταυτότητα της ελληνικής κοινωνίας. Διαθέτει μεγάλη παράδοση, δυναμισμό και γόνιμη ενέργεια. Η έγνοια μου αφορά στον πολιτικό μας πολιτισμό, την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη.

Χρειάζεται να στοχαστούμε και να διαλεχτούμε για τη ζωτικότητα της συλλογικής μας πολιτικής ταυτότητας. Διότι ο λόγος μας σχετικά με τους όρους της δημοκρατικής πολιτικής κοινωνίας σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο είναι φτωχός έως ανύπαρκτος και η πρακτική που τον διαμορφώνει σιωπηρά και αποκαρδιωτική. Για να αντιστρέψουμε τη ροπή χρειάζεται μια πολιτική και όχι πολιτιστική επανάσταση.   Ì

                                                                               

Ο κ. Αντ. Μανιτάκης είναι Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Α.Π. Θεσσαλονίκης. Δημοσιεύεται με την ευγενική άδεια του συγγραφέως.

Υποσημειώσεις:

1.     Βλ. τη μελέτη του ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΒΛΑΧΟΥ, «L’ idée constitutionnelle et la conception révolutionnaire de Nation pendant la révolution hellénique de 1821», σε: La révolution française et l’ hellénisme moderne, Centre de recherches néohelléniques, Athènes, 1989, σ. 327-340 και ΑΝΤ. ΜΑΝΙΤΑΚΗ, Συνταγματική Οργάνωση του κράτους, Εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 2001, σ. 131-136.

2.     Ν. Ι. ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ, Πραγματεία Συνταγματικού Δικαίου, 1851, ανατύπωση Αντ. Σάκκουλας, 1993, σ. 46-48.

3.     Ν. Ι. ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ, ό.π., σ. 46-48, ο οποίος θεωρεί τις δύο αυτές ενότητες μέρη ενός κοινού όλου, «όπου υπάρχουσιν εκεί το μεγαλείον και η δόξα συνακολουθούσιν, όπου δε κεχωρισμέναι εκεί ζωή ταλαίπωρος, εκεί μαρασμός». … Για τους μοιραίους δεσμούς έρωτος και αγάπης που συνέδεε τους λαούς με το έθνος του ή την Πατρίδα. Βλέπε σχετικά και ΓΙΩΤΑ ΚΡΑΒΑΡΙΤΟΥ,  Δεσμοί αγάπης και δίκαιο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, Εξάντας, 1998, σ. 23 επ.

4.     Ν. Ι. ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ, ό.π., σ. 48.

 

 

 

Διάκονοι:
Το λησμονημένο  λειτούργημα

του κ. Ι. Σ. Δεληγιαννίδη

 

Η πτωχεία αποτελεί μια από τις συνέπειες της Πτώσεως. Ο κόσμος τον οποίο εδημιούργησε ο Θεός, ο κόσμος στον οποίο Αυτός εγκατέστησε τους πρώτους προπάτορές μας ήτο πλήρης του πλούτου των Θείων ευλογιών. Όλες οι ανάγκες του ανθρώπο με αφθονία επρομηθεύοντο. «Και εφύτευσεν Κύριος ο Θεός παράδεισον εν τη Εδέμ κατά ανατολάς, και έθεσεν εκεί τον άνθρωπον τον οποίον έπλασε. Και Κύριος ο Θεός έκαμεν να βλαστήση εκ της γης παν δένδρον ωραίον εις την όρασιν και καλόν εις την γεύσιν» (Γεν. β΄ 8, 9). Τα ύδατα των ποταμών και το χρυσάφι και οι πολύτιμοι λίθοι που αναφέρονται στα εδ. 10 μέχρι 14 είναι δείγματα της αφθονίας που ευρίσκεται εν τω Θεώ. Με την τίμια εργασία του Αδάμ ο κήπος είχε τη σωστή φροντίδα, όλες οι ανάγκες του ικανοποιούντο. Δεν του έλλειπε τίποτε. Η απόλαυσις των αγαθών της γης θα ήταν ένα δείγμα της ευαρεσκείας του Ίδιου του Θεού.

Γνωρίζουμε όμως τι συνέβη! Μέσω μιας πράξεως ανυπακοής, ο Αδάμ και όλοι οι απόγονοί του κατέστησαν αμαρτωλοί, «η γη έγινε κατηραμένη εξ αιτίας του» (Γεν. γ΄ 17). Η απομάκρυνσις των ευλογιών της γης ήταν ένα δείγμα της ανθρωπίνης αποξενώσεως από τον Θεό. Η πτώσις προεκάλεσε ένα περιβάλλον κάτω από το οποίο η φτώχεια και πολλά άλλα κακά θα ευδοκιμούσαν. Εάν ήταν η κατάρα στη γη, ή η αμαρτία της οκνηρίας, ή η αμαρτία της καταπιέσεως των συνανθρώπων το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο –η «πτωχοποίησις» τμήματος της κοινωνίας. «Διότι δεν θέλει λείψει πτωχόν εκ μέσου της γης σου·» (Δευτ. ιε΄ 11).

Η κατάστασις του πτωχού θα ήταν απελπιστική εάν αφήνετο έτσι. Αλλά ας είναι δόξα στον Θεό για το μεγάλο Του έλεος! Γιατί αμέσως μετά την ανυπακοή του Αδάμ, ο Θεός διεκήρυξε την υπόσχεσι ελέους και αποκαταστάσεως παράλληλα με την κατάρα και την τιμωρία: «και έχθραν θέλω στήσει αναμέσον του σπέρματός σου και του σπέρματος αυτής· αυτό θέλει σου συντρίψει την κεφαλήν, και συ θέλεις κεντήσει την πτέρναν αυτού» (Γεν. γ΄ 15). Και επίσης στο δεύτερο ήμισυ του Δευτερονομίου ιε΄ 11, όπου διαβάζουμε την εντολή «… δια τούτο εγώ προστάζω εις σε, λέγων, θέλεις εξάπαντος ανοίγει την χείρα σου προς τον αδελφόν σου, προς τον πτωχόν σου, και προς τον ενδεή σου επί της γης σου», μια εντολή συνεπή με του Θεού το έλεος προς τον λαό Του. Η φιλανθρωπία του Θεού και η ειδική φροντίδα για τον πτωχό και τον ενδεή, τις χήρες και τα ορφανά, διαπερνά τις σελίδες της Παλαιάς Διαθήκης στους τόμους που Αυτός έδωσε στον λαό Του. «Ουδεμίαν χήραν ή ορφανόν δεν θέλετε καταθλίψει. Εάν καταθλίψητε αυτούς οπωσδήποτε, και αν βοώσι προς εμέ, θέλω εξάπαντος εισακούσει της φωνής αυτών» (Έξοδ. κβ΄ 22-23). Τόσο μεγάλο ήτο το ενδιαφέρον Του ώστε ουδείς επετρέπετο να εκμεταλλευθή τους πτωχούς ώστε να τους καταστήση δια βίου δούλους, ώστε Αυτός ώρισε το έτος του Ιωβηλαίου κατά τη διάρκεια του οποίου όλοι οι δούλοι απελευθερώνοντο. Γιατί; Τι ήταν εκείνο που παρακινούσε αυτό το ενδιαφέρον; Ήταν η διαθηκική σχέσις με αυτούς. Αυτοί ήσαν το ιδικό Του κτήμα. Δεν ήθελε να τους ίδη να υποδουλώνωνται σε κάποιον άλλον. «και θέλω περιπατεί μεταξύ σας, και θέλω είσθαι Θεός σας, και σεις θέλετε είσθαι λαός μου» (Λευιτ. κς΄ 12). Τι ανακούφισις να έχης έναν τέτοιο Θεό! Όταν Αυτός διεκήρυξε την ευθύνη του λαού Του να δείξη έλεος, Αυτός συμπεριέλαβε τους ξένους που ζούσαν ανάμεσά τους, υπενθυμίζοντάς τους ότι και αυτοί επίσης είχαν υπάρξει ξένοι στη γη της Αιγύπτου.

Ο Χριστός, ο ένας που ήλθε να αντιστρέψη την κατάρα της Πτώσεως, έδωσε επανέμφασι στο ενδιαφέρον του Πατρός Του για τον πτωχό και τον ενδεή στη διδασκαλία και διακονία Του. Στην εγκαινίασι της διακονίας Του στην Γαλιλαία, ανέγνωσε από τον Ησαΐα ξα΄ και διεκήρυξε ότι η αποστολή Του ήτο να κηρύξη το ευαγγέλιο στους πτωχούς, να θεραπεύση τους συντετριμμένους την καρδιά, να δώση όρασι στους τυφλούς, και να κηρύξη ελευθερία στους δεσμίους και τους καταπεπιεσμένους. Δια του θανάτου και της αναστάσεως απέδειξε ότι ο ίδιος ήτο ο τέλειος Δούλος, ικανώνοντας τον ιδικό Του λαό να είναι υπηρέται ο ένας του άλλου. «διότι ο Υιός του ανθρώπου δεν ήλθε δια να υπηρετηθή, αλλά δια να υπηρετήση και να δώση την ζωήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Μαρκ. ι΄ 45).

Ο Χριστός διεκήρυξε ότι η αποστολή Του ήτο να κηρύξη το ευαγγέλιο στους πτωχούς, να θεραπεύση τους συντετριμμένους την καρδιά, να δώση όρασι στους τυφλούς, και να κηρύξη ελευθερία στους δεσμίους και τους καταπεπιεσμένους

Η πρώτη Χριστιανική συνάθροισις στην Ιερουσαλήμ, γεμάτη από το Πνεύμα του Κυρίου της, έμεινε πιστή στο ν’ ακολουθήση το παράδειγμά Του. Παράλληλα με την πνευματική τροφή και την κοινωνία που παρείχε βεβαιωνόταν ότι «δεν ήτο τις μεταξύ αυτών ενδεής» «… και διεμοιράζετο εις έκαστον κατά την χρείαν την οποίαν είχεν» (Πραξ. δ΄ 34, 35). Αρχικά οι ίδιοι οι Απόστολοι ανέλαβαν αυτήν την ευθύνη. Αλλά σύντομα έγινε σαφές ότι οι Απόστολοι ήσαν τόσο πολυάσχολοι με το ποιμαντικό τους έργο, ώστε σωστά να διαχειρίζωνται και την καθημερινή διανομή της τροφής στους πτωχούς. Όταν οι Ελληνόφωνες χήρες παρεπονέθησαν ότι παρεβλέποντο και οι Εβραιόφωνες Ιουδαίες ευνοούντο, οι Απόστολοι εκάλεσαν όλους τους μαθητάς και τους είπαν: «… Δεν είναι πρέπον ν’ αφήσωμεν ημείς τον λόγον του Θεού, και να διακονώμεν εις τραπέζας. Σκεφθήτε λοιπόν, αδελφοί να εκλέξητε εξ υμών επτά άνδρας μαρτυρουμένους, πλήρεις Πνεύματος Αγίου και σοφίας, τους οποίους ας καταστήσωμεν επί της χρείας ταύτης. Ημείς δε θέλομεν εμμένει εν τη προσευχή και τη διακονία του λόγου».

Αυτή θεωρείται η απαρχή του λειτουργήματος του διακόνου στην εκκλησία. Και είναι, πράγματι, ένα λειτούργημα –περισσότερο από μια δραστηριότητα φιλανθρωπίας στην οποία όλοι οι Χριστιανοί καλούνται να συμμετάσχουν. Είναι ένα λειτούργημα που έχει την εξουσία και την επικύρωσι της εκκλησίας, μια εξουσία που πηγάζει από την Κεφαλή και τον Βασιλέα, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Ας εξετάσουμε τους κάτωθι λόγους για την υποστήριξί του:

1. Οι επτά καθιερώθηκαν δια προσευχής και δια της επιθέσεως των χειρών. Αυτή η πρακτική, συνοδευομένη με νηστεία, επανειλημμένως αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη όταν οι Απόστολοι και η εκκλησία αναθέτει σε κάποιον ένα λειτούργημα ή μια αποστολή (Α΄ Τιμ. δ΄ 14, ε΄ 22, Πραξ. ιγ΄ 3).

2. Στην πρώτη του Επιστολή προς τον Τιμόθεο, γραμμένη «δια να εξεύρης πώς πρέπει να πολιτεύεσαι εν τω οίκω του ζώντος Θεού» (γ΄ 15), ο Παύλος απαριθμεί τα προσόντα των δύο κατηγοριών λειτουργών: τους επισκόπους (γ΄ 1-7), και διακόνους (γ΄ 8-10, 12-13).

3. Στον χαιρετισμό του στους ηγέτες της εκκλησίας των Φιλίππων, ο Παύλος απευθύνεται στους επισκόπους και διακόνους (Φιλ. α΄ 1).

