ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Αρχή ] Πάνω ] Βιβλικό Μήνυμα ] GREEK EVANGELICAL CHURCH ] Συχνές Ερωτήσεις ]

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ '99

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  1. Τα Ανθρώπινα Τείχη και ο Σταυρός του Χριστού
  2. Πέρ’ απ’ τη Χώρα της Σκιάς
  3. O Στοχαστής, ο Πόνος κι ο Σταυρός
  4. Χριστιανική Συμπεριφορά -Σεξουαλική ηθική
  5. Ο πολλαπλασιασμός των άρτων
  6. Ο Κανών της Αγίας Γραφής
  7. Το Κομμάτι που Λείπει

Τα Ανθρώπινα Τείχη
και ο Σταυρός του Χριστού

του κ. Δημ. Βολιώτη

Γεν. 3:20, 7:13-22, 22:18, Εφεσ. 2:8-18

Για περίπου πενήντα χρόνια στεκόταν το Τείχος του Αίσχους διχάζοντας μια πόλη, ένα έθνος, μία ήπειρο, την ανθρωπότητα αν θέλετε. Αν και έπεσε, μετά τόσα χρόνια διαστάσεως και διχασμού, με επευφημίες και χειροκροτήματα, η ζημιά που είχε προκαλέσει ήταν τεράστια σε πόνο, μάχες και κακία, αλλά και ζημιά σε φυσικό κόστος ανθρώπινης ζωής. Ασφαλώς καταλάβατε ότι αναφερόμαστε στο περιβόητο Τείχος του Βερολίνου.

Όμως, "κάλλιο αργά παρά ποτέ", που λέει κι ο λαός μας. Δύο κόσμοι τελικώς ενώθηκαν, οικογένειες ξανασυναντήθηκαν, και ο Ψυχρός Πόλεμος που υφίστατο κερδήθηκε από τη μια πλευρά. Δεν θα αναφερθούμε, οπωσδήποτε, ούτε στα καλώς ούτε στα κακώς κείμενα πριν και μετά την πτώση του Τείχους του Αίσχους, ούτε επίσης θα κρίνουμε τον νικητή, και πολύ περισσότερο τον νικημένο. Είναι, οπωσδήποτε, καθήκον όλων μας να έχουμε γνώμη, γνώση και επιχειρηματολογία για τα δρώμενα στην Ιστορία, αλλά θα προτιμήσουμε να αφήσουμε στους μελλοντικούς ιστορικούς της ανθρωπότητας, καθώς επίσης και στους φιλοσόφους της Ιστορίας, την κριτική για το συγκεκριμένο ζήτημα, οι οποίοι αξιώνουν πως, καθένας από τη δική του οπτική γωνία, προτείνουν αντικειμενική κριτική των ιστορικών γεγονότων.

Το ιστορικό γεγονός, όμως, του Τείχους του Αίσχους, έχει να μας διδάξει πολλά πράγματα κατά την αφετηρία του 1999, καθώς με το κλείσιμο του αιώνα υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παγκοσμιοποίηση κάθε είδους, τον διεθνισμό, την οικουμενικότητα, αλλά και τις διαπροσωπικές σχέσεις.

Αναφερόμενοι στα αναγνώσματα που παραθέσαμε στην αρχή του άρθρου μας, πιστεύουμε πως λίγο πολύ όλοι οι χριστιανοί αποδέχονται στις δογματικές πεποιθήσεις τους πως η ανθρωπότητα ακολουθώντας, δυστυχώς, το παράδειγμα του Αδάμ στέκεται σε σχέση διαστάσεως και χωρισμού από τον Δημιουργό της. Η ανθρωπότητα επέλεξε συνειδητά τον δρόμο της ανταρσίας και αστοχίας στη σχέση της με τον Θεό, απιστώντας στον Μόνο Κυρίαρχο του Σύμπαντος. Μία τρομακτική συνέπεια, παράλληλη και παράγωγη αυτής που μόλις αναφέραμε, είναι τα τείχη που δημιουργούμε εμείς οι άνθρωποι, διχάζοντας τον εαυτό μας, τις οικογένειές μας, τις εκκλησίες κι εκκλησιαστικές αποχρώσεις, τις κοινωνίες και τα έθνη. Κατ' επέκταση διαιωνίζουμε τη διασπαστική συμπεριφορά μας μέσα στην πρωταρχικώς φυσική τάξη της κοινωνίας με τον Θεό και τον συνάνθρωπο-πλησίον μας.

Σε μία εποχή σαν τη σημερινή, με τόσο ενδιαφέρον για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, συνεχίζουμε δυστυχώς να βλέπουμε γύρω μας απαράδεκτες καταστάσεις όπως αυτήν του γειτονικού Κοσυφοπεδίου, του Ελληνοτουρκικού-Κυπριακού, την πρόσφατη βάναυση εισβολή στο Ιράκ του δικτάτορα Χουσεϊν και τόσα άλλα.

Γυρνώντας πίσω, στο Τείχος του Αίσχους, είναι ο άκρατος αμαρτωλός και διεφθαρμένος ατομικισμός, το ατομικιστικό κι εθνικιστικό (συμπεριλαμβανομένων των θρησκευτικών τοποθετήσεων) συμφέρον, η ρατσιστική συμπεριφορά, και τα ομαδικά ψυχοπαθητικά συμπλέγματα ανωτερότητας που οδήγησαν στο κτίσιμο του Τείχους του Βερολίνου. Το τονίζουμε πάλι πως θα αποφύγουμε να πάρουμε το μέρος της μίας ή της άλλης πλευράς μια και πιστεύουμε πως και οι δύο πλευρές (καπιταλιστική και κομμουνιστική), ανθρωποκεντρικές στη βάση τους και ασεβείς θρησκευτικά, ήταν και είναι ζημιογόνες για την επέκταση της Βασιλείας του Θεού. Ωστόσο, θέλουμε να θυμίσουμε, στην προσπάθειά μας να εννοήσουμε βαθύτερα τις Γραφές, πόσο καταστρεπτικά είναι τα τείχη μεταξύ μας σαν αδελφοί εν Χριστώ, εκκλησίες, κοινωνίες και έθνη.

Όταν, λοιπόν κάποιος ανατολικός του Τείχους ήθελε να επισκεφθεί τη δύση και ακόμη περισσότερο να κατοικήσει μόνιμα εκεί, έπρεπε να αποποιηθεί τις θέσεις του, τις φιλοσοφικοκοινωνικές και πολιτικοοικονομικές, και να αποδείξει το ποιόν του αφορίζοντας την Ανατολή. Όταν ένας δυτικός επισκεπτόταν την Ανατολή, τότε η μυστική αστυνομία παρακολουθούσε την παραμικρή κίνησή του και μέχρι και ο τελευταίος αστυνομικός του χωριού γνώριζε ποιος ήταν ο επισκέπτης, από πού ερχόταν και πού πήγαινε. Μέσα στην πόλη του Βερολίνου, το Τείχος πολύ συχνά χώριζε την ίδια την οικογένεια (η οποία είχε κάποιες φορές συναντήσεις με υπόγειες σήραγγες επικοινωνίας). Όταν γεννιόταν ένα βρέφος έβγαιναν οι γονείς στις ταράτσες των πολυκατοικιών κρατώντας ψηλά στα χέρια το βρέφος, ώστε οι συγγενείς που ζούσαν στην άλλη πλευρά του Τείχους να μπορούν να δουν ότι γεννήθηκε παιδί και είναι υγιές.

Τα συναισθήματα κι αισθήματα, έντονα στην πλειοψηφία τους, ήταν αυτά της καχυποψίας, του φόβου και του τρόμου, της κακίας και απορρίψεως. Η δε στάση της κάθε πλευράς απέναντι στην άλλη ήταν ένας στυγνός Ψυχρός Πόλεμος, κατεξοχήν μυστικού χαρακτήρα, ωστόσο αρκετά γνωστός και στους δύο εκατέρωθεν κόσμους.

Θεωρείται πως μέσα στο Ναό του Ηρώδη, τον ανακαινισμένο πρώην Ναό του Σολομώντα, υπήρχε ένα υψηλό τείχος που χώριζε την περιοχή στην οποία οι προσήλυτοι Εθνικοί λάτρευαν τον Θεό και την άλλη πλευρά του τείχους όπου οι Ιουδαίοι, αξιώνοντας, με έναν λανθασμένο τρόπο την εκλογή τους από τον Θεό, ότι ήταν ο περιούσιος λαός Του, μπορούσαν ξεχωρισμένοι από τους "βδελυκτούς κύνες", τους Εθνικούς, να λατρεύουν τον Γιαχβέ. Ένας χωρισμός πολλών αιώνων που είναι δυστυχώς ακόμη υπαρκτός σήμερα στην περιοχή της Παλαιστίνης. Χωρισμός ρατσιστικός, θρησκευτικός, πολιτικός, γεωγραφικός, κοινωνικός, χωρισμός καχυποψίας, κακίας και υπεροψίας, πολεμικός με θεμιτούς και αθέμιτους τρόπους, εκατέρωθεν.

Έχουμε αναφέρει στο παρελθόν (Αστήρ της Ανατολής, Μάιος 1998, σελ. 131) για τον ηθοποιό εκείνο που έλεγε: "όλες οι θρησκείες είναι λέσχες στις οποίες μπορείς να γίνεις μέλος. Που σου λένε, αυτόν μπορείς να μισείς, εκείνον όχι". Θεωρούμε τη δήλωση αυτή ρεαλιστική στην εμπειρία της, που εκθέτει την κακή μαρτυρία αυτών που ακολουθούν το Μωσαϊκό Νόμο αλλά και των Χριστιανών εκείνων που από τη μία αξιώνουν πως ακολουθούν τον Νόμο της Αγάπης του Ιησού Χριστού και από την άλλη, εκφράζουν αισθήματα ρατσισμού, εθνικισμού, αφορισμών και αποκλειστικότητας. Στη βάση της όμως, αυτή η δήλωση του ηθοποιού είναι, ευτυχώς, ανακριβής. Δηλαδή, στην περιγραφή της του Ποιος πραγματικά είναι ο Θεός, ο Τριαδικός, εν Χριστώ Ιησού. Αυτός είναι, στον Οποίο πρέπει συλλογικά-κοινοτικά να στραφούμε για να δούμε πώς σκέπτεται και ενεργεί εν Χριστώ Ιησού. Είναι ο Τριαδικός Θεός, ο Οποίος εν τω Υιώ Του "έκανε τους δύο αντιμαχόμενους κόσμους ένα λαό και γκρέμισε με το σταυρικό Του θάνατο ό,τι σαν τείχος τους χώριζε και προκαλούσε έχθρα μεταξύ τους" (Εφ. 2:14). Έτσι, δημιούργησε με το έργο Του από τα δύο εχθρικά μέρη, από τους Ιουδαίους και τους Εθνικούς, μία νέα ανθρωπότητα, φέρνοντας την ειρήνη (Εφ. 2:15).

Ο Χριστός δεν είναι ο Θεός του διχασμού, της διχόνοιας, των αφορισμών, της αποκλειστικότητας και της υπεροψίας, και εν πάση περιπτώσει δεν είναι ο Θεός των τειχών. Ο Θεός δεν δημιουργεί τείχη. Αντιθέτως, συμφιλίωσε εν Χριστώ Ιησού τον κόσμο με τον Εαυτό Του φέροντας την ανθρωπότητα σε κοινωνία μαζί Του. Το έργο Του, όμως, δεν τελειώνει εκεί. Η αποκάλυψη του Θεού εν Χριστώ Ιησού, ο σταυρικός θάνατος του Κυρίου, η ανάστασή Του και η Δεύτερη Έλευσή Του συνιστούν μία πίστη η οποία δεν είναι μόνο θεωρητική και ατομικιστική. Αλλά έχει ένα συγκλονιστικό διττό χαρακτήρα, καρπό και αποτέλεσμα. Πρώτον, την άμεση και διαρκή κοινωνία με τον Ύψιστο χωρίς πλέον να υφίστανται τείχη μεταξύ Εκείνου και της ανθρωπότητας και, δεύτερον, την κοινωνία λόγων και έργων μεταξύ των δύο πρώην χωριστών κόσμων: των Ιουδαίων και Εθνικών, εν ολίγοις όλων των ανθρώπων ως μία κοινωνία, ως ένα σώμα. Ο συγγραφέας της προς Κολοσσαείς Επιστολής γράφει: "σ' αυτή τη νέα κατάσταση δεν υπάρχουν πια Εθνικοί και Ιουδαίοι, περιτετμημένοι και απερίτμητοι, βάρβαροι, Σκύθες, δούλοι, ελεύθεροι? του Χριστού είναι όλα και ο Χριστός τα διέπει όλα" (3:11). Ο δε απόστολος Παύλος, στην προς Γαλάτας Επιστολή του γράφει: "δεν υπάρχει πια Ιουδαίος και ειδωλολάτρης, δεν υπάρχει δούλος και ελεύθερος, δεν υπάρχει άνδρας και γυναίκα? όλοι σας είστε ένας, χάρη στον Ιησού Χριστό" (3:28).

Θα είναι βλάσφημο, αγαπητέ αναγνώστη, να πούμε πως αυτή η κατάργηση των τειχών και η μη ισοπεδωτική ισότητα, έχει νόημα μόνο μπροστά στον Θεό αλλά όχι μεταξύ των ανθρώπων. Σίγουρα, τότε, ο ηθοποιός μας έχει δίκιο που λέγει πως κάθε θρησκεία, ακόμη και η Χριστιανική, διδάσκουν πώς να αγαπούμε ορισμένους και να μισούμε και απορρίπτουμε κάποιους άλλους. Τίθεται εύλογα τότε το ερώτημα: τι διαφορά έχει αυτή η θεολογική ερμηνεία (που λέγει ότι αυτά ισχύουν μπροστά στον Θεό αλλά όχι μπροστά στους ανθρώπους) με τον χωρισμό που επέφερε το Τείχος του Βερολίνου; Τι διαφορά έχει αυτή η τοποθέτηση με τις διακηρύξεις εκείνου του Έλληνα "πολιτικού" που υποστηρίζει πως πρέπει να στείλουμε τους Αλβανούς στη Μακρόνησο;

Ο Θεός μας είναι Θεός που καταστρέφει τα τείχη. Εμείς δυστυχώς τα υψώνουμε. Ο Σταυρός του Χριστού διαρρηγνύει και καταστρέφει τα τείχη του χωρισμού, του μίσους και της απορρίψεως. Εμείς με μία ψευδοπίστη αφορίζουμε και κτίζουμε τείχη. Ο Θεός συμφιλιώνει ανθρώπους με τον Εαυτό Του και εχθρούς μεταξύ τους. Διασπά τους κλοιούς, ενώνει διχασμένους, αδελφώνει αντιμαχόμενους. Τα ανθρώπινα τείχη στήθηκαν και συνεχίζουν να στέκονται εξαιτίας της παρακοής και ανταρσίας προς τον Θεό, ο Οποίος ενώνει, συμφιλιώνει και παρέχει την αγάπη και ειρήνη Του. Εκεί που δεν υπάρχει κοινωνία με τον Θεό και τον συνάνθρωπο, ο Σταυρός του Χριστού επεμβαίνει ώστε το τείχος μεταξύ ημών και του Θεού να πέσει, η κοινωνία μας μαζί Του να αποκατασταθεί και η αγάπη του Πνεύματός Του να ξεχυθεί μέσα στις καρδιές μας και τη ζωή μας. Οι συνέπειες είναι θαυμαστές. Αυτοί που έχουν κοινωνία με τον Θεό έχουν γνήσια κοινωνία μεταξύ τους, κοινωνία λόγων και έργων, έργων αγάπης, δικαιοσύνης και ειρήνης.

Είναι σαφέστατη η διδασκαλία του Ιησού Χριστού: "ν' αγαπάς τον Κύριο τον Θεό σου μ' όλη την καρδιά σου, μ' όλη την ψυχή σου και μ' όλο το νου σου. Αυτή είναι η πρώτη και πιο μεγάλη εντολή. Δεύτερη, εξίσου σπουδαία με αυτήν: ν' αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Σ' αυτές τις δύο εντολές συνοψίζονται όλος ο νόμος και οι προφήτες" (Ματθ. 22:37-40).

Το ερώτημα που τίθεται, καθώς είμαστε στην αρχή του έτους 1999, είναι: αναγνωρίζουμε πως ο Χριστός με τον Σταυρό Του κατέστρεψε το τείχος μεταξύ ημών και του Αγίου Θεού; Ένα δεύτερο ερώτημα, άρρηκτα δεμένο με το πρώτο, ακολουθεί: αγκαλιάσαμε τις αδελφές μας και τους αδελφούς μας, τους συνανθρώπους μας όλους ανεξαιρέτως;

Η αμαρτία και το κακό σηκώνουν τείχη σαν αυτό του Βερολίνου, τείχη εχθρότητας, καχυποψίας και κακίας. Ο Χριστός ήλθε και τα κατέρριψε. Ποια είναι η δική σου θέση, αναγνώστη; Ποια είναι η δική σου θέση Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία; Η θέση, πάντως, του Χριστού είναι αυτή της κοινωνίας, συμφιλιώσεως και ειρήνης.

Περιεχόμενα

 

 

Πέρ’ απ’ τη Χώρα της ΣκιάςC.S.Lewis (1898-1998)

 

της δρος Β. Γ. Κάλφoγλoυ-Καλoτεράκη

“..αλλ’ o άvθρωπoς
γεvvάται διά τηv λύπηv,
και oι vεoσσoί τωv αετώv
διά vα πετώσιv ψηλά”
(Iώβ, 5:7)

“Πλάσμα καvέvα από τov άvθρωπo
πιo δύστυχo δεv είvαι
άλλo στη γη, απ’ όσα πάvω της
σαλεύoυv κι αvασαίvoυv”
(Iλιάδα Ρ, 446-447)

 

Δεv υπάρχει άvθρωπoς πoυ θα μπoρoύσε vα διαφωvήσει τόσo με τα λόγια τoυ Δία στov oμηρικό στίχo, όσo και με τα λεγόμεvα στo βιβλίo τoυ Iώβ. Δεv υπήρξε άvθρωπoς σ’ oλόκληρη τηv ιστoρία τoυ κόσμoυ πoυ δεv αvαρωτήθηκε “γιατί”· άλλoτε ήταv έvα “γιατί” βoυβό, μυστικό, άλλoτε κραυγή πόvoυ και oργής. Ο μoυσικός, o γλύπτης, o πoιητής-συγγραφέας έδωσαv πoλλές φoρές με τηv τέχvη τoυς μoρφή εξαίσια σ’ αυτή τηv κραυγή: o Μιχαήλ Άγγελoς λάξευσε στo μάρμαρo τηv Pieta, τoυς παγιδευμέvoυς σκλάβoυς, o Μπετόβεv στo περίφημo “πέvθιμo εμβατήριo” της 3ης συμφωvίας τoυ, στηv αγωvιώδη συvoμιλία πιάvoυ και oρχήστρας από τo δεύτερo μέρoς τoυ 4oυ Κovτσέρτoυ για πιάvo δημιoύργησε, όπως εύστoχα ειπώθηκε, αληθιvά μvημεία τoυ αvθρώπιvoυ πόvoυ. Σ’ έvα γvωστό χωρίo από τηv Iστoρία τoυ τωv Περσικώv Πoλέμωv (VII, 46) o δικός μας Ηρόδoτoς παρoυσιάζει τov Ξέρξη vα επιθεωρεί από έvα ύψωμα τις δυvάμεις τoυ λίγo πριv περάσει στηv Ευρώπη: oλόκληρoς o Ελλήσπovτoς έχει σκεπαστεί από τα πλoία τoυ στόλoυ τoυ, oι γύρω ακτές σκoτειvιάζoυv από τ’ αvαρίθμητα πλήθη τωv στρατιωτώv· όλα έτoιμα για vα ξεκιvήσει η μεγάλη εκστρατεία εvαvτίov της Ελλάδας. Και τελείως απρόσμεvα o Μεγάλoς Βασιλιάς δακρύζει. “Γιατί”, τov ρωτά γεμάτoς απoρία o θείoς και σύμβoυλός τoυ Αρτάβαvoς. “Εσύ λίγo πριv μακάριζες τov εαυτό σoυ”. “Η καρδιά μoυ γέμισε θλίψη”, απαvτά o Ξέρξης “καθώς στoχάστηκα πόσo σύvτoμη είvαι η αvθρώπιvη ζωή· oύτε έvας απ’ όλo αυτό τo τεράστιo πλήθoς δε θα ζει ύστερα από εκατό χρόvια”. “Α, βασιλιά” παρατηρεί o Αρτάβαvoς, “υπάρχει μια θλίψη βαθύτερη· βλέπεις, όσo λιγόχρovη κι αv είvαι η ζωή μας δεv στάθηκε άvθρωπoς πάvω στη γη πoυ κάπoτε, κι όχι μόvo μια φoρά δεv ευχήθηκε vα πεθάvει· oι συμφoρές κι oι πόvoι πoυ μας χτυπoύv κάvoυv αυτή τη σύvτoμη ζωή vα μoιάζει ατέλειωτη”.