4. Παρά το γεγονός ότι η λέξις διάκονος αρχικά εννοούσε γενικά τον υπηρέτη, μεταγενεστέρως εχρησιμοποιήθη περισσότερο και περισσότερο για να προσδιορίση ένα πρόσωπο ειδικά ενασχολημένο στο έργο του ελέους και της φιλανθρωπίας. Παρομοίως η λέξις για το διακονάτο (διακονία) που αρχικά εννοούσε γενικά υπηρεσία, κατήντησε να σημαίνη διανομή τροφής και βοηθείας προς τους πτωχούς (Πραξ. ια΄ 29, Β΄ Κορ. η΄ 4, θ΄ 1, 8-9).

Έτσι και σήμερα, στο όνομα του Ιησού Χριστού, την Κεφαλή και τον Βασιλέα της Εκκλησίας Του, οι διάκονοι καλούνται να ασκήσουν την διακονία ελέους. Η πρωταρχική κλήσις τους είναι να προσφέρουν περίθαλψι και ανακούφισι στους ενδεείς –στους ασθενείς, στους μοναχικούς και τους πτωχούς. Για να πράξουν τούτο πρέπει να εξοικειωθούν με τις ανάγκες των ατόμων και των οικογενειών εντός της συναθροίσεως. Θα πρέπει ν’ αναλάβουν πρωτοβουλίες στο να προτρέψουν την συνάθροισι να δείξη έλεος και να προσφέρη γενναιόδωρα έτσι ώστε αυτή η ανάγκη ν’ αντιμετωπισθή. Θα πρέπει αυτοί να συγκεντρώνουν και να διαχειρίζωνται τις προσφορές διακονίας της συναθροίσεως και να διανέμουν αυτές στο όνομα του Χριστού, ενθαρρύνοντες και παρηγορούντες με τον λόγο του Θεού εκείνους που λαμβάνουν τα δώρα.

Υπάρχουν και άλλοι τρόποι που οι διάκονοι ημπορούν να ανταποκρίνωνται στις ανάγκες των πτωχών. Ημπορούν να παρέχουν μια καθοδήγησι υπενθυμίζοντες στην πλησιέστερη οικογένεια ενός πτωχού την ευθύνη τους στους στενότερους συγγενείς τους (Λευιτ. κε΄ 25, Α΄ Τιμ. ε΄ 4, 16). Επίσης ημπορούν να τους καθοδηγούν ως προς το πώς θα διαχειρίζωνται τα χρήματά τους κατάλληλα για ν’ αποφύγουν να γίνουν άποροι. Οι διάκονοι ημπορούν επίσης να καθοδηγούν ολόκληρη τη συνάθροισι επάνω σε Βιβλικές αρχές δια την διαχείρισι των χρημάτων, όπως του δεκάτου (Δευτ. ιδ΄ 22-29), χρεών (Δευτ. ιε΄ 1-6), γενναιοδωρίας προς τους πτωχούς (Δευτ. ιε΄ 7-11), κληρονομικών θεμάτων (Δευτερ. κα΄ 15-17), τοκογλυφίας (Δευτερ. κγ΄ 19-20), ευπρέπειας προς τον πλησίον (Δευτερ. κγ΄ 24-25), φροντίδος προς τις χήρες και τα ορφανά (Ιακ. α΄ 27) και δικαίας αμοιβής στον εργαζόμενο (Α΄ Κορ. θ΄ 9-11).

Παρά το γεγονός ότι το διακονικό λειτούργημα κατευθύνεται στην αντιμετώπισι αναγκών εντός της συναθροίσεως, υπάρχουν επίσης προτροπές στην Καινή Διαθήκη που μας κατευθύνουν προς ενδεείς εκτός της εκκλησίας. «Άρα λοιπόν ενόσω έχομεν καιρόν, ας εργαζώμεθα το καλόν προς πάντας, μάλιστα δε προς τους οικείους της πίστεως» (Γαλ. ς΄ 10). Διακονική φροντίς κατευθυνομένη στον κόσμο αποτελεί μια μαρτυρία της αγαθότητος του Θεού και αποβλέπει στο να οδηγήση τον άνθρωπο σε μετάνοια. Τούτο δεν δικαιολογεί κανέναν να μη φροντίση για τον πτωχό επειδή δεν ανήκει στη συνάθροισι. Ο κόσμος είναι γεμάτος από ενδεείς ανθρώπους στους οποίους πρέπει να φανερωθή η αγαθότης, το ελέος και η μακροθυμία του Θεού μας.

Οι Απόστολοι εγκαθίδρυσαν το λειτούργημα του διακόνου για να παρασχεθή ανακούφισις στους ιδίους και στους πρεσβυτέρους, προκειμένου αυτοί ν’ αφιερώσουν τον εαυτόν τους στην προσευχή και στη διακονία του λόγου. Τούτο το γεγονός έχει ωρισμένες πρακτικές εφαρμογές:

1. Οι διάκονοι πρέπει να είναι έτοιμοι να αναλάβουν, όχι μόνον τη διακονία του ελέους, αλλά οποιαδήποτε άλλη ευθύνη που κανονικά προσδιορίζεται στους πρεσβυτέρους της εκκλησίας. Οι πρεσβύτεροι έχουν την ευθύνη για κάθε δραστηριότητα στην εκκλησία, αλλά δεν είναι σε θέσι να εκτελέσουν κάθε δραστηριότητα. Οι διάκονοι όντες κάτω από την εξουσία των πρεσβυτέρων, έχοντες όμως επίσημη θέσι (status) στην εκκλησία ημπορούν να εκτελέσουν πολλές από τις δραστηριότητες των πρεσβυτέρων, επιτρέποντες σ’ αυτούς να χρησιμοποιήσουν τον χρόνο τους για προσευχή και την διακονία του Λόγου. Υπάρχουν πολλές τέτοιες ευθύνες. Για παράδειγμα οι διάκονοι ημπορούν να επιβλέπουν και να φροντίζουν τις οικοδομές και την άλλη περιουσία, η μπορούν να διαχειρίζονται την διακονία τραπέζης, βιβλίων, ή ηχογραφήσεων, ημπορούν να συντονίζουν την φιλοξενία επισκεπτών, και να χειρισθούν νομικά θέματα που απασχολούν την εκκλησία. Αλλά θα πρέπει να αναγνωρισθή ότι αυτές οι δραστηριότητες δεν πρέπει να επισκιάσουν την πρωταρχική δραστηριότητα των διακόνων να διακονούν τους πτωχούς.

2. Τούτο αναβαθμίζει τη φύσι του λειτουργήματος του πρεσβυτέρου και του ποιμένος. Το έργον τους είναι η πνευματική εποπτεία, και στην περίπτωσι του ποιμένος ή διδάσκοντος πρεσβυτέρου. Αυτό της διακονίας του Λόγου. Μια εκκλησία με ένα ενεργό διακονάτο θα έχη μιαν υγειά διακονία στη διακήρυξι του ευαγγελίου και την εκπαίδευσι των αγίων δια του κηρύγματος του λόγου.

Θα πρέπει να καταστή τώρα προφανές ότι το λειτούργημα του διακόνου είναι πνευματικό στη φύσι του ακόμη και όταν ασχολείται με πρόσκαιρα ενδιαφέροντα. Δεν είναι υποδεέστερο του λειτουργήματος του πρεσβυτέρου, έστω και εάν υπόκειται σ’ αυτό. Τούτο επιβεβαιώνεται από τα υψηλά πρότυπα τα οποία τοποθετούνται ως προσόντα για το λειτούργημα (Πραξ. ς΄ 3, Α΄ Τιμ. γ΄ 8, 10, 12). Οι διάκονοι πρέπει να είναι ώριμοι άνδρες με γνώσι και κατανόησι του ευαγγελίου της χάριτος, κρατούντες το μυστήριον της πίστεως μετά καθαράς συνειδήσεως. Πρέπει να είναι άνδρες καλής φήμης, πλήρεις Πνεύματος Αγίου και σοφίας. Πρέπει να είναι ευλαβείς, όχι δίγλωσσοι, όχι επιρρεπείς εις οινοποσία και όχι φιλοχρήματοι. Οι διάκονοι πρέπει να είναι σύζυγοι μιας γυναικός, κυβερνώντες τα τέκνα τους και τους οίκους τους καλώς. Αυτά τα υψηλά πρότυπα ευρίσκουν το παράδειγμά τους σε δύο από τους επτά άνδρας οι οποίοι εξελέγησαν ως οι πρώτοι διάκονοι. Για τη ζωή και τη διακονία τους μας δίδονται ωρισμένες λεπτομέρειες: Ο Στέφανος, ένας άνδρας πλήρης πίστεως και Αγίου Πνεύματος, ήτο ένας επιδέξιος συζητητής ο οποίος κατέστη ο πρώτος μάρτυς για την υπόθεσι του Χριστού. Ο Φίλιππος, ο κήρυκας και ευαγγελιστής έδωσε την μαρτυρία του στον Αιθίοπα ευνούχο, και εκήρυξε «… ευαγγελιζόμενος τα περί της βασιλείας του Θεού, και του ονόματος του Ιησού Χριστού» (Πραξ. η΄ 12), στην Σαμάρεια και την Ιουδαία.

Εκείνη την ημέρα, όταν ο Ευλογητός Κύριος, επιστρέψει, η αμαρτία θα εκριζωθή και τα πάντα θα καταστούν «καινά». Εκείνη την ημέρα και η πτωχεία επίσης θα εξαλειφθή. Η άφθονη του Θεού προμήθεια θα είναι προσιτή σ’ όλον τον λαόν Του. Εκείνη την ημέρα το έργο των διακόνων δεν θα απαιτήται πλέον. Αλλά μέχρι εκείνης της ημέρας «τους πτωχούς –έχομεν- μεθ’ εαυτών» (Ματθ. κς΄ 11). Γι’ αυτό λοιπόν ας ενισχύσουμε τους διακόνους μας προσφέροντες γενναιόδωρα και με θυσίαν στο έργο της διακονίας για τους πτωχούς. «Διότι οι καλώς διακονήσαντες, αποκτώσιν εις εαυτούς βαθμόν καλόν, και πολλήν παρρησίαν εις την πίστιν την εις τον Ιησούν Χριστόν» (Α΄ Τιμ. γ΄ 13).  Ì

                                                                               

Ο δρ. Ιωάννης Σ. Δεληγιαννίδης είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός. Διακονεί ως κυβερνών Πρεσβύτερος στην Ορθόδοξη Πρεσβυτερική Εκκλησία Fellowship του Lake Worth στην Φλώριδα των ΗΠΑ. Είναι μέλος της Επιτροπής για τη Χριστιανική Εκπαίδευση και της Ιστορικής Επιτροπής της Συνόδου της εκκλησίας του.


 

 

ΣυνΠροφητεία: Σήμερα, όπως τότε;

 

 

του αιδ.  Γ. Αδάμ

 

έχεια από το προηγούμενο

Μερικές τελικές σκέψεις (για συζήτηση)

1. Ποιος είναι ο «τελικός» σκοπός της αποκάλυψης του Θεού; Η συνεχής αποκάλυψη, ή η γνώση του Θεού από τον άνθρωπο στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού;  Όμως, διαβάζουμε πως ο Θεός αφού ελάλησε το πάλαι προς τους πατέρας ημών διά των προφητών πολλάκις και ποικιλοτρόπως, εν ταις εσχάταις ταύταις ημέραις, ελάλησε προς ημάς δια του Υιού (Εβραίους 1:1). Άραγε, εξαντλήσαμε τον Χριστό και όλα όσα μας έχει πει ο Θεος για τον Χριστό; Καθώς ο αμαρτωλός γνωρίζει τον Χριστό με την υπακοή (Α’  Ιωάννου 2:3), φτάνει στο όριο της ικανότητάς του ως άνθρωπος να γνωρίζει τον Δημιουργό Του. Ο Χριστός είναι η αποκορύφωση της αποκάλυψης, όχι οι αποκαλύψεις!

Η λήψη συνεχών αποκαλύψεων δεν ήταν ποτέ μια εμπειρία που συνέχιζε ασταμάτητα στον λαό του Θεού. Ο Θεός διάλεγε σε συγκεκριμένες φάσεις της ιστορίας να αποκαλύπτει τον εαυτό Του. Στο Δευτερονόμιο τρεις φορές αναφέρεται πως δεν προστέθηκε τίποτα στην αποκάλυψη του Θεού. Το 5:22 λέει πως ο Μωυσής δεν πρόσθεσε στις 10 Εντολές, το 4:22 αφορά όλη τη διακονία του Μωυσή και στο 12:32 αναφέρεται σε συνδυασμό με τους ψευδοπροφήτες. Όταν μάλιστα οι 70 πρεσβύτεροι έλαβαν Πνεύμα από του Μωυσή και προφήτεψαν (Αριθμοί 11:25β), γράφει πως δεν «πρόσθεσαν» όχι ότι δεν «εξακολούθησαν» (Βάμβας).

2. Η ίδια απαγόρευση επαναλαμβάνεται και στην Αποκάλυψη 22:18-19. Σαφώς και η απαγόρευση αυτή αφορά το βιβλίο της Αποκάλυψης, αλλά το βιβλίο αυτό δεν είναι τυχαίο, ούτε είναι κατά λάθος στο τέλος του Κανόνα της Καινής Διαθήκης. Ο Θεός στις έσχατες μέρες, ξεπέρασε την Αποκάλυψη με τους προφήτες, και έφτασε στον Υιό, την αποκορύφωση της Αποκάλυψης. Το να γνωρίζει κάποιος τον Υιό, ξεπερνάει κάθε άλλη προηγούμενη Αποκάλυψη. Στην Αποκάλυψη λοιπόν, μας δίνεται η «τελική» όραση του δοξασμένου Υιού, όπως μπορεί κάποιος να Τον «γευθεί» στην ζωή μας εδώ στη γη. Σε αυτή την τελευταία, την δοξασμένη όραση του Υιού τίποτα δεν μπορεί να προστεθεί. Η παρουσίαση του Χριστού όπως θα είναι στην Δεύτερη Έλευσή Του και η απαγόρευση για πρόσθεση ή αφαίρεση, αποκλείει κάθε άλλη αποκάλυψη.

3. Ο Λόγος του Θεού μας καλεί συνεχώς σε ωριμότητα, αγιασμό, μαθητεία, πλήρωση με το Άγιο Πνεύμα. Είναι σαν να λέμε πως οι Ισραηλίτες αφού μπήκαν στην γη της επαγγελίας, ο Θεός θα συνέχιζε να τους τρέφει με μάννα. Όχι βέβαια. Αφού μπήκαν, σταμάτησε η θαυματουργική διατροφή τους με το μάννα και έπρεπε να εργαστούν (!) για να καλλιεργήσουν τη γη τους. Και τελικά τι είναι ωριμότητα, όταν μου λένε τι να κάνω κάθε στιγμή, ή όταν μορφώνεται ο χαρακτήρας του Χριστού μέσα μου και έχω «νου Χριστού;» Γιατί άραγε ο απόστολος Παύλος στις τελευταίες επιστολές Του, τις Ποιμαντορικές, οι οποίες έχουν σκοπό να ετοιμάσουν την εκκλησία για τα μετά-Αποστολικά χρόνια, δεν αναφέρεται σε Προφήτες, αλλά στη διδασκαλία του Λόγου;

4. Όλα αυτά δεν σημαίνουν πως ο Θεός δεν αποκαλύπτεται σήμερα. Το αντίθετο μάλιστα. Είναι κυρίαρχος Θεός και συνεχίζει να αποκαλύπτει τον εαυτό του σε όποιον Τον ζητάει, αλλά και με όποιον τρόπο Εκείνος το επιθυμεί. Αυτή είναι η υπόσχεσή Του. Και μέσα στην κυριαρχία Του μπορεί να χρησιμοποιήσει την φύση, το κήρυγμα, όνειρα, θεραπείες, ζωντανή φωνή, και βέβαια τον Λόγο Του. Και βέβαια ο Θεός συνεχίζει να μιλάει με το Πνεύμα Του στην μελέτη μας και στην προσευχή. Δεν χρειάζεται όμως κάποιος να είναι «προφήτης» ώστε να έχει τέτοιες εμπειρίες. Ο θεσμός του Προφήτη είναι θεσμός αποκάλυψης του θελήματος του Θεού. Όταν λέμε πως δεν υπάρχουν Προφήτες, εννοούμε πως δεν συνεχίζει ο Θεός να δίνει καινούργιο Λόγο Θεού. Επομένως κανένας άνθρωπος δεν μπορεί σήμερα με την εξουσία των Αποστόλων και Προφητών να πει, «τάδε λέγει Κύριος» δεσμευτικά όπως στα χρόνια που γραφόταν η Αγία Γραφή.

5. Οι αδελφοί των άλλων αποχρώσεων που πιστεύουν στη χρήση του προφητικού χαρίσματος σήμερα, κάνουν ένα διαχωρισμό ανάμεσα στα «επίπεδα» της προφητείας. Μιλούν, βέβαια, με βάση το Α΄ Κορινθίους 14 και άλλες περικοπές για ένα κατώτερο είδος προφητείας, το οποίο είναι προφητεία μεν, αλλά όχι σαν την προφητεία της Παλαιάς Διαθήκης ή ακόμη και της Καινής των Αποστολικών χρόνων. Αυτό συμβαίνει γιατί πολύ απλά και αυτοί οι αδελφοί δέχονται πως κανείς δεν μπορεί να προσθέσει ή να αφαιρέσει από τον Λόγο του Θεού και αν υπήρχαν προφήτες σήμερα όπως και τότε θα μπορούσαν να προσθέσουν «καινούργιο» Λόγο Θεού. Εδάφια όπως το Εφεσίους 2:20 και 3:1-6 τα οποία μελετήσαμε, και εκείνοι οι αδελφοί μας τα ερμηνεύουν όπως και εμείς. Δηλαδή με την έννοια ότι ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης έχει κλείσει και τώρα δεν υπάρχει επιπλέον αποκάλυψη.

6. Ο προβληματισμός όμως, είναι ο εξής. Είναι σωστή αυτή η εφαρμογή του Α΄ Κορινθίους 14; Δηλαδή ότι αυτά εφαρμόζονται σήμερα με κάποιο κατώτερο είδος προφητείας; Στην Καινή Διαθήκη δεν αναφέρεται κάποιο κατώτερο είδος προφητείας, κατώτερο σε σχέση με την Παλαιά. Οι περιπτώσεις προφητείας (Πράξεις) και η διδασκαλία (Β΄ Πέτρου 1:20-21) δεν φανερώνουν πως η προφητεία του Ιωήλ μπορεί να εκπληρωθεί (όπως κήρυξε και ο Πέτρος στις Πράξεις 2:15-18) με κάποιο κατώτερο τρόπο, έχοντας λιγότερη εξουσία δηλαδή ή με την πιθανότητα λάθους εκ μέρους του προφήτη όπως γίνεται σήμερα.

7. Επομένως όλη αυτή η διδασκαλία και η πρακτική που υπάρχει σε άλλες εκκλησίες πρέπει να υποστηριχθεί με βάση την Καινή Διαθήκη. Πολύ φοβάμαι όμως, ότι γίνεται μεν προσπάθεια να εφαρμοστούν τα εδάφια που λένε να μην απαγορεύουμε τις προφητείες, αλλά οι προφητείες που γίνονταν στην αποστολική περίοδο ήταν όπως και στην Παλαιά Διαθήκη, δεν ήταν προφητείες με λάθη, όπως γίνονται σήμερα, ή προφητείες «υπό μορφήν» διδασκαλίας.

8. Και οι αδελφοί μας αυτοί λοιπόν, παραδέχονται πως το τότε (η αποστολική περίοδος) δεν είναι όπως το σήμερα (μετά-αποστολική περίοδος), γιατί αν το τότε και το σήμερα δεν είχαν καμιά διαφορά, θα έπρεπε συνεχώς να τοποθετούμε θεμέλιο. Επειδή όμως, αυτό δεν συζητείται καν, από κανέναν «απόγονο» της Αναμόρφωσης (είτε της Πρεσβυτερικής είτε της Πεντηκοστιανής Εκκλησίας) για αυτό καταλήγουν σε κάποιο κατώτερο είδος προφητείας. Αυτό λοιπόν, που έθεσα στην προηγούμενη συμμελέτη είναι πως το κατώτερο είδος προφητείας, δεν υπάρχει στην Καινή Διαθήκη. Και είναι πολύ λογικότερο να πει κάποιος πως υπήρχαν οι προφήτες στην Κόρινθο, όπως υπήρχαν και στην Παλαιά Διαθήκη γιατί πολύ απλά τότε βρισκόμασταν στην εποχή που έμπαινε ακόμη το θεμέλιο και η εκκλησία το είχε ανάγκη.

9. Δεν υπάρχει κάτι το λιγότερο πνευματικό σε αυτή την τοποθέτηση. Ας σκεφτούμε μόνον, ότι αυτό ακριβώς το πράγμα λέμε στους Ορθόδοξους και στους Καθολικούς όταν κατηγορούν εμάς ότι αφαιρούμε από την Αγία Γραφή. Οι Ορθόδοξοι υποστηρίζουν πως εμείς ως Ευαγγελικοί δεν ακολουθούμε τον δικό μας κανόνα (Μόνον η Αγία Γραφή) γιατί δεν τηρούμε τις παραδόσεις.

Β΄ Θεσσαλονικείς 2:15, «Λοιπόν, αδελφοί, μένετε σταθεροί, και κρατείτε τας παραδόσεις τας οποίας εδιδάχθητε, είτε δια λόγου, είτε δι’ επιστολής ημών».

Διαβάζουμε επίσης και στο 3:6 «Σας παραγγέλλομεν δε, αδελφοί, εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, να απομακρύνησθε από παντός αδελφού ατάκτως περιπατούντος, και ουχί κατά την παράδοσιν την οποίαν παρέλαβε παρ’ ημών».

Ακόμη διαβάζουμε στην Α΄ Κορινθίους 11:2 «Σας επαινώ δε, αδελφοί, ότι εις πάντα με ενθυμείσθε, και κρατείτε τας παραδόσεις, καθώς παρέδωκα εις εσάς».

Έχουμε σκεφτεί τι απαντάμε στους Ορθόδοξους όταν μας δείχνουν τα εδάφια αυτά; Τους λέμε πως αυτά γράφτηκαν τότε γιατί τότε ζούσαν οι Απόστολοι και οι παραδόσεις οι προφορικές για τις οποίες μιλάνε τα εδάφια αυτά, δεν ήταν παρά η διδασκαλία τους. Στην πορεία των χρόνων όμως, καθώς ολοκληρώθηκε η Γραφή και έφυγαν οι απόστολοι οι παραδόσεις αυτές ενσωματώθηκαν στον Λόγο του Θεού έτσι ώστε σήμερα να έχουμε μία πηγή αποκάλυψης. Αυτό τους λέμε! Στην πραγματικότητα κάνουμε δηλαδή, έναν διαχωρισμό ανάμεσα στο «τότε”(αποστολική περίοδος) και στο «σήμερα”(μετά – αποστολική περίοδος). Αντίθετα τώρα, η Ορθόδοξη και Καθολική Εκκλησία ισχυρίζονται πως αυτός είναι ένας ψευδής διαχωρισμός που δεν υπάρχει για αυτό και συνεχίζουν να «προσθέτουν» στο θεμέλιο των αποστόλων και προφητών. Και κατηγορούν εμάς τους ευαγγελικούς γιατί δεν ακολουθούμε την ίδια την Γραφή!

Αν λοιπόν πούμε, πως όλα όσα γράφονται στην Καινή Διαθήκη ισχύουν για μας σήμερα όπως ακριβώς είναι, στην πραγματικότητα δεν έχουμε κάποιο άλλο επιχείρημα στο γιατί δεν δεχόμαστε τις παραδόσεις της Εκκλησίας. Αν πούμε, όμως πως πέθαναν οι Απόστολοι και δεν έχουμε άλλους, τότε πως είναι δυνατόν να έχουμε προφήτες, τη στιγμή που μαζί με τους αποστόλους αποτελούν το θεμέλιο της Εκκλησίας;

10. Όλα αυτά δεν σημαίνουν πως ο Θεός έχει άλλαξει. Ο Θεός δεν αλλάζει. Παρόλα αυτά φαίνεται πως σε διαφορετικές περιόδους διαλέγει να αποκαλύπτει τον εαυτό Του με συγκεκριμένους τρόπους. Την περίοδο του Παραδείσου αποκαλύπτονταν με ένα τρόπο, στον Αβραάμ με άλλον, με τον Μωυσή στο όρος Σινά με φωτιά και καπνό και σεισμό, και τέλος αποκαλύφθηκε με τον Χριστό. Μπορεί ο Θεός να αποκαλυφθεί πάλι όπως έκανε στην περίοδο του Μωυσή; Σαφώς. Είναι κυρίαρχος. Ο Θεός μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Και φανέρωσε τον εαυτό Του διά του Υιού (Εβραίους 1:1). Φαίνεται όμως, από το σύνολο της Αγίας Γραφής πως τώρα ζούμε στην μετά-το-θεμέλιο εποχή.