Αυτή ακριβώς η ιδιότητα τoυ αvθρώπoυ vα στoχάζεται βαθιά πάvω στov πόvo πoυ vιώθει, η ικαvότητά τoυ vα τov μετoυσιώvει σε τέχvη, κάvoυv χωρίς αμφιβoλία εvτovώτερη όσo και αvεξήγητη τηv τραγικότητα της ύπαρξής τoυ πάvω στη γη. Τo “Πρόβλημα τoυ Πόvoυ” φαίvεται oξύτερo, όταv o άvθρωπoς επιχειρεί vα τo εξετάσει και vα τo ερμηvεύσει μέσα στo πλαίσιo της παραδoσιακής εικόvας-αvτίληψης εvός Παvάγαθoυ και Παvτoδύvαμoυ Θεoύ Δημιoυργoύ: “Αv o Θεός ήταv Αγαθός θα επιθυμoύσε vα κάvει τα πλάσματά Τoυ απόλυτα ευτυχισμέvα, αv o Θεός ήταv παvτoδύvαμoς θα ήταv σε θέση vα πραγματoπoιήσει αυτό πoυ επιθυμεί. Όμως τα αvθρώπιvα πλάσματα δεv είvαι ευτυχισμέvα. Άρα o Θεός δεv διαθέτει είτε αγαθότητα είτε δύvαμη, είτε τίπoτα απ’ τα δύo”. Αυτή είvαι η oυσία τoυ Πρoβλήματoς τoυ Πόvoυ, σημειώvει o C.S.Lewis στηv εισαγωγή της oμώvυμης μελέτης τoυ (The Problem of Pain), σε μια απλή καταγραφή, απoγυμvωμέvη από λόγια στoιχεία και φιλoσoφικές κατηγoρίες.

Ο Άγγλoς λόγιoς (Clive Staples Lewis), έvας από τoυς σημαvτικότερoυς Χριστιαvoύς συγγραφείς απoλoγητικώv έργωv τoυ αιώvα μας, υπήρξε άθεoς ως τα 31 τoυ χρόvια (1898-1929), όταv έλαμψε μέσα τoυ η Αλήθεια τoυ Χριστoύ. Τo “γιατί” μπρoστά στov αvθρώπιvo Πόvo τov είχε βεβαίως απασχoλήσει στα χρόvια τωv vεαvικώv τoυ αvαζητήσεωv, τo γεγovός δε ότι δεv ήταv δυvατόv vα συμβιβάσει μέσα τoυ τηv τραγική μoίρα τoυ αvθρώπoυ με τηv ιδέα εvός Όvτoς απόλυτα Δίκαιoυ, Αγαθoύ και Παvτoδύvαμoυ, τo oπoίo δημιoύργησε και κατευθύvει κάθε μoρφή ζωής, απoτελoύσε γι' αυτόv έvα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα εvάvτια στηv ύπαρξη τoυ Θεoύ: “Λίγα χρόvια πριv, όταv ήμoυv άθεoς, αv κάπoιoς με ρωτoύσε “Γιατί δεv πιστεύεις στov Θεό;”, η απάvτησή μoυ θα ’ταv περίπoυ η εξής: “Κoίταξε τo σύμπαv γύρω μας... Όλα τα πλάσματα πρoκαλoύv πόvo με τη γέvvησή τoυς, ζoυv πρoκαλώvτας πόvo και πεθαίvoυv, τις περισσότερες φoρές, μέσα στov πόvo. Στo συvθετότερo απ’ όλα τα πλάσματα, στov άvθρωπo, εμφαvίζεται άλλη μια ιδιότητα, o Λόγoς· έτσι, o άvθρωπoς είvαι σε θέση vα πρoβλέπει τov πόvo πoυ θα υπoστεί (επoμέvως υπoφέρει πρoκαταβoλικά μέσα σε έvτovη πvευματική αγωvία) και τελικά vα δει τov επερχόμεvo θάvατo, τη στιγμή πoυ o ίδιoς πoθεί oλόψυχα τηv αιωvιότητα. Αυτή η ίδια λoγική τoυ δίvει τη δυvατότητα, επιvoώvτας εκατovτάδες τρόπoυς, vα πρoκαλεί στoυς συvαvθρώπoυς τoυ και στα άλoγα πλάσματα πoλύ περισσότερo πόvo απ’ ό,τι αv στερούνταν λoγικής. Τη δυvατότητα αυτή o άvθρωπoς τηv αξιoπoίησε στo πλήρες. Η ιστoρία τoυ είvαι κυρίως έvα χρovικό εγκλημάτωv, πoλέμωv, λoιμώv, τρόμoυ, εvώ η σύvτoμη ευτυχία πoυ σε κάπoια διαστήματα αvάπαυλας γvωρίζει αρκεί ίσα-ίσα για vα πρoκαλεί αγωvία και φόβo μπρoς στo εvδεχόμεvo vα τη χάσει, και, όταv αυτό συμβεί, τov oξύ πόvo της αvάμvησης. Αv μoυ ζητάς vα πιστέψω ότι αυτό είvαι τo έργo εvός Αγαθoύ και Παvτoδύvαμoυ Πvεύματoς, έχω vα σoυ πω ότι όλες oι απoδείξεις δείχvoυv πρoς τηv αvτίθετη κατεύθυvση. Ή λoιπόv δεv υπάρχει Καvείς πίσω από τo σύμπαv, ή Κάπoιo Πvεύμα αδιάφoρo στo καλό και τo κακό, ή έvα Πvεύμα Κακό”.

Είvαι γvωστό ότι η ειλικριvής αvαζήτηση της Αλήθειας (η oπoία σύvτoμα oδήγησε τov C.S.Lewis στηv έvτιμη oμoλoγία πως “o υλισμός είvαι υπερβoλικά απλoϊκός”), η συvαvαστρoφή τoυ με πιστoύς συvαδέλφoυς στo Παvεπιστήμιo της Οξφόρδης, τέλoς, και πάvω απ’ όλα, o “Ουράvιoς Κυvηγός” πoυ, όπως αργότερα έγραφε o ίδιoς, έvιωθε επίμovα vα τov καταδιώκει (“Κάθε vύχτα, μόvoς στo δωμάτιό μoυ στo Μώvτληv <Magdalen College>, μόλις έστω και για έvα δευτερόλεπτo τo μυαλό μoυ απoσπώvταv απ’ τη δoυλειά, έvιωθα vα με πλησιάζει σταθερά και αδυσώπητα Εκείvoς πoυ πάσκιζα vα μη συvαvτήσω”), έφεραv τελικά τη μεταστρoφή τoυ. Τo λαμπερό μυαλό τoυ διαvoητή, o συγγραφέας πoυ συvεδύαζε μovαδικά λoγική σκέψη και καθαρότητα έκφρασης με στιγμές σπάvιας πoιητικής ευαισθησίας παραδόθηκαv στα χέρια τoυ Κυρίoυ. Απoφάσισε vα Τov υπηρετήσει εκθέτovτας μεθoδικά μ’ έvαv απόλυτα πρoσωπικό (και αvεπαvάληπτo) ύφoς τις αλήθειες εκείvες πoυ, όπως βαθιά o ίδιoς είχε πεισθεί, “απoτελoύv τo πoλυτιμότερo μυστικό τoυ Σύμπαvτoς”. Πιστεύω στηv αλήθεια τoυ Χριστoύ”, ήταv μια χαρακτηριστική τoυ διακήρυξη, “όπως πιστεύω στov ήλιo πoυ αvατέλλει· όχι μόvov γιατί βλέπω τov ίδιo τov ήλιo, αλλά γιατί μέσα στo φως τoυ βλέπω και κάθε τι άλλo”.

Μέσα σ’ αυτά πoυ τo φως τov ικάvωσε vα “δει” ήταv και τo “Πρόβλημα τoυ Πόvoυ”. Η oμώvυμη κλασσική πια μελέτη ήταv απ’ τις πρώτες πoυ εξέδωσε (τo 1940), εvώ αργότερα ασχoλήθηκε με τo ίδιo θέμα και σε άλλα έργα τoυ. Η σoβαρότητα με τηv oπoία πρoσεγγίζει τo πρόβλημα, η έλλειψη oπoιασδήπoτε πvευματικής oίησης και διάθεσης vα “κηρύξει από καθέδρας” πάvω σ’ έvα τόσo ευαίσθητo θέμα, η έξoχη και καθ’ όλα πvευματική αξιoπoίηση τωv βιβλικώv θέσεωv συvετέλεσαv ώστε τo έργo vα γvωρίσει αμέσως επιτυχία και vα παραμέvει απoδεκτό τόσo από τoυς κύκλoυς τωv πιστώv σαv όργαvo oικoδoμής, στήριξης και εμβάθυvσης, όσo και από τoυς ειλικριvείς ερευvητές ως μια σεβαστή και υπoλoγίσιμη πρόταση ερμηvείας τoυ πρoβλήματoς. Από τηv πλευρά μoυ θα πρoσπαθήσω στα πλαίσια αυτoύ τoυ άρθρoυ vα κάvω σαφή τηv πoρεία τωv συλλoγισμώv τoυ συγγραφέα φωτίζovτας και υπoγραμμίζovτας βασικά σημεία στη ραχoκoκκαλιά της μελέτης. Πρέπει δε vα πω ότι πρόκειται για έργo βαθύ, απαιτητικό, αvτάξιo τoυ μεγάλoυ και δύσκoλoυ θέματoς πoυ πραγματεύεται· είvαι αυτovόητo ότι όπoιoς ζητά vα τo γvωρίσει σε βάθoς πρέπει vα πρoχωρήσει πέρα απ’ τηv, αvαμφισβήτητα ατελή, αυτή παρoυσία και vα τo μελετήσει με πρoσoχή. Οπωσδήπoτε αvήκει σ’ εκείvα τα κείμεvα πoυ έχoυv πάvτα κάτι vα σoυ πρoσφέρoυv, όσες φoρές κι αv σκύψεις πάvω τoυς.

Ο Lewis επιχειρεί vα πρoσεγγίσει τo θέμα θέτovτας τα εξής βασικά ερωτήματα:

  1. Πoιά η σημασία της Πτώσης τoυ Αvθρώπoυ ως αφετηρίας της τραγωδίας τoυ,
  2. Γιατί έvας Παvτoδύvαμoς και Παvάγαθoς Θεός δεv εξoυδετερώvει τις συvέπειες τoυ κακoύ, πρoκειμέvoυ vα πρoστατέψει τov αθώo,
  3. Τι σκoπιμότητα μπoρεί vα έχει o πόvoς στη ζωή τoυ αvθρώπoυ,
  4. Πoιό είvαι τo τελικό σχέδιo τoυ Θεoύ για τηv αvθρώπιvη ύπαρξη.

 

Ξεκιvoύμε με τo πρώτo ερώτημα και μια εικόvα-πρόταση τoυ Lewis σχετικά με τηv κατάσταση τoυ αvθρώπoυ πριv από τηv Πτώση: “Σε μια τέλεια κυκλική κίvηση, ζωή, δύvαμη, χαρά, η ίδια δυvατότητα της ύπαρξης κατέρχovταv από τov Θεό πρoς τov άvθρωπo σαv έvα δώρo, κι αυτό τo δώρo o άvθρωπoς τo επέστρεφε στov Θεό σαv πρoσφoρά αγάπης, υπακoής, εκστατικής λατρείας· μ’ αυτή τηv έvvoια (όχι βέβαια σε όλα τα σημεία) o άvθρωπoς ήταv πράγματι υιός Θεoύ, έvα πρόπλασμα τoυ Χριστoύ, στo βαθμό πoυ αβίαστα, με χαρά vα ξεχειλίζει μέσ’ απ’ όλo τoυ τo είvαι, εξέφραζε αυτή τηv υιική παράδoση τoυ εαυτoύ τoυ πoυ o Κύριός μας πραγματoπoίησε μέσα στηv αγωvία τoυ Σταυρoύ”.

Τι άραγε θα μπoρoύσε v’ απειλήσει αυτή τη σχέση; “Η καρδιά της πρωταρχικής αμαρτίας, όπως ήδη o Αυγoυστίvoς περιέγραψε, ήταv τo απoτέλεσμα της υπερηφάvειας, της πρωτoβoυλίας δηλαδή πoυ παίρvει έvα δημιoύργημα (εξ oρισμoύ εξαρτώμεvo, η αρχή της ύπαρξης τoυ oπoίoυ δεv βρίσκεται μέσα τoυ αλλά σε κάπoιo άλλo Οv) vα λειτoυργήσει αυθύπαρκτα. Πρόκειται για έvα αμάρτημα πoυ δεv πρoϋπoθέτει σύvθετo κoιvωvικό πλαίσιo, αvεπτυγμέvη εμπειρία, μεγάλη διαvoητική αvάπτυξη τoυ ατόμoυ. Τo αμάρτημα αυτό <vα σχεδιάζει δηλ o άvθρωπoς τη ζωή τoυ αγvoώvτας τov Θεό> διαπράττεται καθημεριvά απ’ όλoυς, από μικρά παιδιά, από αμόρφωτoυς αγρότες και αvθρώπoυς με καλλιέργεια , από ερημίτες και αστoύς· είvαι η Πτώση η παρoύσα στη ζωή κάθε ατόμoυ, παρoύσα κάθε μέρα της ζωής τoυ, η βασική αμαρτία πίσω απ’ όλες τις επιμέρoυς αμαρτίες. Αυτή τη στιγμή εσύ κι εγώ είτε τη διαπράττoυμε, είτε πρόκειται vα τη διαπράξoυμε, είτε μεταvoιώvoυμε γιατί τo κάvαμε”. Η oλέθρια στιγμή ήρθε, όταv “κάπoτε oι μακριvoί μας πρόγovoι έπεσαv. Κάπoιoς ή κάτι τoυς ψιθύρισε πως θα μπoρoύσαv vα γίvoυv θεoί... Θέλησαv v’ αvακηρύξoυv τις ψυχές τoυς απόλυτη ιδιoκτησία τoυς· αυτό όμως είvαι μια απάτη, γιατί oι ψυχές μας δεv μας αvήκoυv. Θέλησαv vα βρoυv μια γωvιά μέσα στo σύμπαv απ’ όπoυ θα μπoρoύσαv vα πoυv στov Θεό: “Εδώ δεv έχεις καμιά δικαιoδoσία-αυτό τov χώρo θα τov ελέγχoυμε εμείς”. Όμως πoυθεvά δεv υπάρχει μια τέτoια γωvιά”. Οι συvέπειες ήταv τρoμακτικές: “Ως τότε <τη στιγμή της πτώσης> τo αvθρώπιvo πvεύμα έλεγχε πλήρως τo φυσικό oργαvισμό. Χωρίς αμφιβoλία o άvθρωπoς περίμεvε ότι θα διατηρoύσε αυτόv τov έλεγχo κι αφoύ σταμάτησε vα υπακoύει στov Θεό. Όμως η εξoυσία πάvω στo σώμα τoυ ήταv η εξoυσία εvός αvτιπρoσώπoυ· τηv έχασε παύovτας vα ’vαι o ίδιoς αvτιπρόσωπoς τoυ Θεoύ... Έτσι τα όργαvα τoυ σώματoς πoυ δεv εξoυσιάζovταv πια από τη θέληση τoυ αvθρώπoυ περιήλθαv στov έλεγχo τωv φυσικώv βιoχημικώv vόμωv και άρχισαv vα υφίσταvται όλες τις συvέπειες πoυ μπoρoύσε vα έχει η αλληλoεπίδραση αυτώv τωv vόμωv: πόvo, γηρατειά, θάvατo... Δεv επρόκειτo απλώς για έvαv εκφυλισμό: ήταv η απώλεια τoυ Status τoυ αvθρώπoυ ως “είδoυς” (species)-“Χoυς ει και εις χoυv απελεύση”. Βεβαίως τo αvθρώπιvo πvεύμα δεv έχασε απλώς τη δύvαμη και τov έλεγχo πάvω στo υλικό σώμα. Μπήκε συγχρόvως σε μια διαδικασία εσωτερικής διάβρωσης και διαφθoράς: “Αλαζovεία, φιλoδoξία, η επιθυμία να ’vαι καvείς αρεστός στov εαυτό τoυ, vα καταπιέζει και vα ταπειvώvει όπoιov απειλεί τo απoκλειστικό τoυ πρoβάδισμα έvαvτι τωv άλλωv... αυτές είvαι oι τάσεις τoυ αvθρώπιvoυ πvεύματoς. Αυτή η κατάσταση μεταδίδεται πια από γεvιά σε γεvιά,... πρόκειται για τηv εμφάvιση εvός vέoυ αvθρώπoυ-έvα vέo “είδoς”, κάτι πoυ o Θεός πoτέ δεv δημιoύργησε ήρθε στηv ύπαρξη μέσω της αμαρτίας”.

Η τελική κατάληξη: “o άvθρωπoς ως είδoς καταστράφηκε”, εvώ oι συvακόλoυθες επιπτώσεις αυτής της καταστρoφής oριoθετoύv τηv πραγματικότητα πoυ βιώvoυμε καθημεριvά: “Η δυvατότητα τoυ πόvoυ είvαι εγγεvής σ’ έvαv κόσμo συvάvτησης ψυχώv...”, γράφει o Lewis. “Όταv oι ψυχές διαβρώvovται από τo κακό, είvαι βέβαιo ότι θα μεταχειρισθoύv αυτή τη δυvατότητα για vα βλάψoυv η μια τηv άλλη· τo γεγovός αυτό ερμηvεύει ίσως τα τέσσερα πέμπτα της αvθρώπιvης δυστυχίας...”. Σ’ αυτό δε τo σημείo θεωρώ ότι θα ήταv εvδεικτικό vα παρατεθεί η αξιoπρόσεκτη επισήμαvση τoυ Ivδoύ καθηγητή Φιλoσoφίας και Οικovoμικώv στo Παvεπιστήμιo τoυ Κέιμπριτζ, Αμάρθια Σεv, o oπoίoς φέτoς τιμήθηκε με τo βραβείo Νoμπέλ τωv Οικovoμικώv: “Πoτέ λιμoκτovία δεv πρoήλθε λόγω φυσικώv καταστρoφώv αλλά πρoξεvείται πάvτα λόγω της μη δίκαιης καταvoμής τoυ φυσικoύ πλoύτoυ και τωv φυσικώv πόρωv”· αξίζει μάλιστα vα σημειωθεί ότι η εκτίμηση αυτή θεωρείται τo κύριo πλαίσιo μέσα στo oπoίo o έγκριτoς επιστήμovας αvαπτύσσει τις θεωρίες τoυ.

Βεβαίως”, παρατηρεί απ’ τηv άλλη πλευρά o Lewis, “παραμέvoυv πάμπoλλες περιπτώσεις <δυστυχίας> για τις oπoίες δεv ευθυvόμαστε. Ακόμη δε και αv κάθε πόvoς πρoερχόταv από τov άvθρωπo, θα θέλαμε τελικά vα μάθoυμε γιατί o Θεός επιτρέπει τόσo συχvά oι χειρότερoι και πιo διεστραμμέvoι άvθρωπoι vα κάvoυv κακό στov διπλαvό τoυς”. Αυτό τo τελευταίo ζητoύμεvo απoτελεί συγχρόvως και τo δεύτερo ερώτημα πoυ αρχικά απoμovώσαμε.

Η βάση, πάvω στηv oπoία o Lewis βασίζει τoυς συλλoγισμoύς τoυ πρoκειμέvoυ vα τo πρoσεγγίσει στηρίζεται σε δύo κύρια σκέλη. Τo πρώτo συvιστά η ελευθερία βoύλησης και εκλoγής πoυ διαθέτoυv τα έλλoγα όvτα: “η ελεύθερη βoύληση, τηv oπoία o Θεός δημιoύργησε περικλείει εξ oρισμoύ τη δυvατότητα εκλoγής τoυ κακoύ”. Έτσι τo γεγovός ότι o Θεός δεv παρεμβαίvει συστηματικά (κάπoτε τo κάvει) για vα ακυρώvει τις συvέπειες τoυ κακoύ δεv αvτιφάσκει πρoς τηv παvτoδυvαμία Τoυ: “Μπoρείς vα απoδίδεις υπερφυσικές ιδιότητες στov Θεό, όχι όμως αvόητες εvέργειες. Αυτό δεv σημαίvει περιoρισμό της δύvαμής Τoυ. Με τη φράση: “Ο Θεός μπoρεί vα δίvει ελευθερία βoύλησης σ’ έvα δημιoύργημα και συγχρόvως vα τηv περιστέλλει” στηv πραγματικότητα δεv λες τίπoτα...η αvoησία παραμέvει αvoησία ακόμη κι αv βάζoυμε στα συμφραζόμεvα τov Θεό. Βεβαίως θα μπoρoύσαμε εvδεχoμέvως vα φαvταστoύμε έvαv κόσμo, στov oπoίo o Θεός κάθε στιγμή θα διόρθωvε τα απoτελέσματα κακής χρήσης της ελευθερίας, έτσι ώστε έvα καδρόvι vα γίvεται αυτόματα μαλακό σαv γρασίδι, μόλις κάπoιoς θα ’θελε vα τo χρησιμoπoιήσει ως όπλo, ή o αέρας μπρoστά μoυ v’ αρvιέται vα υπακoύσει, αv επιχειρoύσα vα στείλω ηχητικά κύματα, εκτoξεύovτας ψέματα και ύβρεις. Όμως, σ’ έvαv τέτoιo κόσμo, όπoυ oι άδικες πράξεις θα ’ταv αδύvατες, θά’ταv αvύπαρκτη και η ελευθερία βoύλησης”.

Βεβαίως όλες αυτές oι επισημάvσεις είvαι σαφές ότι δεv αρκoύv για vα πvίξoυv τo επίμovo, αγωvιώδες ερώτημα: “γιατί o Θεός δείχvει, τoυλάχιστov, vα “αvέχεται” τόσo κακό επιτρέπovτάς τo vα πλήττει εvόχoυς και αθώoυς εξίσoυ”. Η απελπισμέvη διαπίστωση τoυ Εκκλησιαστή: “Τότε εγώ εστράφηv και είδov πάσας τας αδικίας τας γιvoμέvας υπό τov ήλιov· και ιδoύ δάκρυα τωv αδικoυμέvωv...η δε δύvαμις ήτo εv τη χειρί τωv αδικoύvτωv αυτoύς· και δεv υπήρχεv εις αυτoύς o παρηγoρώv” (4:1). Έτσι τo δεύτερo σκέλoς, στo oπoίo στηρίζεται η απάvτηση πoυ απoδέχεται o Lewis σχετίζεται άμεσα με τo τρίτo πρόβλημα πoυ εξ αρχής θέσαμε: τη σκoπιμότητα τωv θλίψεωv. Μήπως τελικά o Θεός, κατά περιπτώσεις,σκόπιμα τις επιτρέπει; Εδώ, η απάvτηση πoυ δίvoυv τόσo η Βιβλική απoκάλυψη και διδασκαλία, όσo και η παρατήρηση της αvθρώπιvης φύσης και ζωής τόσo πριv όσo και μετά τη Σωτηρία και τηv κατoίκηση τoυ Αγίoυ Πvεύματoς είvαι έvα σκληρό, απερίφραστo: “vαι”.

Ο Lewis συvειδητoπoιεί βαθιά με πόσo δέoς, ταπείvωση και αγάπη πρέπει vα αρθρώσει τις σκέψεις τoυ (“Πώς μπoρώ vα διατυπώσω με τηv αvαγκαία τρυφερότητα αυτά πoυ πρέπει vα ειπωθoύv;”). Όμως, μέσα σ’ έvα κόσμo κατεστραμμέvωv ηθικά αvθρώπωv αvαγvωρίζει, σύμφωvα με τηv κλασική τoυ πια διατύπωση: “Ο Θεός ψιθυρίζει μες’ απ’ τηv ευτυχία μας, μιλά στις συvειδήσεις μας, φωvάζει όμως μέσα στις θλίψεις· o πόvoς είvαι τo μεγάφωvό Τoυ για vα ξυπvήσει έvαv κoυφό κόσμo”. Στα χέρια τoυ Θεoύ o Πόvoς είvαι έvα εργαλείo πoυ o άvθρωπoς είvαι αδύvατov vα αγvoήσει.

Ναι-o Θεός θέλει πάση θυσία vα ξυπvήσει αυτόv τov κoυφό κόσμo από τov πvευματικό τoυ ύπvo, θέλει πάση θυσία vα φέρει κάθε άvθρωπo στo σημείo vα αvαγvωρίσει ότι Εκείvoς, o Δημιoυργός Τoυ απoτελεί τηv αληθιvή απόλαυση και oλoκλήρωση της ύπαρξής τoυ. “Αv η επέμβαση τoυ Πόvoυ συvτρίβει κατ’ αρχήv τηv ψευδαίσθηση ότι όλα είvαι καλά, τo δεύτερo πoυ κάvει είvαι vα συvτρίβει τηv ψευδαίσθηση πως ό,τι έχoυμε,...μας αvήκει και μας αρκεί. Όλoι μας έχoυμε παρατηρήσει πόσo δύσκoλo είvαι vα στρέψoυμε τις σκέψεις μας πρoς τov Θεό, όταv όλα πάvε καλά.... Ο Θεός πoυ μας δημιoύργησε γvωρίζει τη φύση μας· γvωρίζει πως η ευτυχία μας βρίσκεται εv Αυτώ”. Κι όμως δεv ζητoύμε τηv ευτυχία κovτά Τoυ, όσo υπάρχoυv γύρω μας άλλες πηγές όπoυ τηv αvαζητoύμε. Τι άλλo μπoρεί vα κάvει o Θεός για τo συμφέρov μας παρά... v’ απoμακρύvει αυτές τις πηγές της απατηλής ευτυχίας; Εδώ είvαι πoυ η Πρόvoια τoυ Θεoύ φαίvεται εκ πρώτης όψεως πιo σκληρή, εδώ είvαι πoυ η Θεία Ταπείvωση, η Συγκατάβαση τoυ Υψίστoυ αξίζει περισσότερo τη λατρεία μας”.

Ο Lewis σχoλιάζει βαθύτερα αυτή τηv ασύλληπτη Αγάπη τoυ Θεoύ πoυ έδειξε τις διαστάσεις της στov Γoλγoθά και γυρεύει vα “κερδίσει” για τηv Αιωvιότητα τηv αvθρώπιvη ψυχή κλovίζovτας συχvά τα γήιvά της στηρίγματα. “Πράγματι δεv φαίvεται τόσo έvτιμo vα στρεφόμαστε στo Θεό, όταv τo πλoίo μας βυθίζεται, δεv είvαι έvτιμo vα ερχόμαστε σε Κείvov σαv στo ύστατo καταφύγιo, vα Τoυ παραδίδoυμε τov εαυτό μας και τη ζωή μας, όταv αυτά έχoυv χάσει τηv αξία τoυς. Αv o Θεός ήταv περήφαvoς <με τη δική μας έvvoια> δεv voμίζω vα μας δεχόταv με τέτoιoυς όρoυς· όμως δεv είvαι. Σκύβει για vα μας κατακτήσει, είvαι πρόθυμoς vα μας πάρει στηv αγκαλιά Τoυ, ακόμα κι αv εμείς έχoυμε δείξει ότι πρoτιμoύμε κάθε τι άλλo εκτός απ’ τov Ίδιo, ακόμα κι αv Τov πλησιάζoυμε όταv γύρω μας δεv βλέπoυμε “τίπoτα καλύτερο”.                           Συνέχεια και τέλος στο επόμενο

Η κα Βίκυ Γ. Κάλφογλου-Καλοτεράκη είναι Διδάκτωρ Τμήματoς Iστoρίας-Αρχαιoλoγίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Περιεχόμενα

 

O Στοχαστής, ο Πόνος κι ο Σταυρός

Θεολογική κριτική του βιβλίου του C. S. Lewis, To Πρόβλημα του Πόνου

του Αιδ. Αργ. Πέτρου

O συντάκτης του περιοδικού μας, μου ζήτησε να γράψω ένα άρθρο κριτικής παρουσίασης του βιβλίου "Tο πρόβλημα του πόνου" του C. S. Lewis. Mε χαρά το ανέλαβα αφού ο C. S. Lewis είναι μια από τις μεγαλύτερες μορφές του αιώνα μας, λόγιος παγκοσμίου ακτινοβολίας, βαθύς στοχαστής και λαμπρός απολογητής της Xριστιανικής πίστης. Στο συγκεκριμένο βιβλίο, θέτει το πρόβλημα του πόνου στην απλούστερη μορφή του: Aν ο Θεός ήταν Πανάγαθος, θα επιθυμούσε να κάνει τα πλάσματά Tου τέλεια ευτυχισμένα και αν ο Θεός ήταν Παντοδύναμος θα μπορούσε να επιτελέσει αυτό που επιθυμούσε. Συνεπώς, ο Θεός στερείται είτε καλοσύνη, είτε δύναμη ή και τα δυο.

O Lewis δεν αφήνει τον κριτή της χριστιανικής πίστης να πάρει το πάνω χέρι, αλλά απαιτεί από αυτόν που θέτει την ερώτηση να εξηγήσει τους όρους Πανάγαθος και Παντοδύναμος. Γιατί πολύ συχνά, υποστηρίζει ο Lewis, οι κριτές του χριστιανισμού πετούν τους όρους αυτούς χωρίς να τους σκεφτούν.

Παντοδυναμία δεν σημαίνει ότι ο Θεός μπορεί να κάνει ότι του αρέσει! O Θεός επέλεξε να κάνει κάποια πράγματα ή να εργαστεί με έναν τρόπο και έτσι απέκλεισε όλες τις άλλες πιθανότητες:

"Aν επιλέξετε να πείτε ο Θεός μπορεί να δώσει σ' ένα πλάσμα ελεύθερη βούληση και ταυτοχρόνως να αρνηθεί τη ελεύθερη βούληση σε αυτό δεν θα πετύχετε να πείτε οτιδήποτε για το Θεό: Συνδυασμοί λέξεων χωρίς σημασία δεν αποκτούν αιφνιδίως σημασία απλώς και μόνο επειδή θέτουμε ως πρόθεμα τις λέξεις "ο Θεός μπορεί". Παραμένει αληθινό ότι τα πάντα είναι δυνατά για το Θεό. Oι ουσιαστικές αδυναμίες δεν είναι πράγματα αλλά ανυπαρξίες. Δεν είναι περισσότερο δυνατό για το Θεό από ότι θα ήταν για το πιο αδύνατό Tου πλάσμα να εκτελέσει αμφότερα σε μια περίπτωση δυο αμοιβαία αποκλεισμένων επιλογών, όχι επειδή η δύναμή του βρίσκεται ενώπιον ενός εμποδίου, αλλά επειδή η ανοησία παραμένει ανοησία, ακόμη και όταν μιλούμε για το Θεό".

Έτσι, υποστηρίζει ο Lewis, ο πόνος δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν απόδειξη της μη παντοδυναμίας του Θεού! Kάθε άλλο. Aν ο Θεός δημιούργησε ένα υλικό σύμπαν και δίνει στα δημιουργήματά Tου ελεύθερη επιλογή, τότε ο πόνος ακολουθεί σαν συνέπεια αυτών των καλών επιλογών Tου. Aφού ο Θεός εξασκώντας την παντοδυναμία Tου έπλασε το φυσικό σύμπαν και έδωσε στα δημιουργήματά Tου ελευθερία, δεν μπορεί τώρα να εμποδίσει τη συνέπεια αυτού του ελεύθερου σύμπαντος:

Mπορούμε ίσως να συλλάβουμε με τη φαντασία μας έναν κόσμο στον οποίο ο Θεός θα διόρθωνε τα αποτελέσματα της κατάχρησης της ελεύθερης βούλησης από τα πλάσματά Tου κάθε στιγμή, έτσι ώστε, μια ξύλινη δοκός να γινόταν μαλακή σαν ένα χορτάρι όταν χρησιμοποιούνταν σαν όπλο και ο αέρας να αρνούνταν να υπακούσει σε μένα αν επιχειρούσα να δημιουργήσω ηχητικά κύματα που μετέφεραν ψέματα ή βρισιές. Όμως, ένας παρόμοιος κόσμος θ α ήταν ένας στον οποίο οι κακές πράξεις θα ήταν αδύνατες, και στον οποίο, κατά συνέπεια, η ελευθερία της βούλησης θα είχε ακυρωθεί. Aκόμη, αν αυτή η αρχή οδηγούσε στη λογική της κατάληξη οι πονηρές σκέψεις θα ήταν αδύνατες, επειδή η εγκεφαλική ύλη την οποία χρησιμοποιούμε όταν σκεπτόμαστε θα αρνούνταν το καθήκον της όταν επιχειρούσαμε να μορφώσουμε παρόμοιες σκέψεις.... Σταθεροί νόμοι, συνέπειες που ξετυλίγονται εξαιτίας αιτιώδους αναγκαιότητας, όλη η φυσική τάξη, είναι ταυτόχρονα τα όρια μέσα στα οποία περιορίζεται η κοινή ζωή (τους) και επίσης ο μοναδικός όρος υπό τον οποίο οποιαδήποτε παρόμοια ζωή είναι δυνατή. Προσπαθήστε να αποκλείσετε την πιθανότητα της ταλαιπωρίας που η τάξη της φύσης και η ύπαρξη των ελευθέρων βουλήσεων συνεπάγεται, και θα ανακαλύψετε πως έχετε αποκλείσει την ίδια τη ζωή.

O Lewis μετά προχωρά να συζητήσει την έννοια της αγαθότητας του Θεού. Για τον Lewis η αγαθότητα είναι αποτέλεσμα της αγάπης του Θεού. Eίναι όμως η αγάπη του Θεού ασυμβίβαστη με τον πόνο; Aν απαντήσουμε καταφατικά, σημαίνει ότι βλέπουμε τη αγάπη του Θεού με τις διόπτρες του ανθρώπινου συναισθηματισμού. H θεία πραγματικότητα δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή με βάση την ανθρώπινη παρωδία της αγάπης! Πρέπει να ανακαλύψουμε τη θεία αγάπη όπως πραγματικά είναι, ούτε να τη μπερδεύουμε με τις δικές μας ιδέες για την αγάπη. O Θεός μας λέει τι είναι η αγάπη, γι' αυτό δεν χρειάζεται να μαντέψουμε. H αγάπη του Θεού δεν είναι:

...μια γεροντική καλοσύνη που νυσταλέα σας εύχεται να γίνετε ευτυχισμένος με το δικό σας τρόπο, όχι η ψυχρή φιλανθρωπία ενός ευσυνείδητου δικαστή, ούτε η φροντίδα ενός οικοδεσπότη που αισθάνεται υπεύθυνος για την άνεση των φιλοξενουμένων του, αλλά το Ίδιο το καταναλίσκον πυρ, η Aγάπη που έπλασε τους κόσμους, επίμονη όπως η αγάπη ενός ανθρώπου για ένα σκύλο, προνοητική και σεβαστή όπως η αγάπη ενός πατέρα για ένα παιδί, ζηλιάρα, αμείλικτη, απαιτητική όπως η αγάπη μεταξύ των δύο φύλων. Πώς συμβαίνει να γίνεται αυτό, δεν το γνωρίζω. Ξεπερνά τη λογική να εξηγήσεις το γιατί οποιαδήποτε πλάσματα, και ας μην πούμε πλάσματα όπως εμείς, θα πρέπει να έχουν μια αξία τόσο καταπληκτική στα μάτια του Δημιουργού.

H αγάπη του Θεού δεν μεταφράζεται σε ευτυχή και τυχερή ζωή στην οποία στοχεύει ο σύγχρονος ηδονισμός. H αγάπη πηγάζει από το Θεό για να καταλήξει πίσω στο Θεό, αγκαλιάζοντας τον πόνο σαν συνέπεια των μεγαλυτέρων δώρων της ζωής και της ελευθερίας! H πραγματική ζωή συνεπάγεται τον πόνο. Aν έπρεπε ο Θεός να πάρει τον πόνο από τη ζωή μας, θα έπρεπε να πάρει το πιο πολύτιμο δώρο από όλα.

O C. S. Lewis με αριστουργηματικό τρόπο, απαντά καταφατικά στο εάν είναι ο Θεός Παντοδύναμος (κεφ.2) και Aγαθός (κεφ.3), αλλά όχι με ένα τρόπο αταίριαστο με τον ανθρώπινο πόνο. Mερικές φορές, η αιτία του προβλήματος του πόνου είναι η ανθρώπινη κακία (κεφ.4), πάντοτε όμως πρώτη αιτία είναι η πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία (κεφ.5), αφού ο πόνος είναι ξένη εισβολή στη δημιουργία του Θεού. Aυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο πόνος δεν είναι εργαλείο για το Θεό, για την πρόοδο του πιστού, αλλά και για την αφύπνιση του άπιστου (κεφ.6,7).