11. Όλοι λοιπόν, κάνουμε το διαχωρισμό ανάμεσα στην εποχή των αποστόλων και μετά τους αποστόλους. Και όλοι καταλαβαίνουμε ότι τώρα δεν ζούμε σε περίοδο αποκάλυψης, άρα όλα δεν είναι ίδια. Όλοι αναγνωρίζουμε ότι τώρα χτίζεται η οικοδομή. Αν προσέξει κάποιος θα δει ότι στις τελευταίες επιστολές του Παύλου (ποιμαντορικές) δεν αναφέρονται ούτε η προφητεία, ούτε η γλωσσολαλιά. Αντίθετα αναφέρονται η μελέτη του Λόγου, το κήρυγμα, η προσευχή. Είναι τυχαίο αυτό; Ο Ιωάννης όταν γράφει την Αποκάλυψη, ζητάει στο 1:1-3 την προφητεία του βιβλίου της Αποκάλυψης να την διαβάζουμε και να την υπακούμε, όχι να επιζητούμε και άλλες οράσεις.

12. Υπάρχει επίσης η αντίρρηση πως και σήμερα, όπως και τότε, ο ειδωλολατρικός κόσμος έχει την ίδια ανάγκη για εντυπωσιακά «σημεία», όπως η προφητεία, που να συνοδεύουν το κήρυγμα του ευαγγελίου. Η αλήθεια στο θέμα αυτό είναι πως η προφητεία εκδηλώνονταν όχι ανάμεσα σε «εθνικούς”ή «ειδωλολάτρες”αλλά μέσα στην Εκκλησία του Θεού. Η Αγία Γραφή διδάσκει ότι οι άνθρωποι σώζονται διά της πίστης και η πίστη έρχεται από την ακοή στον Λόγο του Θεού. Χρειάζεται να ακούσουν τον Λόγο του Θεού για να πειστούν οι άνθρωποι και να ελεγχθούν από το Άγιο Πνεύμα (δες Λουκάς 16:31).

13. Θα μπορούσε άραγε ποτέ η Καινή Διαθήκη της οποίας η διακονία του Πνεύματος είναι ενδοξότερη, να χαρακτηρίζεται από ένα είδος αποκάλυψης λιγότερο ασφαλούς από αυτό της Παλαιάς Διαθήκης; Και όμως αυτό ισχυρίζονται όσοι υποστηρίζουν την δυνατότητα «κατώτερης» προφητικής διακονίας. Στην Καινή Διαθήκη οι πνευματικές πραγματικότητες υπερέχουν των τύπων της Παλαιάς. Θα μπορούσαμε άραγε να έχουμε ένα ‘πισωγύρισμα’ στο θέμα αυτό και να έχουμε προφητείες λιγότερο αυθεντικές και με μειωμένη εξουσία στην εποχή της Καινής Διαθήκης; Στην Παλαιά Διαθήκη ο ψευδοπροφήτης τιμωρούνταν με θάνατο. Στην Καινή αυτοί που λένε πως είχαν «λόγο» ή «αποκάλυψη» από τον Κύριο, και τελικά δεν είχαν, δεν λαμβάνουν το όνομα του Κυρίου του Θεού μας «επί ματαίω»;  Ì

                                                                               

Υπόμνημα

Σημειώσεις για τους ψευδοπροφήτες  στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη  και την τιμωρία τους

Παλαιά Διαθήκη

(1) Έξοδος 7:1-2 (2)  Έξοδος 4:15-16 (3) Αριθμοί 12:6-7 (σύγκρινε με Ιωήλ 2:28)

Εδάφια στα οποία περιγράφεται ο ρόλος του προφήτη ως ανθρώπου μέσω του οποίου ο Θεός μιλάει και του τρόπου μέσω του οποίου θα δίνεται η αποκάλυψη του Θεού στον προφήτη.

(1) Δευτερονόμιο 13:4-5 (2) Δευτερονόμιο 18:15-22. Στα εδάφια του Δευτερονομίου, δίνεται η τιμωρία για τους ψευδοπροφήτες που είναι ο θάνατος, χωρίς να προσδιορίζει αν θα γίνει διά λιθοβολισμού.

Περιπτώσεις ψευδοπροφητών:

Βαλαάμ: Αριθμοί 22-24, 25:1-3, 31:13-16, 31:8, Ιησούς του Ναυή 13:22

Σεδεκίας: Α΄ Βασιλέων 22:24-25, και Β΄ Χρονικών 18:23-24. Δεν αναφέρεται ο θάνατος του Σεδεκία, μόνο το γεγονός ότι ο Μιχαίας του είπε πως θα προσπαθεί να κρυφτεί για να γλιτώσει.

Ανώνυμος: Α΄ Βασιλέων 13. Στην ιστορία αυτή δεν υπάκουσε τον Λόγο του Κυρίου ο προφήτης αυτός και τον σκότωσε λιοντάρι που τον βρήκε στο δρόμο.

Ιερεμίας 14:15:  αναφέρει πως με μαχαίρι και με πείνα να εκτελεστούν αυτοί που προφητεύουν στο όνομα του Θεού ενώ ο Θεός δεν τους έχει στείλει.

Ιερεμίας 28:5-17: ο προφήτης Ανανίας τελικά πεθαίνει όπως το προφήτεψε ο αληθινός προφήτης ο Ιερεμίας (Ιερεμίας 28:15-17).

Ιερεμίας 29: 29-32: ο προφήτης Σεμαΐας δεν θα έχει απογόνους ως τιμωρία για το ότι οδήγησε σε «στασιασμό» τον λαό του Θεού.

Ιεζεκιήλ 14:9, «και αν προφήτης πλανηθεί και λαλήσει λόγον, εγώ ο Κύριος επλάνησα αυτόν και θέλω  εξολοθρεύσει αυτόν εκ μέσου του λαού μου Ισραήλ

Ζαχαρίας 13:3: Κι αν κανείς παρ’ όλα αυτά παρουσιαστεί σαν προφήτης, τότε οι ίδιοι οι  γονείς του θα του πουν: «δεν έχεις πια το δικαίωμα να ζεις, γιατί είπες ψέμματα, όταν ισχυρίστηκες ότι ο Κύριος σε είχε προστάξει να κηρύξεις.”Και πριν ακόμη τελειώσει τις προφητείες του, οι ίδιοι οι γονείς του θα τον θανατώσουν με ξίφος. (Νέα Μετάφραση Βιβλικής Εταιρείας)

Καινή Διαθήκη

Στην Καινή Διαθήκη οι ψευδοπροφήτες ονομάζονται ψευτοδιδάσκαλοι:

Β΄ Πέτρου 2:1-22 και Α΄ Ιωάννου 4:1-4. Δες επίσης Ματθαίος 24:14 και Μάρκος 13:22

Τι κάνουμε με τους ανθρώπους που δεν διδάσκουν την αλήθεια για τον Θεό, τους ψευτοδιδασκάλους;

Β΄  Τιμόθεο 2:25, Τίτος 1:9, 3:10-11

Γαλάτες 1:8-9

Επιστολή Ιούδα 3,13

Αποκάλυψη 16:13, 19:20, 20:10

Τόσο στην Καινή όσο και στην Παλαιά Διαθήκη ο ψευδοπροφήτης και ο ψευτοδιδάσκαλος αντιμετωπίζονται με τον ίδιο αυστηρό τρόπο!!  Ì

                                                                               

Ο αιδ. Γ. Αδάμ είναι ποιμένας της Β΄ Ε.Ε.Ε. Αθηνών.

Το κείμενο που δημοσιεύουμε αποτελεί εισήγηση σε σχετικό σεμινάριο που διοργανώθηκε από το «Κέντρο Μελέτης της Βίβλου Μιχαήλ Καλοποθάκης”της Τοπικής Συνόδου Νοτίου Ελλάδος της Ε.Ε.Ε.

 

 

Πέρα από τη χώρα της σκιάς

40 χρόνια από το θάνατο του C. S. Lewis

της κας Β. Κάλφογλου-Καλοτεράκη

 

 

Συνέχεια από το προηγούμενο

Δεν θα πρέπει να παραλείψω να επισημάνω δύο βασικά θέματα που απασχολούν τον C. S. Lewis και τα αναπτύσσει επανειλημμένα στο έργο του. Αποτελούν γνωρίσματα του πεσμένου ανθρώπου και σαν τέτοια είναι χρήσιμο, πιστεύω, να μας δώσουν αφορμή για σκέψεις.

Το αρχέγονο αμάρτημα του Διαβόλου

 Το πρώτο είναι αυτό που θεωρεί πυρήνα, καρδιά της αμαρτίας: η υπερηφάνεια. Στον Βασικό Χριστιανισμό δίνει μια συγκλονιστική πραγματικά εικόνα αυτού του κορυφαίου από τα θανάσιμα αμαρτήματα. «Η λαγνεία, ο θυμός, η πλεονεξία, η μέθη και όλα τα συναφή είναι σε σύγκριση μ’ αυτή απλές ατέλειες», γράφει. «Ήταν λόγω της υπερηφάνειας που ο Διάβολος κατάντησε αυτό που είναι. Η υπερηφάνεια οδηγεί σε όλες τις άλλες κακίες, αφού πρόκειται για τη νοοτροπία που αντιτίθεται απόλυτα στον Θεό.» Ο Lewis ανιχνεύει τις παραμέτρους αυτού του θεμελιακού αμαρτήματος: « Η υπερηφάνεια είναι εγγενώς ανταγωνιστική…δεν ευχαριστιέται με το να έχει κάτι, αλλά μόνον με το να έχει κάτι περισσότερο από κάποιον άλλο. Οι άνθρωποι είναι υπερήφανοι που είναι  πλουσιότεροι, εξυπνότεροι ή ομορφότεροι σε σχέση με κάποιους άλλους..Είναι η σύγκριση που σε κάνει υπερήφανο , η ευχαρίστηση που νιώθεις να είσαι πάνω από άλλους… Η υπερηφάνεια.. σημαίνει πάντα εχθρότητα, είναι εχθρότητα. Όχι απλώς εχθρότητα μεταξύ των ανθρώπων, αλλά εχθρότητα απέναντι στον Θεό.»

Ο φοβερός κίνδυνος, υπαρκτός και ορατός κάθε στιγμή για όλους μας είναι ότι η μεγαλύτερη από τις αμαρτίες μπορεί να φωλιάσει και στον πνευματικό άνθρωπο, να διαβρώσει τα κίνητρα της υπηρεσίας του, να τον οδηγήσει ενδεχομένως στην απόλυτα τραγική θέση: «Κύριε, στο Όνομά Σου κηρύξαμε, βγάλαμε δαιμόνια…- Δεν σας γνωρίζω». «Είναι φοβερό το γεγονός», τονίζει ο Lewis «ότι η χειρότερη απ’όλες τις αμαρτίες μπορεί να τρυπώσει στην καρδιά της πνευματικής μας ζωής. Δεν είναι όμως κάτι το ανεξήγητο. Οι υπόλοιπες, οι λιγότερο μεμπτές κακίες, προέρχονται από .. τη ζωώδη μας φύση. Η υπερηφάνεια όμως δεν προέρχεται καθόλου από τη ζωώδη μας φύση. Έρχεται κατευθείαν από την Κόλαση. Είναι εντελώς πνευματική: κατά συνέπεια λιγότερο αισθητή και περισσότερο θανάσιμη….Όποτε νιώθουμε ότι η πνευματική μας ζωή μας κάνει να θεωρούμε ότι είμαστε ενάρετοι- ότι είμαστε καλύτεροι από κάποιον άλλον-, νομίζω ότι μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι δεν κινούμαστε από τον Θεό, αλλά από τον Διάβολο.»  

Και βέβαια: άλλο η αγνή ικανοποίηση, όταν με επαινεί κάποιος τον οποίο αγαπώ και δικαιολογημένα εκτιμώ, ικανοποίηση γιατί του έδωσα χαρά, κι άλλο η σκέψη «τι σπουδαίος πρέπει να είμαι για να καταφέρω κάτι τέτοιο».

Ακόμα βαθύτερα: άλλο πράγμα η ματαιοδοξία, η διαρκής ανάγκη επιβεβαίωσης, επαίνων από τους άλλους και άλλο η γνήσια, διαβολική περηφάνεια. Η ματαιοδοξία είναι σίγουρα νοσηρό σύμπτωμα, δείχνει όμως ότι το άτομο υπολογίζει σε κάποιο βαθμό τους άλλους. «Η πραγματικά σκοτεινή, διαβολική υπερηφάνεια κάνει την εμφάνισή της όταν ο άνθρωπος περιφρονεί τους άλλους τόσο πολύ που δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το τι θα πουν γι’ αυτόν». Βέβαια πολλές φορές είναι ανάγκη να μη μας ενδιαφέρει η γνώμη των άλλων, όταν έρχεται σε σύγκρουση με το θέλημα του Θεού. Δεν πρόκειται φυσικά γι’ αυτό. Ο αληθινά υπερήφανος σκέφτεται: «Γιατί θα έπρεπε να με απασχολεί η επιδοκιμασία αυτού του όχλου σαν να άξιζε η γνώμη του κάτι;»

Και ποια άραγε πρέπει να ’ναι η εικόνα του αληθινά ταπεινού Χριστιανού; Ένα θλιβερό ανθρωπάκι που επαναλαμβάνει συνεχώς πως δεν αξίζει τίποτα; Ένας μισοκακόμοιρος υποκριτής που αρνείται την ύπαρξη των όποιων ικανοτήτων του; Αυτή είναι πράγματι η διαβολική συμβουλή του πεπειραμένου δαίμονα Σκρούτειπ στον νεαρό ανεψιό του. Στο δρόμο αυτής της κίβδηλης, ψεύτικης ταπεινοφροσύνης πρέπει να παρασύρει τον πιστό. Και στη συνέχεια ο Σκρούτέιπ δίνει τη διάσταση του Θεού, του μεγάλου Εχθρού του: «Για να είσαι προετοιμασμένος απέναντι στη στρατηγική του Εχθρού, πρέπει να ξέρεις καλά τους σκοπούς του. Ο Εχθρός θέλει ο άνθρωπος να φθάσει σ’ ένα σημείο που να μπορεί να σχεδιάσει τον καλύτερο καθεδρικό ναό του κόσμου, να ξέρει πως είναι ο καλύτερος και να χαίρεται γι’ αυτό, χωρίς η ευτυχία και η ικανοποίησή του να είναι διαφορετικές από αυτό που θάταν στην περίπτωση που ο ναός είχε σχεδιασθεί από κάποιον άλλο. Τελική επιδίωξη του Εχθρού είναι ο άνθρωπος μας να χαίρεται και να απολαμβάνει τα χαρίσματά του και τα χαρίσματα του διπλανού του με την ίδια απλότητα, ειλικρίνεια κι ευγνωμοσύνη».

Ο «έσω δακτύλιος» και
η θανάσιμη έλξη του

 Το δεύτερο χαρακτηριστικό μοτίβο σχετικά με την εκδήλωση της πεσμένης, διαβρωμένης ανθρώπινης φύσης που τον απασχόλησε και το ανέλυσε τόσο σε ομιλίες και άρθρα, όσο και σε λογοτεχνικά του πονήματα είναι η παρουσία στην ανθρώπινη κοινωνία, σε όλους τους χώρους και τις οργανωμένες ομάδες αυτού που ο Lewis ονομάζει έσω κύκλο, δακτύλιο (inner ring).

 Ας το σκεφτούμε λίγο: είτε πρόκειται για τον χώρο της πολιτικής και των οργάνων της θεσμοθετημένης εξουσίας, είτε πρόκειται για το πανεπιστημιακό περιβάλλον, στον χώρο της Τέχνης, ακόμα , στους εκκλησιαστικούς κύκλους, από τους πιο σύνθετους και δομημένους σύμφωνα με μοντέλα εξουσίας, ως εκείνους που επικαλούνται απόλυτη συμμόρφωση με τις γνήσιες, ευαγγελικές αρχές, παντού υπάρχει η τάση να δημιουργούνται αυτοί οι εσωτερικοί κύκλοι, από όπου ασκείται, άτυπα μεν πολύ πραγματικά δε, εξουσία. Η αγωνία και η προσπάθεια να γίνω μέρος κάποιου από αυτούς τους αόρατους αλλά πανίσχυρους εσωτερικούς κύκλους, (οι οποίοι, όπως όλοι γνωρίζουμε αλλάζουν πολύ συχνά σύνθεση), όπως και η επακόλουθη αγωνία και προσπάθεια, εφόσον γίνω δεκτός, να αποτρέψω όσο γίνεται την εισδοχή και άλλων, είναι μια διαδικασία καθοριστική για την ανθρώπινη συμπεριφορά και τη διαμόρφωση των ανθρώπινων σχέσεων, η οποία βγάζει στην επιφάνεια όλη τη σκοτεινιά της πεσμένης μας φύσης: κακία, περιφρόνηση και ισοπέδωση του διπλανού, προδοσία και διαγραφή κάποιου παλαιού και πιστού φίλου, υπερηφάνεια, απόλαυση στην όποια μορφή εξουσίας λαχταρά το άρρωστο εγώ.

Ας σκεφτούμε βαθύτερα: πιστεύω πως όλοι μας, άλλος πιο πολύ άλλος λιγότερο, γεμίσαμε κάποια φορά από τον πόθο να μπούμε σ’ έναν τέτοιο κύκλο, θεωρήσαμε προσωπική επιτυχία και επιβεβαίωση ν’ ανήκουμε επιτέλους στους λίγους εκλεκτούς που κατευθύνουν τα πράγματα. Μπορεί να το πετύχαμε. Μπορεί, σιωπηλά μέσα μας, να χαιρόμαστε στη γνώση, πως αυτή τη στιγμή είμαστε μέλη ενός τέτοιου, αποκλειστικού κύκλου. Αν θελήσουμε όμως ειλικρινά να αντικρύσουμε τα χνάρια, τις στρεβλώσεις, που  αυτός ο αγώνας άφησε στην καρδιά μας, τις πληγές σε άλλους γύρω μας, αν παραδεχτούμε πως η αγωνία να μην χάσουμε αυτή την προνομιακή θέση είναι πολύ πραγματική και βασανιστική μέσα μας, τότε, πιστεύω, θα έρθουμε πρόσωπο με πρόσωπο με ένα από τα πιο ύπουλα, αποκρουστικά και  πραγματικά πρόσωπα της αμαρτίας που μπορεί να φωλιάσει μέσα μας. Συχνά αυτές τις ύπουλες ρίζες της αμαρτίας, τις πιο επικίνδυνες και θανατερές, τις αναγνωρίζουμε συνήθως πολύ δύσκολα και απρόθυμα. (Αντίθετα προτιμούμε πολλές φορές να καταγινόμαστε με την τήρηση κάποιων τύπων και διατάξεων, μη διακρίνοντας συχνά ότι είναι απλώς και μόνον εντάλματα ανθρώπων).

Άλλες μελέτες:

Βασικός Χριστιανισμός, Πρόβλημα του Πόνου, Επιστολές του Σκριούτέιπ: μπορούν να χαρακτηριστούν σαν τα αντιπροσωπευτικά δομικά στοιχεία στο έργο του Lewis , οι μελέτες στις οποίες αναπτύσσει τα κύρια θέματα που τον απασχολούν ως Χριστιανό διανοητή. Το έργο του βέβαια δεν περιορίζεται σ’ αυτά. Ήδη αναφέρθηκα σε κάποιους τίτλους. Λίγα λόγια θα προσθέσω για να δοθεί έστω μια σχηματική εικόνα και να μην μείνουν απλώς τίτλοι.

Τα Θαύματα (Miracles). H μελέτη εκδόθηκε το 1947. Ο Lewis εκθέτει όλη την συλλογιστική του σχετικά με το Υπερφυσικό και τις θαυμαστές  παρεμβάσεις του Θεού στους φυσικούς νόμους που ο Ίδιος δημιούργησε. Η ίδια η λειτουργία του Λόγου, της λογικής αφηρημένης σκέψης, αποτελεί για τον συγγραφέα μια παρέμβαση («εισβολή») του υπερβατικού στην ύλη – στην αντίθετη περίπτωση, αν ο ανθρώπινος συλλογισμός είναι απλώς ένα βιοχημικό φαινόμενο, ποια η εγκυρότητά του; Οι σελίδες, όπου ο Lewis αναλύει συγκεκριμένα θαύματα, όπως και το περίφημο κεφάλαιο το αφιερωμένο στο κορυφαίο θαύμα (the grand miracle) , την Ενανθρώπιση δηλαδή του Υιού του Θεού, ανήκουν αναμφίβολα στα καλύτερα κομμάτια του έργου του, όπως και γενικότερα στα πιο εμπνευσμένα κείμενα που γράφτηκαν ποτέ από πιστό με αγάπη και δέος.

Οι Σκέψεις πάνω στους Ψαλμούς (Reflections on the Psalms) εκδόθηκαν το 1958. Δεν πρόκειται για συστηματική μελέτη πάνω στους Ψαλμούς (άλλωστε ο Lewis δηλώνει στον πρόλογο, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, ότι δεν αισθάνεται ειδικός για μια τέτοια συστηματική μελέτη, βλέπει το πόνημά του σαν στοχασμούς, απορίες, ερμηνευτικές προτάσεις, όπως πηγάζουν ταπεινά από έναν απλό πιστό άνθρωπο  που έχει ωφεληθεί και αγαπά βαθιά αυτό το κομμάτι του Λόγου του Θεού.) Είναι ένα έργο που πάλλει πράγματι από εύστοχες, πρωτότυπες παρατηρήσεις πάνω στο βιβλικό κείμενο το οποίο κατεξοχήν συνδυάζει την Αποκάλυψη των Αληθειών του Θεού με υψηλή λογοτεχνική απόλαυση.

Την ποιότητα αυτών των παρατηρήσεων θα μπορούσαν να καταδείξουν κάποιες παρατηρήσεις του συγγραφέα πάνω στον 19ο ψαλμό («έναν από τους ωραιότερους, από τα σημαντικώτερα έργα της παγκόσμιας λυρικής ποίησης»). Ο Lewis επισημαίνει εύστοχα τον εσωτερικό δεσμό ανάμεσα στις φαινομενικά άσχετες ενότητες, την ενότητα που πραγματεύεται τη δόξα της φυσικής δημιουργίας («οι ουρανοί διηγούνται την δόξαν του Θεού και το στερέωμα αναγγέλλει το έργο των χειρών Αυτού») και την ενότητα που είναι αφιερωμένη στην έξαρση του Ηθικού Νόμου του Θεού: («η τεχνική θυμίζει μοντέρνα ποίηση»). Συνδετικός αρμός: ο ήλιος. Φράση κλειδί: «και δεν κρύπτεται ουδέν από της θερμότητος Αυτού». Όπως ο ποιητής έχει νιώσει τόσες φορές τον αμείλικτο ήλιο της πατρίδας του να τον ανακαλύπτει σε κάθε σκιερή γωνιά, έτσι αισθάνεται τον τέλειο, αληθινό Νόμο του Θεού να ερευνά τις μυστικές γωνιές της ψυχής του. Στο τέλος, η ταπεινή δέηση του Ψαλμωδού έχει αντικείμενο τις ενδόμυχες, κρυφές σκέψεις του; «Ας είναι ευάρεστα τα λόγια του στόματός μου και η μελέτη της καρδίας μου ενώπιόν Σου».

Επίσης, αξιοποιώντας τη βοήθεια συναδέλφων του Εβραϊστών, ο Lewis σχολιάζει ιδιαίτερα την έννοια της Αλήθειας του Νόμου του Θεού, όπως επανειλημμένα παρουσιάζεται μέσα στους Ψαλμούς. Η εβραϊκή λέξη emeth η οποία αποδόθηκε σε όλες της μεταφράσεις με την έννοια της Αλήθειας έχει για τον Εβραίο την παράσταση του στέρεου, αξιόπιστου εδάφους, πάνω στο οποίο μπορούμε με ασφάλεια να χτίσουμε τη ζωή μας.

Αντίστοιχα η απομάκρυνση την τελευταία 100ετία και επίσημα της ανθρώπινης διανόησης και παιδείας από το στέρεο έδαφος του Ηθικού Νόμου του Θεού και των απόλυτων αξιών που στηρίζονται πάνω του έφερε, κατά τον Lewis , την ουσιαστική και ηθική εξόντωση, κατάργηση της ανθρώπινης προσωπικότητας και δημιούργησε το κλίμα της μεταχριστιανικής εποχής. Αυτός ο πόλεμος κατά των απόλυτων ηθικών αξιών είναι ένα θέμα που αναπτύσσει ο συγγραφέας στο μικρό αλλά ιδιαίτερα σημαντικό βιβλίο του «Η κατάργηση, εκμηδένιση του ανθρώπου» (The Abolition of Man). Εκδόθηκε το 1943 από τις Πανεπιστημιακές εκδόσεις της Οξφόρδης και ήταν βασισμένο στο περιεχόμενο τριών διαλέξεων που έδωσε ο Lewis στο Πανεπιστήμιο του Durham. Προαναγγέλει το δικό μας πνευματικό κλίμα της οριστικής απομάκρυνσης από την έστω τυπική αναγνώριση κάποιων Χριστιανικών αρχών, το ιδεολογικό κενό, τη δημιουργία νεοπαγανιστικών ρευμάτων (New Age). Να σημειώσουμε ότι αυτό το ηθικό αδιέξοδο μετά την «κατάργηση» του Θεού και του κύρους  του Απόλυτου Ηθικού Νόμου Του αναγνωρίζεται στις μέρες μας και σε κείμενα που υπογράφουν σκεπτικιστές ή και άθεοι στοχαστές. «Καταργήσαμε μαζί με τον Θεό την ιδέα της Κόλασης και φέραμε την Κόλαση πάνω στη γη, δημιουργήσαμε το Άουσβιτς» σχολιάζει σε μια συνέντευξή του ο περίφημος διανοητής  George Steiner .