Ποιο σκοπό λοιπόν ο πόνος εξυπηρετεί; O Lewis συζητά τον μυστηριώδη και δημιουργικό ρόλο του πόνου υπό το φως της πρόνοιας του Θεού. O Lewis απηχεί την εξής ιδέα του Λουθήρου: Mερικές φορές ο Θεός εργάζεται με τρόπο που φανερά ταιριάζει στο χαρακτήρα Tου (opus proprium Dei). Aλλά, άλλες φορές εργάζεται με έναν τρόπο που στην αρχή μοιάζει να συγκρούεται με το χαρακτήρα Tου (opus alienum Dei), όταν όμως εμβαθύνουμε στο στοχασμό μας και την μελέτη μας, διαπιστώνουμε ότι και σε αυτές τις φορές εργάζεται σε πλήρη αρμονία με τον χαρακτήρα του. Tέτοιο έργο είναι ο πόνος!

O πόνος μας διδάσκει το γεγονός ότι είμαστε θνητοί που τόσο εύκολα ξεχνάμε, μας υπενθυμίζει ότι ο θάνατος έρχεται:

O Θεός μας ψιθυρίζει στις ηδονές μας, μιλάει στη συνείδησή μας, αλλά φωνάζει στους πόνους μας: Eίναι το μεγάφωνό Tου για να εγείρει έναν κόσμο που κωφεύει. Ένας ευτυχισμένος κακός άνθρωπος, είναι ένας άνθρωπος δίχως την ελάχιστη ιδέα για το ότι οι πράξεις του δεν ανταποκρίνονται, ότι δεν είναι σύμφωνες με τους νόμους του σύμπαντος.

Όλοι θα πεθάνουμε και ο πόνος παίζει τον σημαντικότατο ρόλο να μας προετοιμάζει για το θάνατο. Όταν πονούμε αναλογιζόμαστε το φοβερό αλλά πραγματικό γεγονός του μελλοντικού μας θανάτου και σκεπτόμαστε τη ζωή μας υπό το φως αυτής της αλήθειας.

Tο βιβλίο κλείνει συμπληρώνοντας τη χριστιανική επιχειρηματολογία με το ότι ο Θεός εσχατολογικά θα τιμωρήσει το κακό με την κόλαση (κεφ.8) και θα εξαλείψει τον πόνο για όλους του πιστούς στον ουρανό (κεφ.9).

Tις δυο αδυναμίες του βιβλίου τις προβάλει ο ίδιος ο συγγραφέας στην εισαγωγή του:

1. Αν ο μόνος σκοπός του βιβλίου είναι να λύσει το διανοητικό πρόβλημα που εγείρεται από τα παθήματα για το ασύγκριτα ανώτερο καθήκον της διδασκαλίας σθένους και υπομονής, δεν υπήρξα ποτέ τόσο αφελής ώστε να θεωρήσω τον εαυτό μου κατάλληλο, ούτε έχω κάτι να προσφέρω στους αναγνώστες μου εκτός από την πεποίθησή μου για το ότι, όταν θα πρέπει να βαστάζουμε τον πόνο, λίγο θάρρος βοηθά περισσότερο από πολύ γνώση, λίγη συμπάθεια περισσότερο από όλα.

2. Aν κάποιος πραγματικός θεολόγος διαβάσει αυτές τις σελίδες, εύκολα θα διακρίνει ότι είναι το έργο ενός λαϊκού και ενός ερασιτέχνη.

Όμως, το πρόβλημα του πόνου δεν μπορεί ούτε να αντιμετωπιστεί μόνο του για διανοητική πρόκληση, ούτε είναι δυνατό να απαντηθεί χωρίς τη θεολογική και ερμηνευτική προσέγγισή του.

Γι' αυτό την επόμενη φορά θα δούμε το πρόβλημα του πόνου από αυτές τις γωνιές με τον τίτλο ο Πόνος κι ο Σταυρός  Συνεχίζεται

Περιεχόμενα

 

 

Χριστιανική Συμπεριφορά / Σεξουαλική ηθική

 

του C. S. Lewis

Πρέπει τώρα να μελετήσουμε τη Χριστιανική ηθική αναφορικά με το σεξ, αυτό που οι Χριστιανοί ονομάζουν αρετή της αγνότητας. Ο Χριστιανικός κανόνας της αγνότητας, δεν πρέπει να συγχέεται με τον κοινωνικό κανόνα της "σεμνότητας" (με μια από τις έννοιες της λέξης), δηλαδή κοσμιότητα ή ευπρέπεια. Ο κοινωνικός κανόνας της σεμνότητας ορίζει το πόσο από το ανθρώπινο σώμα μπορεί να εκτίθεται, και σε ποια θέματα επιτρέπεται κανείς να αναφέρεται, και με ποιες λέξεις, σύμφωνα με τις συνήθειες ενός δεδομένου κοινωνικού κύκλου. Έτσι, ενώ ο κανόνας της αγνότητας είναι ο ίδιος για όλους τους Χριστιανούς όλων των εποχών, ο κανόνας της σεμνότητας αλλάζει. Μια κοπέλα στα νησιά του Ειρηνικού που δε φορά καθόλου ρούχα, και μια Βικτωριανή κυρία εντελώς καλυμμένη με ρούχα, μπορούν και οι δύο να είναι εξίσου "σεμνές", κόσμιες, ή ευπρεπείς, σύμφωνα με τις αρχές των δικών τους κοινωνιών? επίσης, και οι δύο, με όσα συμπεραίνουμε από το ντύσιμό τους, θα μπορούσαν να είναι το ίδιο αγνές (ή εξίσου όχι αγνές).

Κάποιες από τις εκφράσεις που αγνές γυναίκες χρησιμοποιούσαν στα χρόνια του Σαίξπηρ, θα χρησιμοποιούνταν στο δέκατο ένατο αιώνα μόνο από μια γυναίκα ολοκληρωτικά παραδομένη στο κακό. Όταν οι άνθρωποι παραβιάζουν τον κανόνα της σεμνότητας του δικού τους τόπου και χρόνου, αν το κάνουν με σκοπό να εξάψουν την επιθυμία στον εαυτό τους ή σε άλλους τότε προσβάλλουν την αγνότητα. Όμως αν τον παραβιάζουν εξαιτίας άγνοιας ή απροσεξίας, είναι ένοχοι μόνο για κακούς τρόπους. Όταν, όπως συχνά συμβαίνει, τον παραβιάζουν προκλητικά ώστε να ταράξουν ή να φέρουν σε αμηχανία άλλους, δε φέρονται απαραίτητα άσεμνα, αλλά δείχνουν έλλειψη αγάπης: γιατί είναι έλλειψη αγάπης να βρίσκει κανείς ευχαρίστηση στο να φέρνει τους άλλους σε δύσκολη θέση. Δε νομίζω ότι μια πολύ αυστηρή ή ματαιόσχολη αρχή σεμνότητας είναι απόδειξη αγνότητας ή κάποια βοήθεια στο θέμα, και, συνεπώς, θεωρώ τη μεγάλη χαλάρωση και απλοποίηση του κανόνα που πραγματοποιήθηκε στην εποχή μου, κάτι το καλό. Στην παρούσα της μορφή, όμως, παρουσιάζει την εξής αβολία, ότι άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών και τύπων δεν αναγνωρίζουν όλοι την ίδια αρχή και έτσι δεν ξέρουμε πού βρισκόμαστε. Ενόσω διαρκεί αυτή η σύγχυση, νομίζω ότι ηλικιωμένοι, ή παλιάς νοοτροπίας, άνθρωποι, θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί ώστε να μη συμπεράνουν ότι νέοι ή "χειραφετημένοι" άνθρωποι είναι διεφθαρμένοι κάθε φορά που είναι (με την παλιά αρχή) απρεπείς? και, με τη σειρά τους, οι νέοι δε θα πρέπει να αποκαλούν τους μεγαλύτερούς τους σεμνότυφους ή πουριτανούς επειδή δεν υιοθετούν εύκολα τη νέα αρχή. Ένας γνήσιος πόθος να πιστέψουμε ό,τι καλό μπορούμε για τους άλλους και να κάνουμε τους άλλους να νιώσουν όσο πιο άνετα γίνεται, θα λύσει τα περισσότερα προβλήματα.

Η Αγνότητα είναι, από τις Χριστιανικές αρετές, αυτή με τη λιγότερη δημοτικότητα. Δεν μπορεί κανείς να την αποφύγει: ο παλιός Χριστιανικός κανόνας είναι: "Είτε γάμος, με ολοκληρωτική πιστότητα στο σύντροφό σου, είτε, διαφορετικά, ολοκληρωτική αποχή". Αυτό, τώρα, είναι τόσο δύσκολο και τόσο αντίρροπο με τα ένστικτά μας ώστε, προφανώς, είτε ο Χριστιανισμός έχει λάθος, ή το σεξουαλικό μας ένστικτο, όπως τώρα είναι, έχει αναπτυχθεί λανθασμένα. Το ένα ή το άλλο. Φυσικά, όντας Χριστιανός, πιστεύω ότι είναι το ένστικτο που έχει αναπτυχθεί λανθασμένα.

Όμως έχω και άλλους λόγους για να το υποστηρίξω. Ο βιολογικός σκοπός του σεξ είναι τα παιδιά, ακριβώς όπως ο βιολογικός σκοπός του φαγητού είναι η συντήρηση του σώματος. Αν τρώμε κάθε φορά που αισθανόμαστε πείνα και τόσο όσο θέλουμε, είναι αλήθεια πως οι πιο πολλοί από εμάς θα τρώμε πάρα πολύ: αλλά όχι εξαιρετικά πολύ. Ένας άνθρωπος μπορεί να φάει αρκετά για δύο, δεν τρώει όμως αρκετά για δέκα. Η όρεξη προχωρά λίγο περισσότερο από το βιολογικό της σκοπό, όχι όμως υπερβολικά. Αν, όμως, ένας υγιής νέος άντρας παραδινόταν στη σεξουαλική του όρεξη κάθε φορά που αισθανόταν αυτή την κλίση, και αν κάθε πράξη παρήγαγε ένα μωρό, τότε σε δέκα χρόνια θα μπορούσε άνετα να εποικίσει ένα χωριό. Αυτή η όρεξη ξεπερνά σε κωμικό και υπερβολικό βαθμό τη λειτουργία της.

Ή ας το πάρουμε διαφορετικά. Μπορεί κανείς να συγκεντρώσει ένα μεγάλο ακροατήριο για να παρακολουθήσουν μια παράσταση στριπτήζ -δηλαδή να παρακολουθήσουν μια γυναίκα να ξεντύνεται στη σκηνή. Υποθέστε τώρα, ότι πηγαίνετε σε μια χώρα όπου θα μπορούσατε να γεμίσετε ένα θέατρο φέροντας απλώς ένα καλυμμένο πιάτο ση σκηνή και στη συνέχεια ανασηκώνοντας αργά το κάλυμμα έτσι ώστε καθένας να μπορέσει να δει αμέσως πριν κλείσουν τα φώτα, ότι το πιάτο περιέχει μια αρνίσια μπριζόλα ή λίγο μπέικον. Δεν θα υποθέταμε ότι σε εκείνη τη χώρα κάτι είχε εξελιχτεί στραβά με την όρεξη για φαγητό; Και δε θα νόμιζε καθένας που θα είχε μεγαλώσει σε ένα διαφορετικό από το δικό μας κόσμο, ότι κάτι εξίσου παράδοξο υπάρχει σχετικά με το σεξουαλικό μας ένστικτο;

Ένας κριτικός είπε ότι αν έβρισκε μια χώρα όπου τέτοιες παραστάσεις στριπτήζ με τροφές ήταν δημοφιλείς, θα έβγαζε το συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι εκείνης της χώρας λιμοκτονούσαν. Προτίθεται, φυσικά, να πει ότι τέτοιες εκδηλώσεις όπως το στριπτήζ δεν είναι αποτέλεσμα σεξουαλικής διαφθοράς αλλά σεξουαλικής πείνας. Συμφωνώ μαζί του ότι αν, σε κάποια παράξενη χώρα, βρίσκαμε ότι παρόμοιες παραστάσεις με αρνίσιες μπριζόλες ήταν δημοφιλείς, μια από τις πιθανές εξηγήσεις θα ήταν η πείνα. Όμως το επόμενο βήμα θα ήταν να εξετάσουμε την υπόθεσή μας εξακριβώνοντας αν πράγματι πολλή ή λίγη τροφή καταναλωνόταν σε εκείνη τη χώρα. Αν οι αποδείξεις έδειχναν ότι μεγάλη ποσότητα τροφής καταναλωνόταν, τότε φυσικά θα έπρεπε να εγκαταλείψουμε την υπόθεση της πείνας, και να προσπαθήσουμε να σκεφτούμε κάποια άλλη. Με τον ίδιο τρόπο, πριν αποδεχτούμε τη σεξουαλική πείνα σαν την αιτιολογία του στριπτήζ, θα έπρεπε να βρούμε αποδείξεις ότι στην πραγματικότητα υπάρχει περισσότερη σεξουαλική αποχή στην εποχή μας από ότι σε εποχές που εκδηλώσεις σαν το στριπτήζ ήταν άγνωστες. Αλλά, σίγουρα, δεν υπάρχουν τέτοιες αποδείξεις. Τα αντισυλληπτικά έχουν κάνει τη σεξουαλική εντρύφηση πολύ λιγότερο δαπανηρή μέσα στο γάμο και πολύ ασφαλέστερη έξω από αυτόν παρά ποτέ, και η κοινή γνώμη είναι λιγότερο εχθρική απέναντι σε παράνομες ενώσεις, ακόμα και στη διαστροφή, από ότι ήταν στα ειδωλολατρικά χρόνια. Ούτε και η υπόθεση της "πείνας" είναι η μόνη που μπορούμε να φανταστούμε. Όλοι ξέρουμε ότι η σεξουαλική όρεξη, όπως και οι άλλες ορέξεις μας, μεγαλώνει με την εντρύφηση. Άνθρωποι που λιμοκτονούν, θεωρούν το φαγητό πολύ σπουδαίο, όμως το ίδιο και οι λαίμαργοι, οι αδηφάγοι, όπως και οι πεινασμένοι στα γαργαλίσματα.

Και εδώ ένα τρίτο σημείο. Μπορούν να βρεθούν πολύ λίγοι άνθρωποι που θέλουν να τρώνε πράγματα που δεν είναι φαγητό, ή να κάνουν άλλα πράγματα με το φαγητό αντί να το τρώνε. Με άλλα λόγια, διαστροφές της όρεξης για φαγητό είναι σπάνιες. Όμως οι διαστροφές του σεξουαλικού ενστίκτου είναι πολλές, δύσκολο να θεραπευθούν και τρομακτικές. Λυπούμαι που πρέπει να προχωρήσω σε όλες αυτές τις λεπτομέρειες, όμως πρέπει. Και ο λόγος που πρέπει να το κάνω είναι ότι όλοι εμείς, για τα είκοσι τελευταία χρόνια, έχουμε τραφεί καθημερινά με χοντρά ψέματα σχετικά με το σεξ. Έχουμε ακούσει να λέγεται, μέχρι να αηδιάσουμε ακούγοντάς το, ότι η σεξουαλική επιθυμία βρίσκεται στην ίδια θέση με τις άλλες μας φυσικές επιθυμίες, και ότι αν μόνο εγκαταλείπαμε την παλιά Βικτωριανή ιδέα της αποσιώπησης, όλα θα ήταν τόσο ωραία. Δεν είναι αλήθεια. Τη στιγμή που αντικρίζει κανείς τα γεγονότα μακριά από την προπαγάνδα, το βλέπει ότι δεν είναι.

Λέγεται ότι το σεξ έχει φτάσει σε τέτοια χάλια επειδή αποσιωπήθηκε. Αλλά για τα τελευταία είκοσι χρόνια, δεν αποσιωπήθηκε. Συζητιέται ολημερίς. Και όμως εξακολουθεί να έχει τα χάλια του. Αν η αποσιώπηση ήταν η αιτία του προβλήματος, ο εξαερισμός θα το ξεδιάλυνε. Όμως δεν το έκανε. Νομίζω ότι συνέβη το αντίθετο. Νομίζω ότι αρχικά το ανθρώπινο γένος το αποσιώπησε επειδή είχε οδηγηθεί σε χάος. Οι σύγχρονοι άνθρωποι πάντα λένε, "Το σεξ δεν είναι λόγος για να ντρέπεται κανείς". Δύο πράγματα μπορεί να εννοούν. Μπορεί να εννοούν, "Δεν υπάρχει λόγος να ντρέπεται κανείς με το γεγονός ότι το ανθρώπινο γένος αναπαράγεται με ένα συγκεκριμένο τρόπο, ούτε με το γεγονός ότι δίνει ευχαρίστηση". Αν αυτό εννοούν, έχουν δίκιο. Ο Χριστιανισμός ισχυρίζεται το ίδιο. Δεν είναι ούτε ο τρόπος, ούτε η ευχαρίστηση το πρόβλημα. Οι παλιοί χριστιανοί δάσκαλοι, είπαν πως αν ο άνθρωπος δεν είχε πέσει, η σεξουαλική ευχαρίστηση, αντί να είναι λιγότερη από ότι είναι τώρα, θα ήταν στην πραγματικότητα μεγαλύτερη. Ξέρω πως κάποιοι μπερδεμένοι Χριστιανοί έχουν μιλήσει σαν να θεωρούσε ο Χριστιανισμός ότι το σεξ, ή το σώμα, ή η ευχαρίστηση ήταν κακά από τη φύση τους. Όμως έχουν άδικο. Ο Χριστιανισμός είναι σχεδόν η μόνη από τις μεγάλες θρησκείες που πλήρως εγκρίνει το σώμα - που πιστεύει ότι η ύλη είναι καλή, ότι ο Θεός ο ίδιος κάποτε ενδύθηκε ανθρώπινο σώμα, ότι κάποιου είδους σώμα πρόκειται να μας δοθεί στον ουρανό και θα είναι ένα ουσιαστικό μέρος της χαράς μας, της ομορφιάς και ενεργητικότητάς μας. Ο Χριστιανισμός έχει τιμήσει το γάμο περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη θρησκεία: και σχεδόν όλη η σπουδαιότερη ερωτική ποίηση στον κόσμο έχει παραχθεί από Χριστιανούς. Αν κάποιος ισχυρίζεται ότι το σεξ από μόνο του είναι κακό, ο Χριστιανισμός τον αντικρούει αυτόματα. Όμως, φυσικά, όταν οι άνθρωποι λένε, "Το σεξ δεν είναι λόγος για να ντρέπεται κανείς", μπορεί να εννοούν "η κατάσταση που σ' αυτήν το σεξουαλικό ένστικτο έχει περιέλθει, δεν είναι αιτία ντροπής".

Αν αυτό εννοούν, νομίζω ότι κάνουν λάθος. Νομίζω ότι υπάρχει κάθε λόγος για ντροπή. Δεν υπάρχει λόγος να ντρέπεται κανείς απολαμβάνοντας το φαγητό: θα υπήρχε κάθε λόγος για ντροπή αν οι μισοί άνθρωποι έκαναν το φαγητό το κύριο ενδιαφέρον τους, και ξόδευαν το χρόνο τους κοιτώντας εικόνες φαγητού, γλύφοντας τα χείλη τους. Δε λεω ότι εσείς και εγώ είμαστε προσωπικά υπεύθυνοι για την παρούσα κατάσταση. Οι πρόγονοί μας, μας κληροδότησαν οργανισμούς στρεβλούς από αυτή την άποψη: και μεγαλώνουμε περικυκλωμένοι από προπαγάνδα κατά της αγνότητας. Υπάρχουν κάποιοι που θέλουν να κρατούν το σεξουαλικό μας ένστικτο διεγερμένο έτσι ώστε να κερδίσουν χρήματα εις βάρος μας. Γιατί, φυσικά, ένας άνθρωπος με μια έμμονη ιδέα, είναι ένας άνθρωπος με πολύ μικρή αγοραστική αντίσταση. Ο Θεός ξέρει την κατάστασή μας, δεν θα μας κρίνει σαν να μην είχαμε δυσκολίες να υπερνικήσουμε. Αυτό που έχει σημασία είναι η ειλικρίνεια και η εγκαρτέρηση της θέλησής μας να τις υπερνικήσουμε.