Συνέχεια και τέλος στο επόμενο

                                                                                               

Η κα Β. Κάλφογλου-Καλοτεράκη  είναι Λέκτωρ του Τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

 


 

 

 

Λαθρομετανάστευση:

Η Δύσκολη Συμπόνοια

 

    του αιδ. Θ. Κοσμάδη



 

Πολύ πιθανόν ένα από τα καυτά θέματα των τελευταίων δεκαετιών να είναι η μεταναστευτική θύελλα, συγκεκριμένα η λαθρομετανάστευση, με επιδιωκόμενο στόχο τον καλύτερο τρόπο ζωής απ’ αυτόν που υποχρεωτικά βιώνουν τόσοι και τόσοι συνάνθρωποί μας.

Όπως γνωρίζουμε, οι πόλεμοι προκαλούν ακραίες δυσλειτουργίες καθώς αναταράσσουν την ομαλότητα των κατεστημένων συνθηκών, μετατοπίζουν τα σύνορα των εθνών, δημιουργούν δημογραφικές αλλαγές κ.ο.κ.

Το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, το οποίο μόλις αφήσαμε πίσω, παρουσιάζεται σαν η πιο γρήγορη περίοδος όλων των εποχών. Μετά το 1945, περίπου τριάντα εκατομμύρια εκτοπισμένοι άνθρωποι (DP) πολλών εθνών, όλων των ηλικιών, μετατράπηκαν σε πρόσφυγες από την Ανατολική Ευρώπη μέχρι την Κίνα και Κορέα. Οι χώρες της Δύσης καθώς και η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, αφομοίωσαν περίπου όλους τους εκτοπισμένους που έχασαν οικογένεια, σπίτια, δουλειά και κάθε τι άλλο στις πατρίδες τους. Εμείς οι Έλληνες έχουμε πολύ πικρές αναμνήσεις και βαθύ καημό από την αποδοχή των περίπου ενάμιση εκατ. προσφύγων σαν επακόλουθο της Μικρασιατικής καταστροφής.

Στα μεταπολεμικά χρόνια η Δυτ. Ευρώπη και κυρίως η Γερμανία άρχισαν την ανασυγκρότηση από τα ερείπια της πολεμικής αγριότητας. Πολύ σύντομα οι χώρες της Δυτ. Ευρώπης ωφελημένες από το Σχέδιο Μάρσαλλ ανοικοδόμησαν τις διαλυμένες βιομηχανικές μονάδες των, εξάγοντας τα προϊόντα τους παντού. Τούτη η επιτυχία, ειδικά της Δυτ. Γερμνανίας είχε σοβαρές επιπτώσεις. Οι χώρες της Δυτ. Ευρώπης, δεν θα μπορούσαν να παράγουν χωρίς ικανούς εργάτες που πρόσφεραν υπηρεσίες, πέραν του δικού τους ανθρώπινου δυναμικού.

Όμως το φαινόμενο δεν περιορίζεται στη δική μας εποχή.

Ο βασιλιάς Σολομών όταν άρχισε να οικοδομεί τον Ναό του Θεού και πολλά άλλα οικοδομήματα στην Ιερουσαλήμ αναγκάστηκε να καλέσει εργάτες από τις γειτονικές χώρες. Σχετικά με αυτό το ενδιαφέρον ιστορικό γεγονός κοιτάξτε Α΄ Χρον. 2:16-17.

Στα μέσα του 1950 οι χώρες της Δυτ. Ευρώπης άρχισαν να επεκτείνονται στις εργατικές αγορές των Μεσογειακών χωρών απ’ όπου προσκαλούσαν εργαζόμενους με συμβόλαια, αρχικά μόνους χωρίς τις οικογένειές τους. Ξεκίνησε λοιπόν η μετακίνηση ενός συνεχώς αυξανόμενου όγκου αντρών και γυναικών στην Γερμανία και στις άλλες χώρες της Δύσης. Η κατάσταση ήταν εντυπωσιακή. Κάθε μέρα τα τρένα και τα πούλμαν μετακινούσαν εργάτες, κυρίως από την ενδοχώρα της Τουρκίας, της Βόρειας Αφρικής, κ.α. στην ανεπτυγμένη Ευρώπη. Τέτοιες απροσδόκητες εξελίξεις προκάλεσαν αρκετές ατομικές και κοινωνικές αναταραχές. Όμως υπήρχε έντονη η ανάγκη για εργατικά χέρια. Δεν πείραζε αν δεν μιλούσαν οι ξένοι την γλώσσα, ή δεν ήσαν ενσωματωμένοι στον τρόπο ζωής της Ευρώπης. Η ανθρωποπλημμύρα συνέχισε μέχρι το 1973, οπότε παρουσιάστηκε η πρώτη πετρελαϊκή κρίση που είχε ως επίπτωση την κάμψη της βιομηχανικής παραγωγής σε κάποιο βαθμό. Κανένας εργάτης/τρια όμως δεν προτίμησε να επιστρέψει στην χώρα του/της, εκτός από εκείνους που δέχθηκαν ένα σεβαστό επίδομα για εκούσια επιστροφή.

Στη συνέχεια οι χώρες της Ευρώπης άρχισαν να θεσπίζουν νόμους για την ένωση των οικογενειών. Ξεκίνησε λοιπόν ένα νέο κύμα γυναικών και παιδιών απ’ όλες τις κατευθύνσεις. Συνήθως οι γυναίκες από την Τουρκία ήσαν αναλφάβητες με τρόπο ζωής τελείως διαφορετικό απ’ αυτόν στον οποίο καλούνταν να προσαρμοστούν. Η θρησκευτική ενδυμασία τους στην Ευρώπη μέχρι σήμερα είναι ένα από τα χτυπητά χαρακτηριστικά. Πολλοί το θεωρούν περισσότερο σαν πολιτική εκδήλωση, παρά θρησκευτική.

Μέσα στα ίδια χρόνια και η Ελλάδα άρχισε να προσελκύει εργαζόμενους –κυρίως στην Πελοπόννησο- από τις Αφρικανικές χώρες για τον γεωργικό τομέα. Ο αριθμός αυτών δεν ήταν μεγάλος. Μετά την δεύτερη πετρελαϊκή κρίση έπαυσε πλέον η εισαγωγή των Gastarbeiter (επισκέπτες εργάτες). Όμως δεν σταμάτησε η είσοδος ανθρώπων μέσω ποικίλων παρανόμων τρόπων, ετοιμάζοντας τον δρόμο για νέες εμφανίσεις.

Η Εκμετάλλευση του Ασυλιακού Προνομίου

Οι πικρές αναμνήσεις των κρεματορίων και διαφόρων άλλων θηριωδών μεθόδων με τρομαχτικούς διωγμούς, παροτρυνόμενες από τη Ναζιστική ιδεολογία και τη Σταλινιστική ασπλαχνία, οδήγησαν τα Ευρωπαϊκά Κοινοβούλια στο να θεσπίσουν φιλελεύθερους νόμους οι οποίοι αναγνώριζαν το δικαίωμα ασύλου για τους καταδιωκόμενους. Όσοι γνωρίζουμε την Παλαιά Διαθήκη και τα κείμενά της (Αριθμοί, κεφ. 35, Δευτερονόμιο 23:15, 16) ξέρουμε την προέλευση τούτου του δικαιώματος, που ήταν μια Θεία Πρόνοια.

Για πολλά χρόνια το δικαίωμα του ασύλου έμεινε απαρατήρητο σε πολλούς που αναζητούσαν τρόπους διεξόδου από τις δύσκολες συνθήκες ζωής στις χώρες τους. Όταν πολλοί αντιλήφθηκαν την δυνατότητα να φύγουν στις χώρες της επαγγελίας, άνοιξε την πόρτα σε μια ευρύτατη εφαρμογή. Άρχισε, λοιπόν, μια μεγάλη θύελλα αντρών, γυναικών, ολοκλήρων οικογενειών, μάλιστα χωριών που μετακινούνται με κάθε τρόπο στα μέρη ευημερίας με δικαιολογίες πολλών και ποικίλων ειδών: Είμαι δεξιός, είμαι αριστερός, είμαι βαθυστόχαστος άνθρωπος, θρησκευτικών πεποιθήσεων, λ.χ. υπερασπιστής του Ισλαμικού Σαριά, αντιμετωπίζω καταπιέσεις λόγω του χρώματος της επιδερμίδας μου, είμαι καταδιωκόμενος καθηγητής, δικηγόρος, διανοούμενος, κ.ο.κ., ανήκω σε μειονότητα, είμαι Κούρδος, Ταμίλ και πολλά άλλα.

Είναι αξιοσημείωτο ότι κανένας, πουθενά δεν έχει δηλώσει άτομο με οικονομικές δυσχέρειες στη χώρα του!

Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι βρίσκονται σ’ αυτή τη δύσμοιρη κατηγορία. Κανένας δεν μπορεί να υπολογήσει πόσοι οδηγήθηκαν σε χώρες ευημερίας εξαιτίας διωγμού. Ένας ειδικός δημοσιογράφος μιλάει ότι το 90% των προσφύγων στις χώρες της Ευρώπης είναι οικονομικοί. Μάλιστα ορισμένοι είναι ένοχοι απλών εγκλημάτων μεταφέροντας τη δράση τους στις νέες χώρες.

Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να εισχωρήσει η Μαφία σ’ αυτή την παγκόσμια δραστηριότητα με τυχοδιωκτικές επιδιώξεις: «Μπορούμε να σας μεταφέρουμε σε μια χώρα ευημερίας για 2, 3, 4, 5 χιλιάδες δολλ. το άτομο». Πολλοί πτωχοί με λίγες οικονομίες, άλλοι πουλώντας ένα κτήμα κ.ο.κ. έπεσαν θύματα στα ανελέητα κυκλώματα της Μαφίας. Ένας τρομακτικός αριθμός χάνει την ίδια τη ζωή του. Συχνά ακούονται εκείνοι που πνίγονται στα άγρια κύματα ή κομματιάζονται πέφτοντας σε νάρκες. Η λαθρομετανάστευση, η σωματεμπορία, το εμπόριο ναρκωτικών και μερικά άλλα παρόμοια φαύλα έχουν καταντήσει να είναι σοβαρότατες πληγές των καιρών.

Κοινωνική – Ευαγγελιστική Διακονία

Από την μέρα της άφιξης ξένων ανθρώπων σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και σε πλουσιότερα μέρη, διάφορες οργανώσεις παρουσιάστηκαν στο προσκήνιο με ειλικρινείς κοινωνικές αντιλήψεις, για παροχή βοήθειας στους ανθρώπους οι οποίοι βρέθηκαν μπροστά τους. Τούτη η προσπάθεια εμφανίζεται ποικιλοτρόπως. Μερικές οργανώσεις το κάνουν απλώς με φιλανθρωπικό σκοπό. Άλλες και άλλοι πλησιάζουν στην νέα κατάσταση με βαθειά εκτίμηση της μεγάλης παραγγελίας του Ιησού Χριστού στους πιστούς Του, να ευαγγελίζουν πάντα τα έθνη, κάθε άτομο. Μ’ αυτό τον τρόπο συνδυάζουν τις σημαντικές κοινωνικές προσφορές τους, με έντονη πεποίθηση ότι όλοι οι νέοι συμπολίτες (Mitburger όπως τους ονομάζουν οι Γερμανοί) πρέπει να διδαχθούν το Ευαγγέλιο. Σε καθένα να προσφερθεί η ευκαιρία να μετανοήσει και να δεχτεί τον Σωτήρα τον οποίο ο Θεός έστειλε σ’ όλους τους ανθρώπους.

Σ’ αυτό το σημείο θα ήταν πολύ βοηθητικό να επαναλάβουμε ένα απόσπασμα απ’ τον γνωστό θεολόγο-κήρυκα John R. Stott ο οποίος έχει εκδηλώσει το βαθύ κοινωνικό ενδιαφέρον του επανειλημμένα. «Ο ευαγγελισμός είναι το συντελεστικότερο όργανο για κοινωνική αλλαγή. Επειδή το Ευαγγέλιο αλλάζει τις ζωές των ανθρώπων, κι εκείνοι που αλλάζουν είναι σε θέση ν’ αλλάξουν την κοινωνία».

Αυτή ήταν και είναι η σταθερή πίστη των ανθρώπων και οργανώσεων, μάλιστα εκκλησιών που παίρνουν σοβαρά την εντολή του Χριστού αρνούμενοι να θυσιάσουν την Χριστοδίδακτη παραγγελία στο βωμό του συγκρητισμού ή της μεταχριστιανικής συγχώνευσης των διαφόρων θρησκευμάτων. Τούτοι ευαγγέλισαν τα εκατομμύρια πρόσφυγες μετά τον πόλεμο, με γενναιόδωρη προσφορά κοινωνικής συμπαράστασης. Οι ίδιοι/ες εξακολουθούν με παρόμοια προσπάθεια μετά την εμφάνιση των εκτατομμυρίων αντρών και γυναικών που μετακινήθηκαν σε νέες χώρες. Τους προσέφεραν την πιο θαυμαστή υπηρεσία και διακονία η οποία συνεχίζει ακατάβλητα. Ταυτοχρόνως ποτέ δεν παραμελείται το άπλωμα της χείρας κοινωνικής συμπαράστασης (ιδέ Ματθαίος 25:34-40).