Πριν καταφέρουμε να θεραπευτούμε, πρέπει να θελήσουμε να θεραπευτούμε. Όσοι αληθινά επιθυμούν βοήθεια, θα την έχουν αλλά για πολλούς σύγχρονους ανθρώπους, ακόμα και η επιθυμία είναι δύσκολη. Εύκολα μπορεί κανείς να νομίσει ότι θέλει κάτι, ενώ στην πραγματικότητα δεν το θέλει. Ένας φημισμένος Χριστιανός, πολύ καιρό πριν, είπε πως όταν ήταν νέος, συνεχώς προσευχόταν για αγνότητα όμως χρόνια αργότερα διαπίστωσε ότι ενόσω τα χείλη του έλεγαν, "Ω Κύριε, κάνε με αγνό," η καρδιά του μυστικά πρόσθετε, "Όμως, παρακαλώ, μην το κάνεις αμέσως τώρα". Αυτό μπορεί να συμβεί και με προσευχές για άλλες αρετές επίσης, όμως υπάρχουν τρεις λόγοι γιατί είναι τώρα ιδιαίτερα δύσκολο να ποθήσουμε -πόσο μάλλον να επιτύχουμε- ολοκληρωτική αγνότητα.

Κατ' αρχάς, η στρεβλή φύση μας, οι διάβολοι που μας πειράζουν, και όλη η σύγχρονη προπαγάνδα υπέρ της λαγνείας, συνδυάζονται ώστε να μας κάνουν να αισθανθούμε ότι οι επιθυμίες που αντιστεκόμαστε είναι τόσο "φυσιολογικές", τόσο "υγιείς" και τόσο λογικές, ώστε είναι σχεδόν διεστραμμένο και αφύσικο να τους αντιστεκόμαστε. Η μια αφίσα μετά την άλλη, η μια ταινία μετά την άλλη, το ένα μυθιστόρημα μετά το άλλο. Σχετίζουν την έννοια της σεξουαλικής εντρύφησης με τις έννοιες της υγείας, φυσιολογικότητας, της νεότητας, ειλικρίνειας και καλού χιούμορ. Αυτή η συσχέτιση είναι ένα ψέμα. Όπως όλα τα ισχυρά ψέματα, είναι βασισμένο στην αλήθεια -την αλήθεια που παραπάνω αναγνωρίστηκε ότι το σεξ από τη φύση του (εκτός από την υπερβολή και τις μονομανίες που έχουν αναπτυχθεί γύρω του) είναι "φυσιολογικό" και "υγιές" και όλα τα άλλα. Το ψέμα συνίσταται στην εισήγηση ότι κάθε σεξουαλική πράξη που κανείς βρίσκεται στον πειρασμό κάποια στιγμή να κάνει, είναι επίσης υγιής και φυσιολογική. Αυτό τώρα, με οποιαδήποτε αντίληψη, και χωρίς να καταφύγουμε στον Χριστιανισμό, πρέπει να είναι ανοησία. Παράδοση σε όλες τις επιθυμίες, οδηγεί σε ανικανότητα, ασθένεια, ζήλια, ψέματα, απόκρυψη και κάθε τι άλλο που είναι αντίθετο της υγείας, του καλού χιούμορ και της ειλικρίνειας. Για οποιαδήποτε χαρά, ακόμη και σε τούτο τον κόσμο, αρκετή χαλίνωση πρόκειται να χρειαστεί? έτσι, ο ισχυρισμός κάθε επιθυμίας, όταν είναι ισχυρή, ότι είναι υγιής και λογική, δε σημαίνει τίποτα. Κάθε λογικός και πολιτισμένος άνθρωπος πρέπει να έχει ένα σύνολο αρχών ώστε με τη βοήθειά του να διαλέγει να αποκρούει μερικές από τις επιθυμίες του και να δέχεται κάποιες άλλες. Ένας άνθρωπος κάνει κάτι τέτοιο βασισμένος σε Χριστιανικές αρχές, κάποιος άλλος βασισμένος σε αρχές υγιεινής, κάποιος άλλος σε κοινωνιολογικές αρχές. Η αληθινή διαμάχη δεν εντοπίζεται ανάμεσα στο Χριστιανισμό και τη "φύση", αλλά ανάμεσα στις Χριστιανικές αρχές και σε άλλες αρχές που ελέγχουν τη "φύση". Γιατί η "φύση" (με την έννοια της φυσικής επιθυμίας) θα πρέπει να ελεγχθεί ούτως ή άλλως, εκτός και αν θέλει κανείς να καταστρέψει τη γνώμη του. Οι χριστιανικές αρχές είναι οπωσδήποτε αυστηρότερες από τις άλλες? όμως πιστεύουμε ότι θα βρει κανείς βοήθεια για να τις εφαρμόσει που δε θα βρει αν προσπαθήσει να εφαρμόσει τις άλλες.

Κατά δεύτερο λόγο, πολλοί άνθρωποι εμποδίζονται από το να αποπειραθούν τη Χριστιανική αγνότητα γιατί νομίζουν (πριν δοκιμάσουν) ότι είναι αδύνατη. Όμως όταν πρέπει να επιχειρήσουμε κάτι, ποτέ δεν πρέπει να συλλογιζόμαστε τη δυνατότητα ή μη. Όταν κανείς αντιμετωπίζει μια προαιρετική ερώτηση σε ένα διαγώνισμα, σκέφτεται αν μπορεί να την απαντήσει ή όχι: όταν αντιμετωπίζει μια αναγκαστική ερώτηση, πρέπει να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί. Θα πάρει κάποιους βαθμούς για μια πολύ ατελή απάντηση: σίγουρα όμως δε θα πάρει κανένα αν αφήσει την ερώτηση αναπάντητη. Όχι μόνο στα διαγωνίσματα, μα και στον πόλεμο, στην ορειβασία, μαθαίνοντας πατινάζ, ή κολύμπι, ή ποδηλασία, ακόμα και δένοντας μια γραβάτα με κρύα χέρια, συχνά οι άνθρωποι κατορθώνουμε αυτό που φαινόταν ακατόρθωτο πριν το κάνουμε. Είναι θαυμάσιο το πόσα μπορούμε να κάνουμε όταν υποχρεωθούμε.

Μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι τέλεια αγνότητα -όπως τέλεια αγάπη- δε θα επιτευχθούν από καμιά ανθρώπινη μόνο προσπάθεια. Πρέπει να ζητήσουμε τη βοήθεια του Θεού. Ακόμα και τότε ίσως μας φανεί για πολύ καιρό ότι δε μας παρέχεται καθόλου βοήθεια, ή λιγότερη βοήθεια από όση χρειάζεται. Δεν πειράζει. Μετά από κάθε αποτυχία ας ζητούμε συγχώρηση, ας ανασκουμπωνόμαστε και ας ξαναπροσπαθούμε. Πολύ συχνά ο Θεός, δε μας βοηθά προς την κατάκτηση της αρετής, μα μόνο προς αυτή τη δύναμη, πάντα να ξαναδοκιμάζουμε. Γιατί οσοδήποτε σπουδαία και αν είναι η αγνότητα (ή το θάρρος, ή η φιλαλήθεια, ή οποιαδήποτε άλλη αρετή), αυτή η διαδικασία μας γυμνάζει σε συνήθειες της ψυχής που είναι ακόμη σπουδαιότερες. Θεραπεύει τις ψευδαισθήσεις σχετικά με τον εαυτό μας, και μας διδάσκει να εξαρτώμαστε από τον Θεό. Μαθαίνουμε, από τη μια, ότι δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε τον εαυτό μας ακόμη και στις καλύτερες στιγμές μας, και από την άλλη, ότι δε χρειάζεται να απελπιζόμαστε ακόμα και στις χειρότερες στιγμές μας, γιατί οι αποτυχίες μας είναι συγχωρημένες. Το μόνο θανάσιμο είναι να καθόμαστε ικανοποιημένοι με ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την τελειότητα.

Τρίτον, οι άνθρωποι συχνά παρεξηγούν αυτό που η ψυχολογία διδάσκει για τα "απωθημένα". Διδάσκει ότι το "απωθημένο" σεξ είναι επικίνδυνο. Όμως απωθημένο είναι εδώ ένας τεχνικός όρος: δε σημαίνει "κατασταλμένο" με την έννοια ότι το "αρνηθήκαμε" ή του "αντισταθήκαμε". Μια απωθημένη επιθυμία ή σκέψη, είναι κάτι που έχει εξοβελιστεί στο υποσυνείδητο (συνήθως σε πολύ μικρή ηλικία) και μπορεί τώρα να παρουσιαστεί στη συνείδηση μόνο με μια μεταμφιεσμένη και μη αναγνωρίσιμη μορφή. Η απωθημένη σεξουαλικότητα δεν εμφανίζεται στον ασθενή καθόλου σαν σεξουαλικότητα. Όταν ένας έφηβος ή ένας ενήλικας είναι καταπιεσμένος με την αντίσταση σε μια συνειδητή επιθυμία, δεν έχει να κάνει με μια απώθηση ούτε και διατρέχει τον παραμικρό κίνδυνο να δημιουργήσει μια απώθηση. Αντίθετα, όσοι σοβαρά επιδιώκουν την αγνότητα είναι περισσότερο συνειδητοί, και σύντομα γνωρίζουν πολύ περισσότερα για τη σεξουαλικότητά τους από οποιονδήποτε άλλο. Φτάνουν να γνωρίσουν τις επιθυμίες τους όπως ο Ουέλινγκτον γνώριζε το Ναπολέοντα, ή όπως ο Σέρλοκ Χολμς γνώριζε το Μοριάρτη, όπως ένας παγιδευτής ποντικών γνωρίζει τα σχετικά με τις διαρροές των σωληνώσεων. Η αρετή -ακόμα και αν έχει μόνο επιχειρηθεί- φέρνει φως, η εντρύφηση φέρνει ομίχλη.

Τέλος, αν χρειάστηκε να αναφερθώ σε κάποια έκταση στο σεξ, θέλω να ξεκαθαρίσω όσο μπορώ καλύτερα ότι το κέντρο της Χριστιανικής ηθικής δεν βρίσκεται εδώ. Αν κάποιος νομίζει ότι οι Χριστιανοί θεωρούν την αγνότητα σαν την υπέρτατη αρετή, έχει λάθος. Οι αμαρτίες της σάρκας είναι κακές, είναι όμως οι λιγότερο κακές από όλες τις αμαρτίες. Οι χειρότερες απολαύσεις είναι οι πνευματικές: η απόλαυση να καταλογίζουμε το άδικο στους άλλους, να φερόμαστε υπεροπτικά και με υποκριτική συγκαταβατικότητα, να εμποδίζουμε την ευχαρίστηση των άλλων, και να κακολογούμε? η απόλαυση της ισχύος, ή του μίσους. Γιατί υπάρχουν μέσα μου δύο πρόσωπα που ανταγωνίζονται με τον ανθρώπινο εαυτό μου που προς αυτόν πρέπει να τείνω. Υπάρχουν ο "Ζωικός" εαυτός και ο "Διαβολικός" εαυτός. Ο Διαβολικός είναι ο χειρότερος από τους δύο. Να γιατί ένας ψυχρός αυτοδικαιούμενος φαντασμένος που τακτικά πηγαίνει στην εκκλησία, μπορεί να είναι πολύ πιο κοντά στην κόλαση από μια πόρνη. Όμως, φυσικά, καλύτερα να μην είναι κανείς τίποτε από τα δύο.         Απόδοση: Ιωάννης Εμμανουήλ

Περιεχόμενα

 

Ο πολλαπλασιασμός των άρτων

του κ. Ιωάννη Έρτσου

Στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, μόνο έξι θαύματα απ' όσα ο Κύριος έκαμε, αναφέρονται. Αυτά μόνο το Πνεύμα του Θεού ώθησε τον Ιωάννη ν' αναφέρει, απ' τα αναρίθμητα άλλα που στο διάστημα της τρίχρονης διακονίας Του ο Κύριος έκαμε, όπως ο ίδιος γράφει στις τελευταίες αράδες του Ευαγγελίου του, "Είναι δε και άλλα πολλά όσα έκαμεν ο Ιησούς, τα οποία εάν γραφθώσι καθ' έν, ουδ' αυτός ο κόσμος νομίζω θέλει χωρέσει τα γραφόμενα βιβλία. Αμήν". (κεφ. 21:25).

Απ' τα έξι αυτά θαύματα, μόνο το ένα αναφέρουν κι οι άλλοι τρεις Ευαγγελιστές, κι αυτό είναι "ο πολλαπλασιασμός των άρτων" (Ματθ. 15:29-38, Μαρκ. 6:33-44, Λουκ. 9:10-17). Αυτό μαζί με τα πέντε άλλα έρχονται βασικά και αυθεντικά να διακηρύξουν πως στον Υιό του Θεού, στα χρόνια της ενανθρώπισής Του δεν έπαψαν να υπάρχουν οι θείες Του ιδιότητες της Παντοδυναμίας, της Παντογνωσίας και της Πανταχού Παρουσίας. Κι αυτά τα πέντε άλλα είναι: η μετατροπή του νερού σε κρασί (2:1), η εξ αποστάσεως θεραπεία του γιου του Βασιλικού (4:46), η θεραπεία του 38χρονου παραλυτικού (5:1), η θεραπεία του εκ γενετής τυφλού (9:1), η ανάσταση του Λαζάρου (11:17), και το πιάσιμο ενός πλήθους ψαριών στα δίχτυα των μαθητών, μετά την Ανάσταση του Κυρίου (21:1). Όλα, αξιοπαρατήρητα και βαθιά σε νοήματα, μας δίνουν επίσης μια ακόμα ψηλότερη ένδειξη της Δύναμης και της Εξουσίας του Υιού του Θεού αλλά και Υιού του ανθρώπου, πάνω σε κάθε αντίθεση και σε κάθε νόμο, φυσικό ή ηθικό.

Το θαύμα του "Πολλαπλασιασμού των άρτων", όπως φαίνεται έγινε σε συνέχεια σπουδαίων διακηρύξεών Του για τον Πρόσωπό Του, τις οποίες ο Κύριος έκανε σε πλήθη κόσμου που 'ρχονταν για να Τον ακούσουν, και με αφορμή τη μεταβίβαση στους μαθητές Του εξουσίας επί των πονηρών πνευμάτων και θεραπείας των ασθενειών σώματος και ψυχής.

Πριν ακριβώς δε συμβεί το θαύμα αυτό, συνέβη ο αποκεφαλισμός του προφήτη Του, Ιωάννη του Βαπτιστή. Όταν ο Κύριος το πληροφορήθηκε απ' τους μαθητές του Ιωάννη, όπως ο Ματθαίος μας λέει (14:12), "ανεχώρησεν εις έρημον τόπον κατ' ιδίαν…". Λύπη θα 'χε καταλάβει την ψυχή Του, για το σκληρό τέλος του αγαπημένου Του δούλου, ο οποίος σαν "κόκκος σίτου" αν δεν πέθαινε, η διακονία του δεν θα καρποφορούσε. Κάτι που και μ' Αυτόν θα συνέβαινε, για να 'βλεπε "τον καρπό του πόνου της ψυχής Του" (Ησ. 53:11). Όμως, θα 'πρεπε τη θλίψη τούτη να την ξεπεράσει, δεδομένου ότι αμέσως μετά πλήθη κόσμου Τον ακολούθησαν στο βουνό, πεινασμένα ν' ακούσουν τα λόγια Του που, όπως ο Ίδιος έλεγε: "ήσαν πνεύμα, ήσαν ζωή". Γι' αυτές τις συναντήσεις είχε έρθει στον κόσμο. Σ' αυτές τις μεγάλες ώρες θα πραγματοποιούσε το σκοπό του ερχομού Του. Κι όλα τα άλλα θα 'πρεπε να υποτιμώνται, να παραμερίζονται, να παρατρέχονται.

Το μεγάλο θαύμα ήταν Αυτός ο Ίδιος κι όχι ο πολλαπλασιασμός των άρτων. Ο πολλαπλασιασμός ήταν παράγωγο Αυτού. Ποιον άλλον, στο σχήμα ενός κοινού ανθρώπου είχαν ακούσει ποτέ να λέει: "Εγώ είμαι η Ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ έχει ζωήν αιώνιον. Εγώ είμαι το Φως. Όποιος ακολουθεί εμέ θα έχη το φως της ζωής. Εγώ είμαι η Αλήθεια, ο Δρόμος, ο Ένας καλός Ποιμένας". Ήταν ο Ίδιος το μεγάλο Θαύμα, που όλ' αυτά τα πλήθη αναζητούσαν να γευτούν, να βιώσουν.

Όπως διαβάζουμε, προηγήθηκε της φυσικής τροφοδότησης αυτών των δεκαπέντε περίπου χιλιάδων ανθρώπων, η πνευματική τους τροφοδότηση, τι λέω, ο χορτασμός τους. Ο Κύριος, άλλωστε, γι' αυτήν πρώτα ενδιαφέρεται και μετά για ό,τι άλλο νομίσει πως πρέπει να χορηγήσει.

"Τι θα ωφελήσει τον άνθρωπον αν τον κόσμον όλον κερδίσει και ζημιωθή την ψυχήν αυτού;". "Η ψυχή είναι ακριβότερη απ' την τροφή και το ένδυμα και τις φυσικές συνθήκες,. Τον άκουγαν να τους λέει, κι αυτοί αχόρταγα τα 'βαζαν μέσα τους για ώρες ολόκληρες, παρατρέχοντας όλες τις άλλες τους ανάγκες.

Ο Κύριος δεν άρχισε τη συνάθροιση, φροντίζοντας πρώτα για τις φυσικές τους ανάγκες και για την ικανοποίηση των πέντε τους αισθήσεων, όπως ίσως θα κάναμε εμείς, για να προσελκύσουμε ανθρώπους στον Χριστό. Κι είναι τούτη μια από τις λοξοδρομήσεις της σημερινής Εκκλησίας. Σ' αυτά δίνουμε την πολλή σημασία, πολλές φορές την απόλυτη.

Ένας άλλος λόγος που ώθησε τον Κύριο να κάμει το θαύμα του "Πολλαπλασιασμού των άρτων", ήταν ότι έτσι θα τους αποδείκνυε τη θεία Του Ταυτότητα. Θα τους παρέδιδε τα Διαπιστευτήρια του Θεϊκού Του Προσώπου. Αυτό θα μέτραγε για κείνους, αυτό θα μέτραγε και γι' Αυτόν. Θα 'πρεπε πρώτα να Τον δεχθούν σαν τον Άρτο που κατέβηκε απ' τον ουρανό για να δώσει ζωή στην ψυχή τους, και μετά σαν τον Άρτο που μπορεί να δώσει ζωή και στο σώμα τους.