Μας επιβάλεται να υπενθυμίσουμε σ’ αυτό το σημείο τις επανειλημμένες προτροπές στον λαό Ισραήλ για την ευθύνη των πιστών του Γιάχβε προς τους ξένους (ιδέ Έξοδος 22:21, 23:9, Λευιτ. 19:33, 34, Δευτ. 1:16, 27:19).

Το επακόλουθο της ευαγγελιστικής φροντίδας ήταν ότι μεγάλος αριθμός συνανθρώπων άκουσαν ή διάβασαν το θαυμαστό μήνυμα του Τριαδικού Θεού, αναγνωρίζοντας την ευθύνη τους για ανταπόκριση. Και μάλιστα ανταποκρίθηκαν εκείνοι που το Άγιο Πνεύμα τους προώθησε να εκτιμήσουν την σωτηρία δια χάριτος. Δημιουργήθηκαν συναθροίσεις από πολλούς λαούς και φυλές –και ελληνικές- από άντρες και γυναίκες που αξιοποίησαν το σωτήριο έργο του Θεού. Σήμερα σε πολλές χώρες της Ευρώπης, Αυστραλίας, Αμερικής, του Καναδά κ.α. στεγάζονται συναθροίσεις πιστών σε ποικίλες γλώσσες, όλων των ηλικιών. Αυτοί λατρεύουν τον Πατέρα Θεό δια του Σωτήρος Ιησού Χριστού.

Υπάρχουν εκκλησίες ακόμη από άτομα Ισλαμικής προέλευσης, όπως Αραβικές, Τουρκικές, Ιρακινές, κ.α…. Τούτοι επιβεβαιώνουν την πιστότητά τους στον Χριστό με διακήρυξη και ομολογία στους συμπατριώτες τους. Άλλοι πάλι που ευαγγελίστηκαν και αξιοποίησαν την σωτηριακή προσφορά του Χριστού επέστρεψαν στην πατρίδα τους πλουσιότεροι και προοδευμένοι. Έτσι πολλαπλασιάζεται η μαρτυρία του Χριστού.

Εδώ οφείλουμε να αναφερθούμε και στις προσπάθειες στην Ελλάδα μας με περίπου ένα εκατομμύριο αλλοδαπούς, όπου ο καρπός του Ευαγγελίου επικυρώνεται με συναθροίσεις που έχουν ιδρυθεί από ανθρώπους διαφορετικών προελεύσεων. Σήμερα αρκετές ευαγγελικές εκκλησίες φιλοξενούν κάτω από τη στέγη τους άντρες, γυναίκες, παιδιά οι οποίοι βρήκαν μια ζεστή φωλιά κοινωνίας και στοργής.

Τούτη η ευχάριστη εξέλιξη μπορεί να ωθήσει τους νέους και ηλικιωμένους στις εκκλησίες μας να εφοδιαστούν με Καινές Διαθήκες και διάφορα άλλα έντυπα στις γλώσσες των ξένων που κινούνται ανάμεσά μας. Καθένας μας μπορεί να τους προσφέρει μ’ ένα χαιρετισμό αγάπης το μοναδικό μήνυμα. Μάλιστα, να τους ειδοποιήσει για τη σχετική συνάθροιση στην γλώσσα τους. Ας θυμηθούμε την προτροπή στον Ψαλμό 126:5, 6.

Κοινωνικές Αναταραχές

Το παραπάνω σπουδαίο θέμα της καλώς σχεδιασμένης ευαγγελιστικής προσπάθειας ανοίγει την πόρτα σε μια σοβαρή αναταραχή, αισθητή σ’ όλες τις χώρες: Οι κοινωνικοί προβληματισμοί που δημιουργήθηκαν και συνεχίζουν με αυξανόμενη επίταση. Μετανάστες προερχόμενοι από τις τέσσαρες άκρες της γης γίνονται δεκτοί με κατανόηση και ευσπλαχνία. Η καλή διάθεση των φιλοξενουσών χωρών δυστυχώς δεν υποκινεί όλους να σεβαστούν τους θεσμούς του τόπου και να προσαρμοστούν στους κανονισμούς των κρατών που τους έχουν χαρακτηρίσει σαν ανθρώπους με ειδικές ανάγκες.

Μεγάλος δυστυχώς είναι ο αριθμός διαφόρων ειδών εγκλημάτων που προέχονται απ’ αυτούς τους ανθρώπους, και ξεπερνάει εκείνα των εντοπίων αντρών και γυναικών. Ο αριθμός εκείνων που έχουν καταλήξει σε φυλακές ή ποινικά σωφρονιστήρια είναι τρομακτικός. Τα φιλοξενούντα κράτη αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα τα οποία πολλές φορές δεν αναφέρονται μη τυχόν κάποιοι κατηγορηθούν για ρατσιστικά αισθήματα. Όμως μια τέτοια σιωπή δεν διαλύει τα προβλήματα με τα οποία συνεχώς παλεύουν οι δυνάμεις ασφαλείας.

Όπως ειπώθηκε παραπάνω, σε ορισμένες περιστάσεις ένοχοι απλών κακουργημάτων μετέφεραν τις σκοτεινές απασχολήσεις τους στις νέες χώρες. Η περίπτωση τέτοιοι να ενώνουν τις δυνάμεις τους με εντόπιους παραβάτες είναι συχνή. Τέτοιες οργανώσεις συνήθως διαθέτουν μεγάλα ποσά μαύρου χρήματος. Και επίπλέον τα μικρά εγκλήματα αποτελούν ένα τεράστιο όγκο παρανομιών που θέτουν τις αστυνομικές, δικαστικές και ποινικές δυνάμεις πέρα των ορίων της επιτηδειότητάς τους. Τους αξίζει κάθε είδους συμπαράσταση από τον νομοταγή πολίτη.

Πρέπει να σημειωθεί ότι σε ορισμένες χώρες της Δύσης οι ποινικές αρχές παραχωρούν άδεια σε αναγνωρισμένους ευαγγελιστές να επισκέπτονται φυλακισμένους με σκοπό τη νουθεσία και μάλιστα τον ευαγγελισμό. Άραγε μπορεί να συμβεί κάτι το παρόμοιο και στις ελληνικές φυλακές;

Οφείλουμε να αναφερθούμε και στο ζήτημα του γάμου αντρών ξένης προέλευσης με γυναίκες κάποιας δεδομένης χώρας. Αναμφισβήτητα υπάρχουν και ομαλοί γάμοι. Όμως ως επί το πλείστον ο δεσμός του γάμου εκ μέρους των γυναικών με μετανάστες προκαλεί τεράστια προβλήματα. Συγκεκριμένα, ο γάμος μιας γυναίκας από την δυτική παράδοση με κάποιον από Ισλαμική προέλευση είναι καταδικασμένος ακόμη από την ώρα του ξεκινήματος. Σε διάφορες χώρες –κυρίως στην Γερμανία- έχουν εκδοθεί βιβλία και άλλα έντυπα προειδοποιώντας τις νέες να αποφεύγουν την σχέση και τον συζυγικό δεσμό με Μουσουλμάνο άντρα. Αυτό μπορεί να φανεί παράξενο σε ορισμένους, όμως αν ακούσουν πολυάριθμες τραγωδίες στις οποίες καταλήγουν τέτοιες ενώσεις, πιθανόν να άλλαζαν την ιδανική προσέγγισή τους.

Συμπέρασμα

Πρέπει να προβληθεί το ερώτημα: ποια είναι η ατομική ευθύνη μου μπροστά σε μία αμηχανία αυτού του είδους;

Δεν αναφερθήκαμε για την προσφορά του/της πιστού/ής με την συμπαράσταση της προσευχής. Ρώτησε τον εαυτό σου αν προσεύχεσαι για τους ξένους και για την γενική κατάστασή τους. Τους προσέφερα κάποια σχετική εξυπηρέτηση; Σκέφτηκα να τους συστήσω στον θαυμαστό Σωτήρα μου, προσφέροντας την Καινή Διαθήκη ή κάποιο έντυπο στην γλώσσα τους; Πιστεύεις ότι ο Ιησούς Χριστός μπορεί να τους δώσει σημαντική βοήθεια; Τι σκέπτομαι για τους άντρες που ζουν μεταξύ μας, με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους μακρυά τους; Ποια θα είναι η μελλοντική εξέλιξη γι’ αυτούς; Τούτο είναι ένα πολύ βασικό ζήτημα. Κάνω εκείνο που πηγάζει από τις ικανότητές μου; Προωθώ πιστούς/ές στην συνάθροισή μου για μια ενεργητική συμπαράσταση και αντιμετώπιση των προβλημάτων;

Άραγε τι θα ήθελε ο ίδιος ο Ιησούς να κάμω; Εκείνος που περπάτησε εδώ κάτω σαν ξένος;     Ì

Cosmades @ attglobal.net

                                                                               

Ο αιδ. Θ. Κοσμάδης είναι μεταφραστής της Κ. Διαθήκης στην τουρκική. Διακόνησε επί πολλές δεκαετίες τους Τούρκους της Γερμανίας.

 


 

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΝΕΑ

 

Πέταξε κι έφυγε…

 ...«Θα είμαι πρόεδρος όλων των πολιτών της χώρας, ανεξάρτητα από την εθνική τους καταγωγή, τη θρησκεία και την πολιτική τους ένταξη». 1

Σπάνια ένας πολιτικός κάνει πράξη αυτά που υπόσχεται, πολύ περισσότερο όταν η χώρα του σπαράσσεται από εθνικές, θρησκευτικές και πολιτικές έριδες, όταν το μίσος και το αίμα χωρίζουν τους πολίτες. Όμως ο αδικοχαμένος Τραϊκόφσκι δεν ήταν το στερεότυπο του βαλκάνιου πολιτικού ηγέτη. Ο 47χρονος διάδοχος του Κίρο Γκλιγκόροφ, ο μετριοπαθής κεντροδεξιός νομικός που σπούδασε στην Αμερική και εξελέγη πρόεδρος με τη βοήθεια των Αλβανών του Τετόβου, ήταν ένας ηγέτης χαμηλών τόνων που είχε ωστόσο την αποφασιστικότητα να οδηγήσει κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες τη διχασμένη χώρα του στον δρόμο της εθνικής συμφιλίωσης.

Στη θητεία του αντιμετώπισε δύο μεγάλες κρίσεις: την πρώτη, μόλις εξελέγη, το 1999, με τον πόλεμο στο Κοσσυφοπέδιο και το κύμα των αλβανών προσφύγων που κατέκλυσαν τη μικροσκοπική και αδύναμη χώρα του, και τη δεύτερη, το 2001, όταν αντιμετώπισε με επιτυχία την ένοπλη αλβανική εξέγερση. Ο Τραϊκόφσκι κατάφερε με μαεστρία να συμβιβάσει Αλβανούς και Σλαβομακεδόνες.

Με τη βοήθεια της Ουάσιγκτον και των Βρυξελλών, οι δύο πλευρές υπέγραψαν τη συμφωνία της Αχρίδας (Αύγουστος 2001), που αποτελεί το θεσμικό modus vivendi των δύο κοινοτήτων και που αποδίδει σημαντικά δικαιώματα στην αλβανική μειοψηφία.

Πρώην ορθόδοξος που ασπάστηκε τον μεθοδισμό, ήρθε «από το πουθενά», το 1992, στα πολιτικά πράγματα της χώρας του. Χωρίς προηγούμενη κομματική δράση, εντάχθηκε στο κεντροδεξιό VMRO-DPMNE, έγινε υφυπουργός Εξωτερικών (Ιανουάριος 1999) και σύμβουλος του τότε πρωθυπουργού και πρώην επιστήθιου φίλου του, Λιούπτσκο Γκεοργκέφσκι.