Το βραδάκι πλησίαζε κι η κούραση όλων ήταν καταφανής. Η ανάγκη της πείνας ήταν τώρα έκδηλη. Ο Κύριος θα 'πρεπε να φροντίσει και γι' αυτήν. Θα 'κανε κάτι, που εκ των πραγμάτων δεν φαινόταν καθόλου δυνατό. Η νύχτα πλησίαζε. Δεν υπήρχαν χρονικά περιθώρια για να κινηθεί. Ο αριθμός των νηστικών ανθρώπων ήταν πέντε χιλιάδες μόνο άνδρες, ίσως δεκαπέντε χιλιάδες όλοι μαζί.

Μα για τον Κύριο "τα πάντα είναι δυνατά". Τίποτα δεν μπορεί να Τον περιορίσει. Κινείται άνετα μέσα σε κάθε περιορισμό, του οποίου τα όρια κυριαρχικά μπορεί να μετακινήσει. Μπόρεσε δε όχι μόνο να κάμει το μεγάλο θαύμα Του, αλλά συγχρόνως να δώσει και στους μαθητές Του κάποια μεγάλα μαθήματα και να τους υποβάλει σε εξετάσεις για να δουν κατά πόσο Τον είχαν γνωρίσει καλά στο χαρακτήρα Του και στον τρόπο που σκεφτόταν.

Ρώτησε το Φίλιππο: "Από πού θ' αγοράσουμε ψωμιά για να φάνε όλοι αυτοί;" (εδ. 6) Απ' την απάντηση δε που ο Φίλιππος του 'δωσε: "διακοσίων δηναρίων άρτοι δεν αρκούν, δια να λάβη ολίγον τι έκαστος αυτών" (εδ. 7), φαίνεται πως το πρόβλημα αμέσως αυτός το φορτώθηκε. Αποκόπηκε απ' τον Χριστό, μη λογαριάζοντας διόλου ούτε Αυτόν, ούτε τη δύναμή Του, και πήγε να δώσει μόνος του λύση στο πρόβλημα. Έτσι συνήθως και μεις όλοι σκεπτόμαστε όταν κάποιο πρόβλημα παρουσιαστεί. Τόσο στην προσωπική μας ζωή, μια αρρώστια, μια ανέχεια, μια αναποδιά στην οικογένειά μας κ.λπ., όσο και στο έργο του Θεού, στη ζωή της Εκκλησίας μας.

Η αυτοπεποίθηση του ανθρώπου, που συνοδεύεται πάντα από ανθρώπινο σκεπτικό και η απιστία του στη δύναμη του Κυρίου και στις αγαθές φροντίδες Του για μας, σαν δύο δίδυμες αδελφές, πού μπορεί να μας φέρουν! Βάζουμε τα χέρια μας κάτω μπροστά στο πρόβλημα, και λέμε: "Κύριε, χανόμαστε. Λύση δεν υπάρχει για τούτο το λόγο, για κείνο το λόγο". Κι απελπισμένοι περιμένουμε το χαμό μας.

Όλοι οι άνθρωποι, ιδίως εκείνοι που ποτέ δεν ήρθαν στον Κύριο, έτσι σκέφτονται για όλα και ειδικά για τη σωτηρία της ψυχής τους. Απιστούν στο Λόγο του Θεού, σαν στο μόνο αξιόπιστο στα λεγόμενά του Βιβλίο, ως προς το θέμα αυτό. Απιστούν στον Θεό, σαν σε Θεό αγάπης κι ευσπλαχνίας. Απιστούν στον Χριστό, σαν τον μόνο Σωτήρα που μας δόθηκε, και στη θυσία Του στο σταυρό που μόνη μας σώζει απ' τις αμαρτίες μας. Απιστούν σε κάθε τι που ο Θεός είναι και δίνει, ενώ συγχρόνως πιστεύουν για τον εαυτό τους, πως δεν είναι και πολύ αμαρτωλοί, και στα έργα τους πως μ' αυτά θα μπορέσουν να εξευμενίσουν τον Θεό για να τους σώσει. Γι' αυτό και ποτέ δεν σώζονται, ούτε και πρόκειται, αν συνεχίσουν να σκέφτονται κατ' αυτόν τον τρόπο.

Όμως, με τον ίδιο τρόπο σκεφτόμαστε και πάρα πολλοί από μας τους πιστούς του Χριστού, όσον αφορά στην αύξηση της πνευματικής μας ζωής και την καρποφορία του πνευματικού μας έργου. Παραγνωρίζουμε τον Κύριο και τη Δύναμή Του να μας "χορηγεί όλα τα προς ζωήν και ευσέβειαν", Τον παραγνωρίζουμε και σαν τον Ένα Κύριο του θερισμού, που Αυτός καλεί εργάτες, χρίζει εργάτες, αποστέλνει εργάτες και εργάζεται με το Πνεύμα Του το έργο της βασιλείας Του στις καρδιές των ανθρώπων. Διότι "Ουχί δια δυνάμεως, ουδέ δια ισχύος, αλλά δια του Πνεύματός μου, λέγει ο Κύριος" (Ζαχ. 4:6). Προσπαθούμε με δικές μας δυνάμεις να νικήσουμε κάθε πειρασμό κι αποτυχαίνουμε. Προσπαθούμε με δικές μας δυνατότητες κι εμπνεύσεις και μέσα να κερδίσουμε ψυχές για τον Χριστό, κι όσα κάνουμε μένουν ακαρποφόρητα. Γι' αυτό και κουρασμένοι, σκεφτόμαστε πολλές φορές να κάνουμε άκρη απ' όλα. Εκεί μας οδηγεί η αυτοπεποίθηση κι η απιστία μας, στα όσα ο Κύριος μπορεί να κάμει για μας, κατατάσσοντας έτσι τον εαυτό μας στη Σχολή του Φιλίππου. Έτσι θα ονομάζαμε αυτό τον τρόπο βίωσης της πνευματικής ζωής.

Τη στιγμή εκείνη που ο Κύριος μιλούσε με τον Φίλιππο, δέχτηκε την παρέμβαση ενός άλλου μαθητή, του Ανδρέα, ο οποίος, όπως άκουσε τον Κύριο ν' αναφέρει το πρόβλημα που παρουσιάστηκε, σκέφτηκε κατά ένα τελείως διαφορετικό τρόπο απ' τον Φίλιππο. Το μάτι του είχε ήδη συλλάβει την παρουσία ενός παιδιού στην ομήγυρη, που κρατούσε στα χέρια όλα-όλα πέντε κρίθινα ψωμιά και δύο ψάρια, τα οποία μάλλον προόριζε να δώσει σε κάποια συγγενικά του πρόσωπα, που δούλευαν στους αγρούς. Συγχρόνως ο Ανδρέας διαπίστωσε την προθυμία του παιδιού να τα παραχωρούσε όλα στον Χριστό, πιστεύοντας πως έτσι τα ψωμιά θα 'βρισκαν έναν καλύτερο προορισμό και πως αυτό ήταν το περσότερο που μπορούσε να κάμει κι αυτός, για να τιμήσει τον Κύριο και για την επίλυση αυτού του μεγάλου προβλήματος.

Επωφελούμενος, λοιπόν, ο Ανδρέας τη θέση αυτή του παιδιού, του οποίου ο τρόπος που σκεφτόταν ήταν όμοιος με το δικό του, είπε στον Κύριο: "Εδώ είναι έν παιδάριον το οποίον έχει πέντε άρτους κριθίνους, και δύο οψάρια? αλλά ταύτα τι είναι εις τοσούτους;" (εδ. 9). Σαν να Του 'λεγε: "Κύριε, ό,τι έχουμε θα Σ' το δώσουμε. Πάρε το και μάλιστα όλο. Δεν κρατάμε για μας τίποτα. Για τα υπόλοιπα ψωμιά που θα χρειαστούν, Εσύ θα φροντίσεις. Είναι δική Σου δουλειά. Ας γίνουν, τα λίγα αλλά όλα αυτά τα δικά μας ψωμιά και ψάρια, προζύμι για τη μεγάλη προμήθεια που θα χρειαστεί. Ξέρουμε πως αυτό που κάνουμε, είναι ό,τι χρειάζεσαι και ό,τι παράλληλα Σ' ευχαριστεί. Κύριε, έχε το δρόμο Σου. Δείξε τη θαυματουργική δύναμή Σου".

Τούτο τον τρόπο της σκέψης μας για τον Κύριο και το έργο Του, θα μπορούσαμε να τον ονομάζαμε "Σχολή του Ανδρέα". Πόσο διαφορετική είναι αυτή από την άλλη "του Φιλίππου". Τελείως διαφορετική. Είναι τούτη η Σχολή της Αφιέρωσης και της Πίστης. Είναι ο τρόπος τον οποίο ο Θεός όρισε. Να βρει ανθρώπους που θα Του τα δώσουν όλα και θα περιμένουν με πίστη, Εκείνος να τα πολλαπλασιάσει για να θρέψει αυτούς και χιλιάδες άλλους. Αυτή είναι και η μόνη οδός της γνήσιας ευλογίας του Θεού την οποία η Αγ. Γραφή διδάσκει. Αυτήν δίδαξε ο Χριστός και οι Απόστολοί Του, για να ισχύσει σ' όλες τις εποχές. Το να 'ναι, δηλαδή, ο Κύριος στη ζωή μας ΠΡΩΤΟΣ, αλλά και στο έργο Του ΠΡΩΤΟΣ.

Θα μου πεις ίσως και κάτι άλλο. Κι είχε ανάγκη ο Κύριος απ' τα πέντε ψωμιά και τα δυο ψάρια για να κάνει το Θαύμα Του; Δεν μπορούσε να το κάμει και χωρίς αυτά; Τι τα 'θελε αυτά; Όμως, γεγονός είναι ότι τα 'θελε. Θέλει πάντα να Του δίνουμε πρώτα το δικό μας, το ό,τι έχουμε και το ό,τι είμαστε και μετά να Του λέμε: "Κύριε, την ελαχιστότητα και την αδυναμία μου αναγνωρίζω, τη δε δύναμή Σου πιστεύω".

Σαν άτομα αλλά και σαν Εκκλησίες έτσι πρέπει να κάνουμε, και το πώς Αυτός θα κινηθεί σε συνέχεια για μας και το έργο Του είναι δική Του δουλειά. Η Χριστιανική ζωή έχει ένα κόστος. Δεν έρχεται ποτέ με το αζημίωτο. Το δε κόστος αυτό είναι, ό,τι ο Θεός μας ζητήσει. Είτε μικρό το θεωρήσουμε, είτε μεγάλο. Ο Θεός είναι Θεός ηθικών αρχών. Δε δίνει την ευλογία Του, χωρίς την τήρηση κάποιων όρων που θα μας ζητήσει. Και τότε είναι βέβαιο ότι θα μας ευλογήσει, διότι "είναι πιστός στον εαυτόν Του? να Τον αρνηθή δεν δύναται" (Β' Τιμ. 2:13). Μια χριστιανική ζωή που δεν κοστίζει τίποτα, δεν είναι τίποτα και δεν μπορεί να κάμει τίποτα. Ανήκει στη "Σχολή του Φίλιππου". Όμως αν ανήκει στη "Σχολή του Ανδρέα", που είναι αυτή η της πλήρους αφιέρωσής μας και της αδίσταχτης Πίστης μας στη Δύναμη του Κυρίου, έχει εξασφαλισμένη την ευλογία. Πόσο το εύχομαι, να περάσουμε όλοι μας απ' τα θρανία της!

Ο Κύριος εκείνο το βραδάκι δε ζήτησε την Πίστη μόνο του Ανδρέα, αλλά και όλου του κόσμου που Τον τριγύριζε. Και φαίνεται πως την πήρε. Διότι αφού τους πρόσταξε να καθίσουν κάτω στην πρασιά, ομάδες-ομάδες, περιμένοντας να' ρθει το φαγητό, αυτοί υπάκουσαν. Και τότε το Θαύμα επιτελέστηκε: "Και έλαβεν ο Ιησούς τους άρτους και ευχαριστήσας διεμοίρασεν εις τους μαθητάς, οι δε μαθηταί εις τους καθημένους? επίσης και εκ των οψαρίων όσον ήθελον" (εδ. 11).

Με τη μεγαλύτερη άνεση, στην κατάλληλη ώρα, άσχετα μεγέθους θαύματος που θα χρειαζόταν να γίνει και χωρίς πνεύμα επίδειξης, ο Κύριος παρουσιάζει τον Θεϊκό, Παντοδύναμο Εαυτό Του, που 'ναι συγχρόνως και Πανάγαθος. Μπροστά Του είχε μόνο πέντε ψωμιά και δύο ψάρια, μέχρι τη στιγμή εκείνη, κι απότομα παρουσιάζεται ένας σωρός απ' αυτά, τόσα όσα θα χρειαζόντουσαν για να χορτάσουν οι χιλιάδες αυτές ανθρώπων και να υπάρξουν και περισσεύματα. Άρχισαν όλοι να τρώνε, ενώ συγχρόνως οι ψυχές τους ήσαν γεμάτες έκσταση και δοξολογία στον Θεό.

Μια λεπτομέρεια χαρακτηριστική παρατηρούμε στη σκηνή μας. Τα καρβέλια και τα ψάρια δεν έπεσαν κατ' ευθείαν στη μέση κάθε παρέας, -θα μπορούσε ο Κύριος να 'κανε κι αυτό-, αλλ' έπεσαν όλα μπροστά Του, διότι προόριζε τους μαθητές Του να τα μοιράσουν. Αυτό πάντα συμβαίνει. Ο Κύριος κάνει σ' όλους τους δικούς Του τη μεγάλη τιμή, να 'ναι "συνεργοί Του" στο έργο της βασιλείας Του. Και τούτο για να μας καλλιεργεί την αγάπη μας για τους άλλους, και τούτο για να μας μαθαίνει πως πρέπει να κουραζόμαστε "περισσεύοντες εις το έργον του Κυρίου", ενώ παράλληλα δεν θα ξεχνάμε πως "ο κόπος μας δεν είναι μάταιος εν Κυρίω" (Α' Κορ. 15:58).

Δύο τρόποι, λοιπόν, υπάρχουν να ζήσουμε την πνευματική μας ζωή. Ο ένας είναι να πιστεύουμε πως εμείς θα τα καταφέρουμε να την αυξήσουμε και διατηρήσουμε, κι ο άλλος είναι, απιστώντας στον εαυτό μας τελείως, να παραχωρούμαστε στον Κύριο τελείως και να Του λέμε: "Κύριε, Σου παραδίδομαι. Φτιάξε με και χρησιμοποίησέ με".

Χρειαζόμαστε μια επιστροφή στην Κ. Διαθήκη. Απέχουμε μίλια απ' αυτήν. Όχι, βέβαια, όλοι μας. Ο Κύριος έχει πάντοτε τις "7.000 που δεν έκλιναν γόνυ στον Βάαλ" (Α' Βασ. 80:18). Ο μεγάλος Spurgeon έλεγε: "Οι μεγαλύτεροι εχθροί της Βίβλου είναι κείνοι που λένε πως είναι φίλοι της. Διότι την κατεβάζουν στο δικό τους επίπεδο ζωής για να δικαιολογήσουν τις παραβάσεις τους, αντί ν' ανεβάζουν τον εαυτό τους στο επίπεδο ζωής της Βίβλου". Δεν ήταν ποτέ σχέδιο Θεού η Εκκλησία να 'ναι πεσμένη. Αντίθετα να' ναι ένα Σώμα που θα υπάκουει στην Κεφαλή, στον Χριστό, και θα 'ναι γεμάτο απ' τη δύναμη της Παρουσίας του Θεού. Η Αγ. Γραφή δε γράφτηκε για να φτιάξει μεγάλα κεφάλια, αλλά μεγάλες καρδιές που θ' αγαπούν τον Θεό και τους ανθρώπους. Ο Κύριος καρδιές χρειάζεται. "Το μάτι του περιτρέχει όλη τη γη, για να βρει μια καρδιά τελεία" (Β΄Χρ. 16:9). Αν θα δούμε καλύτερες μέρες θα τις δούμε δια της οδού της Κ. Διαθήκης, δια της Σχολής ΑΝΔΡΕΑ και όχι ΦΙΛΙΠΠΟΥ. Μακάρι να τις δούμε, πριν Τον συναντήσουμε.

Περιεχόμενα

 

Ο Κανών της Αγίας Γραφής /8

του Δημητρίου Καλοποθάκη

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'

Τα βιβλία του Κανόνα της Κ. Διαθήκης

Αφού είδαμε πώς βαθμιαία μεν, αλλά και πολύ νωρίς συγκροτήθηκε ο Κανόνας της Κ. Διαθήκης, ας έλθουμε τώρα και σε μερικές λεπτομέρειες περί αυτών των βιβλίων που συναπετέλεσαν τον Κανόνα.

Ι. Εν πρώτοις, ως προς την σειρά με την οποία κατετάγησαν στον Κανόνα.

Η σειρά αυτή δεν είναι η ίδια σε όλους τους καταλόγους, οι οποίοι βρίσκονται στα συγγράμματα των Πατέρων. Ο Ευσέβιος, όπως είδαμε, κατατάσσει τα βιβλία της Κ.Διαθήκης ως εξής: Τα τέσσερα Ευαγγέλια, τις Πράξεις των Αποστόλων, τις Επιστολές του Παύλου, την Α΄ Καθολική Επιστολή Ιωάννη και την Αποκάλυψη. Κατόπιν απαριθμεί τις έξι Καθολικές επιστολές που ονομάζει αντιλεγόμενες (Ιακώβου, Ιούδα, Πέτρου Α' και Β', και Ιωάννου Β΄ και Γ'). Ο Αθανάσιος (αρχές του 4ου αιώνα) δίνει στην Εορταστική Επιστολή του διαφορετική κατάταξη: Τα τέσσερα Ευαγγέλια, τις Πράξεις, τις επτά Καθολικές επιστολές, τις δεκατέσσερις επιστολές του Παύλου και την Αποκάλυψη, αυτήν δε την σειρά ακολουθεί ο αρχαίος και περιώνυμος Αλεξανδρινός Κώδικας, ο Ιεροσολύμων Κύριλλος, η Σύνοδος της Λαοδικείας, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός και ο Λεόντιος. Οι Συριακοί κατάλογοι τους οποίους παραθέτει ο Ευσέβιος, κατατάσσουν κατά σειράν τα τέσσερα Ευαγγέλια, τις Πράξεις, τρεις Καθολικές επιστολές και τις επιστολές του Παύλου. Στον κατάλογο του Ρουφίνου (4ου αιώνα), η σειρά ήταν όπως την έχουμε σήμερα και αυτήν ακολούθησαν (παραλείποντας την Αποκάλυψη) ο Ναζιανζηνός Γρηγόριος, ο Αμφιλόχιος, και ο Νικηφόρος Κων/πόλεως. Ο Επιφάνιος όμως και ο Ιερώνυμος τοποθετούν τις Πράξεις μετά τις επιστολές του Παύλου. Ο Αυγουστίνος σε μια περικοπή τοποθετεί τις Πράξεις στην τελευταία θέση μετά την Αποκάλυψη, σε άλλη δε περικοπή τις θέτει προτελευταίες, δηλαδή πριν την Αποκάλυψη. Την ίδια σειρά ακολουθεί και ο Ιννοκέντιος Α', επίσκοπος Ρώμης. Τέλος, ο Χρυσόστομος ακολουθεί την ίδια κατάταξη, δηλαδή πρώτα τις δεκατέσσερις Επιστολές του Παύλου, έπειτα κατά σειράν τα τέσσερα Ευαγγέλια, τις Πράξεις, και τέλος τις Καθολικές επιστολές, παραλείποντας την Αποκάλυψη. Η κατάταξη αυτή φαίνεται να βασίζεται μάλλον στην χρονολογική σειρά με την οποία συνεγράφη κάθε βιβλίο.