Ο Τραϊκόφσκι, αντίθετα από πολλούς στο κόμμα του, πίστευε ότι, ιδιαίτερα στα Βαλκάνια, δεν είναι αναγκαίο να γυρίζουμε το κεφάλι μας συνεχώς πίσω στην ιστορία. Νεωτεριστής, οπαδός της ανεκτικότητας, του διαλόγου και της ειρηνικής συνύπαρξης, ήταν ιδιαίτερα αγαπητός…

 Όμως η προσφορά του δεν περιορίζεται στην πολιτική σταθεροποίηση αυτής της μικρής λωρίδας γης που διασχίζει ο Βαρδάρης. Ήταν ο πατέρας της ευρωπαϊκής πορείας της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και είναι ειρωνεία της τύχης που χάθηκε την ημέρα που ο πρωθυπουργός Μπράνκο Τσερβένκοφσκι επέδιδε, στο Δουβλίνο, την υποψηφιότητα της χώρας του για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η απουσία του Τραϊκόφσκι από την πολιτική σκηνή θα γίνει ιδιαίτερα αισθητή στα Σκόπια και δύσκολα θα βρεθεί ισάξιος αντικαταστάτης του…

Είναι χαρακτηριστικό ότι δυτικοί διπλωμάτες τον θεωρούσαν τον μόνο πολιτικό στα Σκόπια που κρατάει τον λόγο του, έχει το θάρρος της γνώμης του, ευρεία αποδοχή και μπορεί να επιβάλλει λύσεις. Και οι λύσεις, όπως και οι αναγκαίοι συμβιβασμοί, είναι τώρα περισσότερο αναγκαίες παρά ποτέ, όχι μόνο στα Σκόπια αλλά και συνολικά στα δυτικά Βαλκάνια, όπου ελλοχεύει ακόμη ο κίνδυνος της αποσταθεροποίησης....».2

Με  αυτά και παρόμοια σχόλια και εγκώμια  ο εγχώριος και ο διεθνής  τύπος αποχαιρέτησε έναν καταξιωμένο ηγέτη και η παγκόσμια ευαγγελική κοινότητα θρήνησε για την απώλεια ενός πιστού της μέλους.

Το τραγικό αεροπορικό ατύχημα της 25ης Φεβρουαρίου έβαλε τέλος στην επίγεια ζωή ενός πιστού χριστιανού, που σαν παράλληλο με  τα προεδρικά του καθήκοντα μέλημα είχε και την διάδοση του μηνύματος του Ευαγγελίου  στους συμπατριώτες του.

Από τα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας του ήταν ενεργό μέλος της εκκλησίας του σαν ποιμένας νεολαίας και σαν βοηθός ποιμένας, συμμετέχοντας παράλληλα σε πολλές επιτροπές της ευρύτερης ευαγγελικής κοινότητας της πατρίδας του.

Έχοντας υποστεί εκτόπιση λόγω της θρησκευτικής του δραστηριότητας σε κάποιο χωριό κατά την διάρκεια του κομμουνιστικού καθεστώτος της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, δεν έπαψε να ασχολείται δραστήρια με το έργο του Κυρίου.  Ανέλαβε μία συνάθροιση 50 τσιγγάνων που σύντομα την συγκρότησε σε εκκλησία και την πολλαπλασίασε σε μέλη. Περιγράφει ο ίδιος σε παλιότερη συνέντευξή του: «Οδηγήθηκα έξω από την κοινωνία σαν λεπρος, όταν τέλειωσα την Νομική Σχολή, και με έστειλαν στο χωριό αυτό. Οι τσιγγάνοι ζουν στο περιθώριο της κοινωνίας. Κήρυττα τον Λόγο του Θεού σε ένα μικροσκοπικό χώρο μέσα σε απίστευτες  συνθήκες έλλειψης καθαριότητας, και μέσα σε αφόρητες μυρωδιές έτρωγα και κοιμόμουνα μαζί τους. Ήξερα όμως ότι κάτι ιδιαίτερο είχε να κάνει ο Θεός ανάμεσά τους . Ανακάλυψα την ανθρωπιά των τσιγγάνων μέσα στην απόλυτη φτώχεια και αυτό ενδυνάμωσε την πίστη μου και τον χαρακτήρα μου.. Η εκκλησία αυτή μου έδωσε μαζί με τα άλλα την ικανότητα να προσεγγίζω και να φροντίζω πλούσιους και φτωχούς με τον ίδιο τρόπο.»3

Είχα την ευκαιρία να βρεθώ στα Σκόπια λίγο μετά την ανάληψη της Προεδρίας από τον Τραϊκόφσκι  και να ζήσω το κλίμα της υπερηφάνειας της ολιγάριθμης ευαγγελικής κοινότητας για τον πρώτο πολίτη της χώρας, που αναδείχθηκε μέσα από τους κόλπους της.

Στα λίγα χρόνια που πέρασαν από τότε και διατηρώντας  επαφή σε επίπεδο αλληλοενημέρωσης και ανθρωπιστικής ιατρικής βοήθειας (δια μέσου του Συνδέσμου Χριστιανών Ιατρών & Οδονιάτρων) με τους αδελφούς μας των Ευαγγελικών Εκκλησιών της ΠΓΔΜ είχα την ευκαιρία να μαθαίνω νέα για την ουσιαστική και έμπρακτη  χριστιανική μαρτυρία του Προέδρου Τραϊκόφσκι.

Ήταν ο πρόεδρος που δεν δίσταζε να δίνει την χριστιανική του μαρτυρία δημόσια, να προσεύχεται ανοικτά και να χρησιμοποιεί σε κάθε λόγο του εδάφια από την Αγία Γραφή.

Στην τελετή της ορκωμοσίας του είχε  τονίσει μεταξύ άλλων :

« ..για όλα πάνω στην γη υπάρχει ο κατάλληλος χρόνος και ο συγκεκριμένος καιρός. Καιρός που γεννιέται κανείς και καιρός που πεθαίνει, που φυτεύει και που ξεριζώνει αυτό που φύτεψε, καιρός που θανατώνει κανείς και που θεραπεύει, που γκρεμίζει και που χτίζει, που κλαίει και που γελάει.... που αγκαλιάζει και που απομακρύνεται από το αγκάλιασμα ..καιρός που αποκτάει κανείς και καιρός που χάνει... ( Εκκλ. γ΄).  .... Τώρα φίλοι μου είναι ο καιρός να θεραπεύσουμε τις πληγές μας και να χτίσουμε την ειρήνη.

... η αγάπη καλύπτει πλήθος αμαρτιών... Η αγάπη  μακροθυμεί, αγαθοποιεί, δεν φθονεί, δεν αυθαδιάζει, δεν ασχημονεί, δεν ζητεί τα εαυτής, δεν παροξύνεται, δεν διαλογίζεται το κακό, δεν χαίρει εις την αδικία, συγχαίρει δε εις την αλήθεια .... (Κορ. ιγ΄)... Με την αγάπη στους γύρω μας θα συμβάλλουμε σε ένα καλύτερο αύριο και σε μία διεθνή αποδοχή και εκτίμηση ».1

Στην τελετή  της κηδείας του, η διεθνής κοινότητα επιβεβαίωσε με την παρουσία της και τους λόγους που εκφωνήθηκαν, την εκτίμηση που ο ίδιος κέρδισε στα πέντε χρόνια σαν πρώτος πολίτης της χώρας του.

Από τους αδελφούς μας του Θεραπευτηρίου ΙΧΘΥΣ στα Σκόπια, διεκκλησιαστικής οργάνωσης με σκοπό την δωρεάν παροχή ιατρικών υπηρεσιών σε απόρους, πήραμε το παρακάτω e-mail την ημέρα της  κηδείας.:

«Αγαπητοί αδελφοί,

Ο τραγικός, ξαφνικός και πρώιμος θάνατος του Προέδρου μας  Μπόρις Τραϊκόφσκι από την μια μεριά σκόρπισε θλίψη για την απώλεια ενός αδελφού μας και ενός κορυφαίου ηγέτη, αλλά από την άλλη μεριά έγινε αφορμή για ένα πνευματικό σκούντημα στην πατρίδα μας. Τις μέρες αυτές  όχι μόνο ο κόσμος των εκκλησιών μας αλλά και όλοι οι συμπατριώτες μας θρηνούν. Πολλοί  πολιτικοί του αντίπαλοι, που τον ειρωνεύονταν για την πίστη του στον Θεό, ξαφνικά ανακάλυψαν την ακεραιότητά του, τον ευθύ χαρακτήρα του και την πολιτική του σοφία. Πολύς κόσμος πλησίασε στον τάφο του για να αποδώσει φόρο τιμής, δείχνοντας ταυτόχρονα ενδιαφέρον για την  Βίβλο. Αρκετοί μας σταματούν στον δρόμο ρωτώντας μας για τον Θεό και την Αγία Γραφή, εντυπωσιασμένοι από την προσωπικότητά του και τις Βιβλικές αρχές της ζωής του.

Δύο μέρες πριν το ατύχημα ποιμένες διαφόρων εκκλησιών είχαν συνάντηση προσευχής με τον πρόεδρο.

Η συμβουλή του ήταν να προσευχόμαστε και να εργαζόμαστε μεταξύ των Μουσουλμάνων.

Η κινητή ιατρική μονάδα του Θεραπευτηρίου ΙΧΘΥΣ βοήθησε στην ίδρυση δύο Ευαγγελικών Εκκλησιών σε Μουσουλμανικές περιοχές τον περασμένο χρόνο. Τον χρόνο αυτό ο στόχος μας είναι να συνεχίσουμε  τον ευαγγελισμό σε  άλλες Μουσουλμανικές περιοχές. Παρακαλούμε προσεύχεστε για μας.

Με αγάπη

Δρ Ιρένα Βιτάνοφσκα»

 Στην θέση ότι ο συνειδητός χριστιανός δεν μπορεί να είναι ενεργός πολιτικός, η περίπτωση του Μπόρις Τραϊκόφσκι είναι ο αντίλογος.  Ευχή μας και  προσευχή μας  σε κάθε περίπτωση είναι οι πολιτικοί ηγέτες να εμπνέονται από τον Λόγο του Θεού και στην ζωή τους και στην άσκηση της εξουσίας τους κατά το πρότυπο του ηγέτη της γειτονικής μας χώρας που τόσο σύντομα έφυγε..

                                                                                                     Βασίλης Τερζάκης4

                                                                               

Σημειώσεις:

1. Μπόρις Τραϊκόφσκι, πρόεδρος της ΠΓΔΜ, Λόγος της ορκωμοσίας του, 15/12/1999.

2. Νικ. Ζηργάνος  . «Πέταξε και έφυγε..»  Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία - 29/02/2004

3.Tony Carnes .Christianity Today Magazine  21/5/2001

4. Ιατρός Παθολόγος, Αντιπρόεδρος ΣΧΙΟ (Συνδέσμου Χριστιανών Ιατρών & Οδοντιάτρων)


 

 


 

 

 Κύριε, Σε θέλω πλάι μου

Κύριε, Σε θέλω πλάι μου στο ταξίδι.

Πλέει η βαρκούλα μου σ’ ανήσυχη θάλασσα

Χριστέ μου, ξέρω κρατάς Εσύ το τιμόνι γερά.

Έβαλα στόχο μου το Ουράνιο Λιμάνι

Βάστα τους άνεμους μη ξεμακρύνω

μη συντρίψουν την πίστη μου θύελλες, ξέρες κρυφές

Βοήθα, στο λιμάνι Σου να φτάσω καλά

μ’ ανοιχτή τη σημαία, μ’ ακέραιο σκαρί.

 

Ζητώ πολλά. Περιμένω πολλά. Θα πάρω πολλά.

Σ’ εμπιστεύομαι σ’ όλα.

Είσαι ο αγέρας μου, ο ήλιος μου, η άγκυρά μου.

Το ταξίδι μακρύ, τα κύματα ψηλά.

Ανήλεες οι μπόρες, μα το τιμόνι βαστά.

Ο Λόγος Σου στέρια πυξίδα.

Η Χάρη Σου ανοίγει το δρόμο για το επήνεμο

                             το ποθητό Λιμάνι.

Τούτη η μέρα με φέρνει πιο κοντά Σου

Αισθάνομαι σταθερός στην πορεία μου

Ας είναι η ειρήνη μου παλίρροιας ρεύμα

Η δικαιοσύνη μου, κύμα ευνοϊκό.

Ας φωτίζει η αγάπη Σου πάντα το μονοπάτι μου

Ας γλυκαίνει αυτή τα ξεσπάσματα της οργής μου

Θύμιζέ μου πως μπορώ ν’ απαλύνω τη θλίψη

να σκύψω να δέσω πληγές, να ειρηνεύω θυμούς

                             να σκουπίσω το δάκρυ.

Ας είναι ο Σταυρός Σου το Κατάρτι μου, Σωτήρα

και κάθε κύμα που ορμά πηγή δικής Σου ευλογίας

Βοήθα με, προστάτεψέ με στην άγρια θάλασσα

για να φτάσω στην ακτή της ατέρμονης δόξας Σου

                             που λαχταρώ.

 

Επιμέλεια - Μετάφραση: Λ. Βαλαή

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Αρχή ] Πάνω ] Βιβλικό Μήνυμα ] GREEK EVANGELICAL CHURCH ] Συχνές Ερωτήσεις ]
Send mail with questions or comments about this web site. to webmaster- Copyright © 2006 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Last modified: 04/11/2006