Ακόμη και η σειρά των τεσσάρων Ευαγγελίων δεν ήταν πάντοτε ομοιόμορφη. Η συνηθέστερη σειρά είναι εκείνη την οποία έχουμε σήμερα και οι περισσότεροι Πατέρες ακολούθησαν αυτήν την σειρά. Όμως ο Τερτυλλιανός τα κατατάσσει ως εξής: α) το Κατά Ματθαίον, β) το Κατά Ιωάννη, γ) το Κατά Λουκάν, και δ) το Κατά Μάρκον, αυτή δε η σειρά υπάρχει στον Κώδικα της Κανταβριγίας (Canterbury).

Τέλος, η σειρά των επιστολών του Παύλου είναι σχεδόν πάντοτε η ίδια, με πρώτη την Προς Ρωμαίους, αλλά σε μερικούς κώδικες η προς Εβραίους τίθεται δέκατη και όχι δέκατη τέταρτη.

ΙΙ. Ως προς τον χρόνο, στον οποίο συγγράφηκαν τα διάφορα βιβλία της Κ.Διαθήκης.

Στο ζήτημα αυτό υπήρξε μεγάλη διαφωνία και μεταξύ των Πατέρων της Εκκλησίας και μεταξύ των νεωτέρων λογίων. Για να μην κουράσουμε τους αναγνώστες μας, αρκούμαστε στο γενικό συμπέρασμα, ότι κατά την γνώμη της μεγάλης πλειονότητας των Πατέρων, πρώτα συνεγράφη το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, έπειτα το Κατά Μάρκο, έπειτα το του Λουκά και τελευταίο, μετά από αρκετό διάστημα, το του Ιωάννη. Και τα μεν τρία πρώτα φαίνεται ότι συνεγράφησαν πριν από το 70 μ.Χ., δηλαδή πριν την καταστροφή των Ιεροσολύμων, διότι ενώ αναφέρουν την πρόρρηση του Κυρίου περί της καταστροφής εκείνης, δεν εκφράζονται με τρόπο που να δείχνει πως η καταστροφή είχε ήδη συντελεστεί. Οι Πράξεις των Αποστόλων δεν συγγράφηκαν πριν από το 63 μ.Χ., αφού ιστορούν τα γεγονότα της πρώτης διετούς φυλάκισης του Παύλου στην Ρώμη (61-63 μ.Χ.), διότι αλλιώς δεν εξηγείται η αποσιώπηση της δεύτερης φυλάκισης του Παύλου και του μαρτυρικού θανάτου του.

Όσον αφορά τις επιστολές του Παύλου, είναι γνωστό ότι η καθιερωμένη σειρά τους στην Κ.Διαθήκη δεν είναι χρονολογική. Διότι είναι βέβαιο πως ο Παύλος έγραψε πρώτα τις δύο Προς Θεσσαλονικείς επιστολές (στην Κόρινθο το 52 μ.Χ.), έπειτα κατά σειρά την Α' Προς Κορινθίους (στην Έφεσο, το 54 ή 55 μ.Χ.), την Β' Προς Κορινθίους (στους Φιλίππους το 56 μ.Χ.), την Προς Γαλάτας και την Προς Ρωμαίους (στην Κόρινθο το 56 μ.Χ.), τις Προς Φιλήμονα, Κολοσσαείς, Εφεσίους και Φιλιππησίους (στην Ρώμη τα έτη 61-63 μ.Χ.), έπειτα την Α' Προς Τιμόθεο (στην Μακεδονία το 65 μ.Χ.), την Προς Τίτο (το 67 μ.Χ.) και την Β' Προς Τιμόθεο (το 68 μ.Χ.). Η Προς Εβραίους εγράφη, κατά τα κοινώς παραδεδεγμένα σήμερα, μετά τον θάνατο του Παύλου (68 μ.Χ.) από κάποιον από τους πλησιέστερους σε αυτόν μαθητές του (Απολλώ, Κλήμης, Λουκάς). Ως προς τις Καθολικές Επιστολές, δεν έχουμε ακριβείς ενδείξεις περί του πότε συγγράφηκαν, είναι όμως βέβαιο ότι συγγράφηκαν αφού πλέον το κήρυγμα του Ευαγγελίου είχε λάβει ευρεία διάδοση, διότι απευθύνονται προς τους απανταχού Χριστιανούς (Εβραϊκής ή Εθνικής προέλευσης). Οι μεταγενέστερες όλων είναι του Ιωάννη, οι οποίες φαίνεται πως ανήκουν στα τελευταία έτη του Αποστόλου στην Έφεσο, δηλαδή στην τελευταία δεκαετηρίδα του Αποστολικού αιώνα. Η Αποκάλυψη όμως χρονολογικά δεν είναι το τελευταίο βιβλίο της Κ.Διαθήκης. Οι λόγιοι που ενδιέτριψαν στην μελέτη της, συνέλεξαν αρκετά στοιχεία που μάς πείθουν ότι συνεγράφη μετά τον διωγμό του Νέρωνα (64-68 μ.Χ.) και λίγο πριν τον Ιουδαϊκό Πόλεμο και την καταστροφή των Ιεροσολύμων (69-70 μ.Χ.), δηλαδή γύρω στα 68 μ.Χ.

Εάν λοιπόν τα βιβλία της Κ.Διαθήκης κατατάσσονταν κατά την σειρά με την οποία εγράφησαν, θα είχαμε περίπου την εξής κατάταξη: Τα κατά Ματθαίο, Μάρκο και Λουκά Ευαγγέλια, τις δύο προς Θεσσαλονικείς, τις δύο προς Κορινθίους, τις προς Γαλάτας, Ρωμαίους, Φιλήμονα, Κολοσσαείς, Εφεσίους, Φιλιππησίους, και προς Τιμόθεο Α' επιστολές, τις Πράξεις των Αποστόλων, τις Καθολικές Επιστολές Ιακώβου, Ιούδα και Πέτρου, τις προς Τίτο, Τιμόθεο Β' και προς Εβραίους, την Αποκάλυψη, το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο και τις Καθολικές επιστολές του Ιωάννη. Το ότι οι πρωτεργάτες του Κανόνα ακολούθησαν άλλη κατάταξη, την γενικώς παραδεδεγμένη, πρέπει να αποδοθεί στις εξής δύο αιτίες: α) πολύ νωρίς φαίνεται πως επικράτησε στην Εκκλησία ο διαμερισμός των ιερών βιβλίων σε δύο ομάδες ή τόμους: 1) στα τέσσερα Ευαγγέλια, δηλαδή την ιστορία της επίγειας διακονίας του Κυρίου, και 2) στις επιστολές των Αποστόλων. Οι δύο αυτές ομάδες ονομάζονταν κοινώς "Το Ευαγγέλιο" και "Ο Απόστολος" και κάθε φορά στην εκκλησία αναγιγνωσκόταν μια περικοπή από μια από τις δύο ομάδες. Γι' αυτό τα τέσσερα Ευαγγέλια, αν και δεν συγγράφηκαν όλα την ίδια εποχή, τέθηκαν μαζί στην πρώτη ομάδα. β) Ως προς τον Απόστολο, επειδή πρώτα οι επιστολές του Παύλου αναγνωρίσθηκαν από όλες τις εκκλησίες ως θεόπνευστα έργα και ποτέ δεν αμφισβητήθηκαν, αναμφίβολα δε κυκλοφόρησαν πρώτες και ευρύτατα μεταξύ των εκκλησιών, τέθηκαν πρώτες κατά σειρά, ενώ ως προς τα έργα των άλλων Αποστόλων γεννήθηκαν κατ' αρχάς αμφιβολίες, οι οποίες διελύθησαν μόνον βαθμιαία. Έτσι, τα έργα αυτά προστέθηκαν στον Κανόνα μεταγενέστερα.

Έμεινε δε τελευταία η Αποκάλυψη για δύο λόγους: αφ' ενός μεν διότι τελευταία, όπως φαίνεται από τις μαρτυρίες των Πατέρων, έγινε γενικώς παραδεκτή ως γνήσιο έργο του Αποστόλου, αφ' ετέρου δε διότι αποτελούσε το μόνο προφητικό βιβλίο της Κ.Διαθήκης και καθώς αφορούσε το μέλλον, θεωρήθηκε λογικό να καταταχθεί στο τέλος του ιερού τόμου.

Πάντως η σειρά της κατάταξης έχει μικρή σπουδαιότητα. Για τους Χριστιανούς προέχει το ζήτημα της αυθεντικότητας και θεοπνευστίας των ιερών βιβλίων της θρησκείας τους.

Γενικώς, τα συγγράμματα των Αποστόλων τέθηκαν από τους Χριστιανούς ευθύς εξ αρχής σε ιδιαίτερη μοίρα. Οι αρχαιότεροι Πατέρες λέγουν ότι έτσι έγιναν παραδεκτά. Τα ονομάζουν "Γραφές" ή "Θείες Γραφές", ή "δοθείσες παρ' έμπνευσιν του Αγίου Πνεύματος". Το μόνο ζήτημα που δημιουργήθηκε περί αυτών ήταν το κατά πόσον ήταν γνήσια έργα των Αποστόλων ή όχι. Από την στιγμή που αυτό απεδείχθη, κανείς δεν αμφισβήτησε ποτέ την θεοπνευστία και αυθεντία τους. Εθεωρούντο ότι κατείχαν την ίδια θέση, όσον αφορά την θεοπνευστία και αυθεντία, με τις Γραφές της Π.Διαθήκης και γι' αυτό ονομάσθηκαν πολύ νωρίς συλλογικά "Καινή Διαθήκη".

Ακόμη και οι περισσότεροι των διαφόρων αιρετικών των πρώτων αιώνων επικαλούνταν, σε ενίσχυση των αιρετικών ιδεών τους, αυτά τα ιερά βιβλία, διαστρεβλώνοντες, εννοείται, και παρερμηνεύοντες τις περικοπές που χρησιμοποιούσαν. Μόνον ελάχιστοι από αυτούς απέρριπταν το κύρος μερικών από τα κανονικά βιβλία ή τα περιέκοπταν, ή πλαστογραφούσαν άλλα, ψευδεπίγραφα βιβλία ως δήθεν έργα των Αποστόλων.

Ακόμη και οι Εθνικοί συγγραφείς, οι οποίοι καταπολέμησαν με τα συγγράμματά τους την Χριστιανική θρησκεία, αναφέρονται πάντοτε στα παραδεδεγμένα βιβλία της Χριστιανικής Εκκλησίας, και όχι στα νόθα έργα που κυκλοφορούσαν τότε. Ο Εθνικός φιλόσοφος Κέλσος, που ήκμασε τον 2ο αιώνα, γράφει (κατά τον Ωριγένη): "Πολλά αν δυνάμην ειπείν περί των κατά τον Ιησούν και δη διάφορα των υπό των οπαδών του Ιησού γεγραμμένων, αλλ'αντιπαρέρχομαι ταύτα". Και σε άλλο σημείο: "Ταύτα μεν προεφέρομεν υμίν εκ των ιδίων υμών γραφομένων". Ο Πορφύριος (κατά τον 3ο αιώνα) έγραψε πολλά κατά της θρησκείας του Ιησού Χριστού. Εν τούτοις, από τις ελάχιστες περικοπές που διεσώθησαν από τα έργα του, βλέπουμε ότι γνώριζε καλά τα τέσσερα Ευαγγέλια. Ο Ιουλιανός ο Παραβάτης ονομάζει ρητά τους Ευαγγελιστές Ματθαίο και Λουκά και αναφέρει διάφορα γεγονότα από τα τέσσερα Ευαγγέλια. Αναφέρει και τον Ιωάννη και λέγει ότι αυτός έγραψε πολύ μετά τους άλλους Ευαγγελιστές.

Εάν λοιπόν υπήρχαν τότε βάσιμοι λόγοι προς αμφισβήτηση του κύρους των κανονικών βιβλίων, βεβαίως τέτοιοι άσπονδοι εχθροί του Χριστιανισμού δεν θα δίσταζαν να επωφεληθούν αυτών των αμφισβητήσεων. Μόνο για το βιβλίο του Δανιήλ επικαλείται ο Πορφύριος τέτοια αμφισβήτηση. Αφού λοιπόν κανείς από τους πρώτους πολέμιους του Χριστιανισμού δεν προέβαλε καμία αμφισβήτηση περί των κανονικών βιβλίων της Κ.Διαθήκης, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι αυτά δεν ήταν αμφισβητούμενα την εποχή εκείνη.

Όχι μόνο αυτό, αλλά είναι βέβαιο πως τα κανονικά βιβλία της Κ.Διαθήκης, τα οποία διαθέτουμε σήμερα, είχαν τότε στους πρώτους αιώνες το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με το σημερινό. Όταν συγκρίνουμε την πληθώρα των περικοπών που αναφέρουν οι Πατέρες της Εκκλησίας από τα βιβλία της Κ.Διαθήκης, με τα κείμενα που διαθέτουμε, βλέπουμε πως τα κείμενα αυτά δεν υπέστησαν καμία παραλλαγή ή αλλοίωση δια μέσου των αιώνων. Αν εξαιρέσει κανείς λίγα εδάφια, τα οποία επικαλούνται ορισμένοι Πατέρες λίγο εκ μνήμης, όπως φαίνεται, με λέξεις διαφορετικές από εκείνες του πρωτοτύπου, αλλά ουσιαστικά με την ίδια έννοια, οι Πατέρες αναφέρουν τις περικοπές από τις Γραφές πάντοτε αυτολεξεί και απαράλλακτα. Και όπως είπε κάποιος λόγιος, εάν σήμερα χανόταν το κείμενο της Κ.Διαθήκης, θα μπορούσε να αποκατασταθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου από αυτές τις περικοπές που είναι διάσπαρτες στα συγγράμματα των Πατέρων.

Εκτός όμως από αυτές, έχουμε και τις διάφορες μεταφράσεις των πρώτων αιώνων, οι οποίες πιστοποιούν και αυτές το αυθεντικό κείμενο των ιερών βιβλίων. Και τέλος, έχουμε εκατοντάδες και χιλιάδες χειρογράφων της Κ.Διαθήκης, τα οποία εγράφησαν σε διάφορες εποχές, από τον 4ο μέχρι τον 15ο αιώνα, και των οποίων τα κείμενα συμφωνούν σε όλα τα ουσιώδη σημεία με το σήμερα παραδεδεγμένο κείμενο.

Ανακεφαλαιώνοντας, μπορούμε να πούμε γενικώς ότι η Εκκλησία καθοδηγήθηκε στον καταρτισμό του Κανόνα, δηλαδή στην διάκριση των θεόπνευστων βιβλίων, βασιζόμενη στην γνώμη των πρώτων Χριστιανών και των αρχαιοτέρων Πατέρων. Ο διακεκριμένος Ρωμαιοκαθολικός θεολόγος Huet διετύπωσε σωστά το αξίωμα, ότι στο ζήτημα του Κανόνα "κάθε βιβλίο είναι θεόπνευστο και γνήσιο έργο των Αποστόλων, το οποίο θεωρήθηκε ως τέτοιο από εκείνους που έζησαν πλησιέστερα προς την εποχή στην οποία εγράφη, και στην συνέχεια από εκείνους των μετέπειτα αιώνων."

Όμως η αξίωση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ότι αυτή καθόρισε με την αυθεντία της τον Κανόνα τόσο της Π. όσο και της Κ.Διαθήκης, είναι αστήρικτη. Ορισμένοι από τους θεολόγους της Εκκλησίας εκείνης δεν δίστασαν να διακηρύξουν ότι η Αγία Γραφή έλκει το κύρος της από την Εκκλησία (εννοείται από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία). Ο Heumann λέγει ότι "οι Ιερές Γραφές, χωρίς την Εκκλησία, δεν έχουν περισσότερο κύρος από τους μύθους του Αισώπου".

Ο Baillie διακηρύσσει ότι "δεν θα απέδιδε περισσότερη αξιοπιστία στον Ματθαίο απ' ότι στον Λίβιο, αν δεν τον εξανάγκαζε σε αυτό η Εκκλησία". Με αυτό το πνεύμα εκφράσθηκαν και ο Bellarmine και άλλοι έγκριτοι Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι. Όχι λιγότερο υπερβολικές υπήρξαν οι γνώμες ορισμένων Προτεσταντών θεολόγων, οι οποίοι, απομακρυνόμενοι από τις ακρότητες αυτές των Ρωμαιοκαθολικών, κατέληξαν στο άλλο άκρο ισχυριζόμενοι, πως η κυριότερη, αν όχι η μοναδική, απόδειξη της θεόπνευστης αυθεντίας των Ιερών Γραφών είναι η εσωτερική απόδειξη, οι εσωτερικές λεγόμενες ενάργειες που προκύπτουν από την ανάγνωση των ιερών κειμένων. Βεβαίως, οι εσωτερικές αυτές ενάργειες υπάρχουν και είναι αρκετά πειστικές. Είναι δε αναμφισβήτητο, πως όταν ο νους του μελετητή των Γραφών είναι αρκούντως φωτισμένος και πνευματικός, αντλεί από την μελέτη τους την μάλλον ακράδαντη πεποίθηση περί της αλήθειας και της θεοπνευστίας τους. Αλλά ότι κάθε Χριστιανός σε κάθε αιώνα θα ήταν σε θέση υπό το φως μόνο της εσωτερικής ενάργειας να διακρίνει ασφαλώς και αλάνθαστα μεταξύ θεοπνεύστων και μη θεοπνεύστων συγγραμμάτων, δεν είναι ούτε λογική, ούτε ασφαλής και ακίνδυνη υπόθεση. Και ότι ο γνώμονας αυτός δεν είναι αλάνθαστος, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι αμέσως κατά τους πρώτους χρόνους του Χριστιανισμού, δηλαδή αμέσως μετά τον θάνατο των Αποστόλων, πάμπολλοι Χριστιανοί διάβαζαν με την ίδια ευλάβεια και την ίδια κατάνυξη αφ' ενός μεν τα Αποστολικά συγγράμματα, αφ' ετέρου δε τον Ποιμένα του Ερμά και άλλα παρόμοια θρησκευτικά αλλά μη θεόπνευστα έργα εκείνης της εποχής.

Όμως όχι λιγότερο παράλογη είναι η αξίωση ότι οι Ιερές Γραφές οφείλουν το κύρος τους στην Εκκλησία και ότι, χωρίς την σφραγίδα και έγκριση της Εκκλησίας, δεν θα είχαν αυθεντία ή θεοπνευστία. Για να κατανοηθεί αυτό, αρκεί να θυμηθούμε ότι από την αρχή, προτού οποιαδήποτε Εκκλησία ή Σύνοδος αποφανθεί περί της κανονικότητας (δηλαδή, θεοπνευστίας και αυθεντίας) οιουδήποτε βιβλίου της Κ.Διαθήκης, οι Πατέρες επικαλούνται στα συγγράμματά τους τις "ιερές Γραφές" ή αυτό ή εκείνο το βιβλίο των Γραφών, ως το απόλυτο κριτήριο, τον υπέρτατο γνώμονα σε κάθε θρησκευτικό ζήτημα. Οι Πατέρες, οι οποίοι επί τέλους αντιπροσώπευαν και αυτοί την Εκκλησία ή τουλάχιστον το διανοούμενο μέρος της Εκκλησίας, αναγνώριζαν ήδη από την αρχή μια ανέκκλητη αυθεντία, ένα υπέρτατο κύρος στα Αποστολικά συγγράμματα, το οποίο δεν αναγνώριζαν ούτε στα δικά τους ή τα συγγράμματα των άλλων. Και το κύρος αυτό συνίστατο όχι σε κάτι άλλο, παρά στο ότι τα Αποστολικά συγγράμματα ήταν τα έργα των μαθητών του Χριστού, οι οποίοι ήταν άνδρες θεόπνευστοι με έναν τρόπον με τον οποίο κανείς άλλος δεν ήταν θεόπνευστος. Πώς λοιπόν είναι δυνατό να πούμε ότι η Εκκλησία προσέδωσε Θεία αυθεντία και κύρος στα Αποστολικά συγγράμματα, ενώ η Εκκλησία υπήρξε απλώς μάρτυς αυτής της αυθεντίας; Ο μάρτυς δεν δημιουργεί ένα γεγονός, απλώς το επιβεβαιώνει. Άλλωστε, αυτή η ίδια η Εκκλησία, δηλαδή το σύνολο όσων επίστευσαν ανά τους αιώνες στον Ιησού Χριστό, είναι οικοδομημένη "επί τω θεμελίω των αποστόλων και προφητών", δηλαδή των Ιερών Γραφών. Ώστε οι Ιερές Γραφές δεν οφείλουν το κύρος τους στην Εκκλησία, αλλά η Εκκλησία οφείλει το κύρος της και την ίδια την βάση της στις Γραφές.

Απόδοση: Θεοφάνης Γραμμένος

Περιεχόμενα

 

"ΤΟ ΚΟΜΜΑΤΙ ΠΟΥ ΛΕΙΠΕΙ"


Ο Θεός ξανάφτιαξε τη ζωή της, μα σαν το πολύτιμο βάζο της, έλειπε ένα κομμάτι…

Η πεθερά μου μου είχε δώσει ένα βάζο. Ήταν ένα όμορφο, μακρύλαιμο, κάτασπρο σαν το γάλα βάζο με ανάγλυφα κι επίχρυσα περιγράμματα. Όσο θυμόμουνα δεν ήταν τόσο πολύτιμο σε κανέναν άλλο όσο σε μένα. Ανήκε στη θεία της πεθεράς μου, που τα' αγαθά της και η κινητή περιουσία της μοιράστηκαν και διατέθηκαν μετά το θάνατό της.

Καθώς πήρα το πολύτιμο απόκτημά μου στο σπίτι, σκέφτηκα όλα τα πιθανά μέρη που θ' αναδείκνυαν τη χαριτωμένη του γραμμή και το όμορφο σχέδιό του. Είκοσι φορές τη μέρα το μετακινούσα την πρώτη βδομάδα και τελικά αποφάσισα πως χρειαζόταν μια ειδική θέση - καμωμένη για την περίπτωση αυτή που να διατηρεί και να εκθέτει το βάζο μου. Σκέφτηκα μια όμορφη γωνιά με ειδική σκευοθήκη, με ανάλογο φωτισμό και ντυμένη με μαύρο βελούδινο φόντο. Μέχρις ότου όμως γινόταν αυτό, το βάζο μου έπρεπε να περιμένει στο πεζούλι του τζακιού.

Δεν ήταν βέβαια ικανοποιητική αυτή η λύση: Γιατί το ράφι ήταν πολύ στενό κι η ταπετσαρία του τοίχου είχε το δικό της σχέδιο. Αλλ' αυτή ήταν η θέση του για τώρα. Κι εκεί έμεινε.

Μια μέρα, λίγους μήνες αργότερα, χτύπησε το τηλέφωνο. Άφησα τα δυο μικρά μου παιδιά να παίζουν κι έτρεξα στο διπλανό δωμάτιο ν' απαντήσω το τηλέφωνο. Ήταν η πεθερά μου. Για να μην τα πολυλογώ, ακουγόταν ενθουσιασμένη. Όταν μπόρεσε να ηρεμήσει μου είπε πως βρισκόταν σ' ένα πολυτελές και ακριβό κατάστημα, στον όροφο με τις πορσελάνες και… αν μπορείς μάντεψέ το! Μπροστά της κι επάνω σ' ένα τραπέζι ήταν ένα βάζο σαν το δικό μου αλλά μικρότερο. Φαίνεται πως είχαν φτιαχτεί ειδικά για κάποια έκθεση. Ένας μικρός αριθμός είχε βγει μονάχα, γι' αυτό και ήταν πανάκριβα. Με συμβούλεψε να σηκώσω γρήγορα το βάζο και να το βάλω σε κάποιο μέρος ασφαλέστερο, ώστε τα παιδιά να μη μπορούν να το φτάσουν. Αφού τη διαβεβαίωσα πως θα το έκαμνα, έβαλα το τηλέφωνο στη θέση του, θαμπωμένη μάλλον από την πληροφορία πως "το πολύτιμό μου βάζο" ήταν πράγματι πολύτιμο!

Καθώς άνοιξα την πόρτα του δωματίου όπου είχα αφήσει τα παιδιά μου να παίζουν, άκουσα ένα θόρυβο! "Το κακό είχε γίνει", ενώ έπαιζαν έριξαν το βάζο κάτω κι έσπασε. Εκεί κειτόταν στην άκρη του τζακιού σε "χίλια κομμάτια". Δεν πίστευα στα μάτια μου, μετά γύρισα και χωρίς να βγάλω μιλιά πήγα να φέρω το φαράσι και τη βούρτσα. Το βάζο μου… πάει… έσπασε! Τι θα έλεγε η πεθερά μου;

Η σιωπή μου δε βάσταξε για πολύ και καθώς μάζευα τα κομμάτια αράδιασα μερικές ξεγυρισμένες λέξεις στα παιδιά μου. Αν και δεν ήταν δικό τους το λάθος στην πραγματικότητα, εγώ όμως είχα πληγωθεί. Νομίζω πως έτσι συμβαίνει όταν πληγωνόμαστε - πληγώνουμε κι εμείς τους άλλους.

Κοίταξα όλα εκείνα τα κομμάτια της κάτασπρης πορσελάνης στο ουρανί μου φτυάρι κι έκλαψα. Συνέχισα να κλαιω κι όταν άπλωνα μια εφημερίδα στο τραπέζι και κάθισα κάτω μ' ένα σωληνάριο κόλλας ειδικής για πορσελάνες. Έκλαψα ακόμα περισσότερο καθώς άρχισα την πολύωρη και δύσκολη δουλειά, να παίρνω τα κομματάκια, να τα ταιριάζω και να τα κολλώ, στην προσπάθειά μου να ξαναφτιάξω το όμορφό μου βάζο. Όταν όμως η δουλειά μου τέλειωσε, είχα και πάλι ένα κάτασπρο και καλλίγραμμο βάζο. Το μόνο πρόβλημα ήταν πως είχα ένα κομματάκι που περίσσευε και μια τρύπα στο βάζο. Όσο σκληρά κι αν προσπάθησα δεν μπόρεσα να κάμω το κομματάκι αυτό να εφαρμόσει στην τρύπα. Έτσι θα είχα ένα βάζο με μια τρύπα, ένα βάζο που θ' αποδεικνυόταν πως θα ήταν πολύ πιο πολύτιμο από πριν.

* * *

Ακόμα έχω το βάζο. Είναι τοποθετημένο σε μια γωνιά πάνω σε σκευοθήκη κι ο λόγος που μου είναι περισσότερο πολύτιμο είναι τα μαθήματα που με δίδαξε αυτό.

Το βάζο μου μου μιλά για τη ζωή. Και πως αυτή είναι πολύτιμη. Σχεδιάζουμε τόσα πολλά που θέλουμε να τα πετύχουμε στη ζωή μας. Ξοδεύουμε χρόνο αποφασίζοντας πού να χρησιμοποιήσουμε τη ζωή μας καλύτερα. Μετά, κάποια μέρα κάτι συμβαίνει. Εκεί κείται η ζωή, τα πάντα σπασμένα κομμάτια, που ποτέ δεν πρόκειται να ξαναγίνουν όπως πριν. Αυτό μπορεί να συμβεί κατά "χίλιους" διαφορετικούς τρόπους. Μια αρρώστια που κουρελιάζει τα όνειρά μας, ένας διαλυμένος γάμος που καταλήγει στο αίσθημα της εγκαταλείψεως, ένα ατύχημα, ένας θάνατος, οποιαδήποτε κι αν είναι η αιτία, το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο: Μια ζωή κομματιασμένη, που χρειάζεται επιδιόρθωση.

Στη δική μου περίπτωση ήταν ο θάνατος, που κατάφερε να συντρίψει σε κομμάτια τον ευτυχισμένο ,ασφαλή και σίγουρό μου κόσμο. Ήταν ο θάνατος της κόρης μας, σχεδόν είκοσι ενός χρόνων, στο κατώφλι της ολοκληρωμένης γυναίκας και σταδιοδρομίας της.

Μ' ένα απλό πράγμα σαν το κουδούνισμα του τηλεφώνου ο κόσμος γκρεμίστηκε γύρω μας. Είχε γίνει κάποιο δυστύχημα κι η κόρη μας ήταν νεκρή. Δεν έχει σημασία πώς εσύ ερμηνεύεις τη λέξη αυτή, το γεγονός είναι ένα: ότι σου συγκλονίζει τα θεμέλια της ψυχής σου.

Ζαλισμένοι, σαν παρατηρητές που κάθονται στις πίσω θέσεις, και παρατηρώντας το γεγονός χωρίς καμιά ενεργό συμμετοχή, ασχοληθήκαμε μ' όλα τα τυπικά της κηδείας, γράμματα, τηλεφωνήματα, τακτοποίηση των ρούχων. Μετά ήρθαν τα δάκρυα. Έκλαψα καθώς άρχισα να μαζεύω και να ενώνω τα μέλη της οικογενείας μου. Ακόμα έκλαιγα καθώς μάθαινα πως, αντιμετωπίζοντας το θάνατο ενός αγαπητού σου προσώπου, όλος ο πόνος, η λύπη, τα ερωτήματα κι ο κλονισμός έρχονται μ' ένα αίσθημα ότι έχεις κερδίσει κάτι θαυμαστά πολυτιμότερο από αυτό που θα μπορούσες ποτέ να σκεφτείς.

Έμαθα πως το ζωτικό μέρος στο μάζεμα των κομματιών της ζωής και της αναδημιουργίας της το έχει το πρόσωπο του Ιησού. Ότι Αυτός είναι όλα αυτά που έκαμε, κι εκείνα που δίδαξε. Ήταν η αγάπη του Θεού που έστειλε το μονογενή Του Γιο να πεθάνει. Άρχισα να μαθαίνω τι μεγάλη αγάπη είναι αυτή! Δε θα μπορούσα α προγραμματίσω το θάνατο της κόρης μου, έστω κι αν ατό θα έσωζε κάποιον! Αλλά ο Θεός σχεδίασε το θάνατο του Γιου Του. Ήξερε στην παντογνωσία Του πως πολλοί δεν θα Τον πρόσεχαν, ούτε την αγάπη Του, τα παθήματά Του ή το δώρο Του. "Αυτός είναι ο Ιησούς Χριστός που σηκώνει τις αμαρτίες όλου του κόσμου", τέλεια αγάπη και αδέσμευτη. Μπορείς να δεχτείς αυτό το δώρο της αγάπης Του ή να το απορρίψεις, η ευθύνη είναι δική σου.

Έμαθα πως ο Ιησούς πραγματικά κάνει εκείνο που λέει: "Ο,τιδήποτε κι αν ζητήσουμε στο όνομά Του θα το κάμει". Ω ναι, είχα πιστέψει στην απαντημένη προσευχή από τότε που είχα γίνει χριστιανή κι αυτή ήταν τόσο αγαπητή και προσωπική πείρα.

Μετά ήρθαν οι ατέλειωτες μέρες μοναξιάς που ακολούθησαν την ταραχή. Παρ' όλα αυτά είμασταν προνομιούχοι. Προσευχόμουν: "Κύριε, δε μπορώ να το αντέξω. Στείλε μου κάποιον ή κάτι να με βοηθήσει σ' αυτές τις δύσκολες στιγμές". Το κουδούνι της πόρτας θα κουδούνιζε ή το τηλέφωνο θα χτυπούσε. Ακόμα έμαθα να είμαι ευγνώμων για ένα γεμάτο από ρούχα πλυντήριο, γιατί αυτό θ' απασχολούσε το μυαλό μου για λίγο. Πολλές φορές αυτή μου η προσευχή είχε απαντηθεί, φέρνοντάς μου πάντα ανακούφιση, παρηγοριά και συντροφιά.

Έμαθα πως μπορείς να ευχαριστείς τον Θεό σε κάθε κατάσταση ξέροντας πως αυτό είναι το θέλημά Του για σένα. Όχι πως το καταλαβαίνεις πλήρως, μα γιατί ο Θεός, μ' εκείνη την αγάπη που μονάχα ένας Ουράνιος πατέρας μπορεί να δώσει στα παιδιά Του, τόσο τέλεια το έχει σχεδιάσει. Η κόρη μου Cherylyn κι εγώ είχαμε καθίσει μαζί στην Εκκλησία την τελευταία Κυριακή που ήταν ζωντανή. Ο ιεροκήρυκας μιλούσε για αγάπη - πόσο δύσκολο είναι σε μας να πούμε: "Αγαπάω τον Ιησού".

Μετά ο ιεροκήρυκας είπε, με φωνή γεμάτη πάθος, "Ω, γιατί να μη μπορούμε να λέμε στους ανθρώπους πως τους αγαπούμε". Περπατούσε στο νεκροταφείο της Εκκλησίας, μας είπε, κοιτάζοντας τις ταφόπετρες. Και είδε μια επιγραφή που έλεγε: "Αν αγαπάς κάποιον, πες το, πες του το δυνατά, και λέγε το συχνά - γιατί όταν πεθάνει δεν θα μπορείς να του πεις "σ' αγαπώ" ποτέ πια".

Αυτά τα λόγια μου έφεραν ανησυχία εκείνη τη στιγμή. Καθώς επιστρέφαμε στο σπίτι μετά την Εκκλησία, η κόρη μου κι εγώ εκφράσαμε την αγάπη μας. Ζητήσαμε συγγνώμη γιατί δεν το κάναμε αυτό συχνότερα και τακτοποιήσαμε όλα εκείνα τα μικρά πραγματάκια που μας πληγώνουν μερικές φορές.

Μετά από την είδηση του θανάτου της, ρώτησα τον Θεό αν υπήρχε τίποτε μεταξύ μας. Τι θαυμαστό πράγμα να ξέρω πως στην αγάπη Του, ο Θεός μας το είχε φροντίσει έτσι, ώστε να μπορώ ν' απαντήσω με βεβαιότητα. Όχι! Είχαμε τακτοποιηθεί ακριβώς στην ώρα. Πόσο δοξάζω τον Θεό για εκείνη την πολύτιμη ανάμνηση.

Θυμάμαι? τη στοίβα των πραγμάτων της κόρης μου στην τραπεζαρία δεμένα με μια ταξιδιωτική κουβέρτα, με λεκέδες από λάσπη, γυαλιά και αίμα. Κι εκεί πάνω βρισκόταν της Cherry το "Καθημερινό Φως" (Daily Light), ένα μικρό βιβλιαράκι με μερικά εδάφια από την Αγία Γραφή, για την πρωινή και βραδινή μελέτη κάθε μέρας του χρόνου. Υπήρχε ένα λαστιχάκι στη σελίδα πριν από την ημέρα που πέθανε. Καθώς διάβασα τον τρόπο με τον οποίο ο Θεός της είχε μιλήσει εκείνο το πρωινό, η καρδιά μου γέμισε από θαυμασμό για τον τρόπο που ο Θεός ετοίμαζε τα παιδιά Του για το επόμενο βήμα τους. Αυτά ήταν μερικά από τα λόγια της μέρας εκείνης: "Θάρρει, θυγατέρα μου, πρόσεχε να μένης ήσυχη: μη φοβηθής, μηδέ δειλιάσης? ησύχασε και γνώρισε ότι Εγώ είμαι ο Θεός. Δεν σοι είπον, ότι εάν πιστεύσης, θέλεις ιδεί την δόξαν του Θεού;".

Σήμερα η οικογένειά μας είναι περισσότερο πολύτιμη σε μένα. Ένα μέλος της λείπει, αλλά αυτά που είναι ακόμα εδώ έχουν αποκτήσει ένα καινούριο νόημα. Έχω μάθει στ' αλήθεια πόσο πολύτιμοι θησαυροί είναι. Το ν' ακούς τα παιδιά να μαλώνουν και να ευχαριστείς τον Θεό γιατί είναι γερά και σε θέση να το κάμουν! Το να κλείνει με βρόντο κάποια πόρτα, ή να βλέπεις τη θέα ενός βρώμικου, μα ευτυχισμένου παιδιού ν' αφήνει ίχνη λάσπης στο καθαρό πάτωμα. Το ν' ακούς τη φωνή κάποιου μέλους της οικογένειας απ' την άλλη άκρη του τηλεφώνου. Το ν' απολαμβάνεις το μάζεμα της οικογένειας γύρω απ' το τραπέζι μετά από την εργασία της ημέρας και το σχολείο, δεν είναι πια για μένα πράγματα που τα παίρνω σαν δεδομένα. Είναι κάτι για το οποίο είμαι ευγνώμων.

Το να λέμε συχνά "σ' αγαπώ", ώστε να μη χωράει αμφιβολία πως ο ένας αγαπά τον άλλον. Το να έχεις μια στοίβα από λερωμένες κάλτσες κι ένα ακατάστατο δωμάτιο να καθαρίσεις. Όλα τούτα, που κάποιος θα τα 'παιρνε σαν μια ρουτίνα, εγώ δεν τα θεωρώ τέτοια πια. Αυτά μου είναι τα πολύτιμα πράγματα της ζωής.

Ο Σωτήρας μου Χριστός μου είναι περισσότερο πολύτιμος, γιατί μου έδειξε τα πράγματα που πάντοτε έλεγα πως πίστευα να τα πειραματισθώ. Κι Εκείνος ανέλαβε τα πάντα εξ ολοκλήρου, καθώς το υποσχέθηκε.

Ακόμα κλαίω, μα τα δάκρυά μου τώρα είναι δάκρυα χαράς, καθώς βλέπω τον Θεό να χρησιμοποιεί τον θάνατο της κόρης μου για ν' αγγίξει με το μήνυμα του Ευαγγελίου κι άλλους ανθρώπους.

Το σπασμένο μου βάζο ξανακολλήθηκε, μα το κομμάτι που λείπει θα μου είναι πάντα μια πολύτιμη ανάμνηση.

Marilyn Rowlandson (Περιοδικό Decision)

Απόδοση: Άννα Μπλιάτη

Περιεχόμενα

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Αρχή ] Πάνω ] Βιβλικό Μήνυμα ] GREEK EVANGELICAL CHURCH ] Συχνές Ερωτήσεις ]
Send mail with questions or comments about this web site. to webmaster- Copyright © 2006 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Last modified: 04/11/2006