ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Αρχή ] Πάνω ] Βιβλικό Μήνυμα ] GREEK EVANGELICAL CHURCH ] Συχνές Ερωτήσεις ]


ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2000


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  1. Η Πνευματική Φωτιά                  

  2. Η Αγωνία της Αγάπης                 

  3. Τετράδια του Αστέρα: Η Κενωτική Θεωρία της Ενσάρκωσης          

  4. Ο Εκλεκτός Λατρευτής του Θεού και η Περιουσία του            

 

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΦΩΤΙΑ

του Μ. Β. Κυριακάκη

 «Πυρ ήλθον να βάλω εις την γην και τι θέλω εάν ήδη ανήφθη;» Λουκάς 12:49

 

 Φωτιά ήλθα να βάλω στη γη λέει ο Κύριός μας. Και την έβλεπε ότι είχε ανάψει. Τι είδους φωτιά είναι; Είναι φανερό ότι εννοούσε πνευματική φωτιά. Όπως ξέρουμε η φωτιά υπήρξε ανέκαθεν ένα σύμβολο. Χρησιμοποιήθηκε για να παραστήσει κάποια ιδιότητα ή εκδήλωση του Θεού. Μετά την παρακοή των πρωτοπλάστων και την έξωσή τους από την Εδέμ, ένα πύρινο σπαθί, από το οποίο ξεπηδούσαν φλόγες, τέθηκε στα χέρια των Χερουβείμ για να φυλάττουν την ανατολική είσοδο του Παραδείσου.

¸πειτα ο Μωυσής είδε να του αποκαλύπτεται ο Θεός σαν φωτιά στη βάτο που εκαίετο, αλλά δεν κατεκαίετο. Οι φλόγες ήσαν εκεί αλλά η βάτος δεν εκαίετο. ¹ταν η παρουσία του Θεού. Η ίδια παρουσία του Θεού φανερώθηκε σαν μία στήλη φωτιάς  μέσα τη νύχτα όταν οι Ισραηλίτες πήραν δρόμο για τη γη Χαναάν.

Ο προφήτης Ηλίας επάνω στην κορυφή του Καρμήλου προκάλεσε τους ψευδοπροφήτες του Βάαλ και τους αποστόμωσε όταν εζήτησε την επέμβαση του Θεού και ο Θεός εφανέρωσε την παρουσία Του με ένα καταρράκτη από φλόγες. Η πνευματική φωτιά που ο Χριστός άναψε έχει τρεις συγκεκριμένες ιδιότητες: είναι η φωτιά που καθαρίζει, η φωτιά σαν ενέργεια και η φωτιά που εξολοθρεύει. Οι επιστήμονες εξ άλλου καθορίζουν τα φυσικά συστατικά της φωτιάς ως εξής. Τη θερμαντική, τη χλωρική και τη φωτιστική.

Ι. Η θερμαντική ακτίνα είναι αυτή που παράγει θερμότητα. Στο φυσικό κόσμο τίποτα δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τις θερμαντικές ακτίνες που έρχονται από τον ήλιο. Κάθε μορφή ζωής στον πλανήτη μας οφείλεται στις θερμαντικές ακτίνες που έρχονται από τον ήλιο. Κάθε μορφή ζωής στον πλανήτη μας οφείλεται στις θερμαντικές αυτές ακτίνες. Αυτή λοιπόν η θερμότητα χωρίς την οποία δεν θα υπήρχε ζωή, υλική ζωή, έχει την ανάλογη πραγματικότητα στον πνευματικό κόσμο. Ο Θεός εκπέμπει την πν3ευματική θερμότητα σ’ ένα κόσμο ψυχρό, σκοτεινό, παγωμένο, νεκρό…¼πως ο ήλιος με τις θερμαντικές του ακτίνες δημιουργεί τη φυσική ζωή έτσι ο πνευματικός ήλιος δημιουργεί την πνευματική ζωή. Η έλευση του Χριστού στον κόσμο μας περιγράφεται  σαν «ανατολή εξ’ ύψους». Ο προφήτης Μαλαχίας έτσι αναγγέλλει προφητικά την έλευσή Του: «εις εσάς τους φοβουμένους το όνομά μου θέλει ανατείλει ο ¹λιος της δικαιοσύνης με ίασιν εις τας πτέρυγας αυτού» (Μαλαχίας 4:2).

      Ο Χριστός έφερε στον άνθρωπο τη θερμότητα της αγάπης του Θεού. ¸φερε τη ζωή. Στην παλαιά οικονομία ο Θεός φανερώθηκε σαν δημιουργός με κύρια χαρακτηριστικά την δικαιοσύνη και την αγιότητα. Πολύ λίγο είχε αποκαλυφθεί  η θερμότητα, η αγάπη, η ευσπλαχνία του Θεού. Ο Ιησούς ετόνισε ακριβώς αυτήν την ιδιότητα του Θεού. Τόσο αγάπησε ο Θεός τον κόσμο…Η φλόγα της θείας αγάπης αναζητά τον χαμένο άνθρωπο που είναι νεκρός στην αμαρτία του μέσα για να τον αναζωογονήσει. Περιμένει ο πατέρας με ανοιχτή αγκαλιά για να δώσει ζωή στο χαμένο. Από μακριά εκπέμπει τις ακτίνες της αγάπης του. Και όταν ο χαμένος γιος γυρίζει, τον θερμαίνει μέσα στην αγκαλιά του με τις φλόγες της πατρικής του αγάπης. ¸τσι μπορεί να πει «αυτός ο γιος μου ήταν χαμένος και βρέθηκε, νεκρός και αναστήθηκε…»

Οι δύο μαθητές που εβάδιζαν στο δρόμο για το χωριό Εμμαούς την ημέρα της αναστάσεως του Χριστού, αφού οδοιπόρησαν και συνομίλησαν με τον αναστημένο Χριστό, είπαν ο ένας στον άλλον:«Δεν καιγόταν η καρδιά μας μέσα μας όταν μας μιλούσε στο δρόμο και μας εξηγούσε τις Γραφές;» Είχαν νοιώσει αυτή την φλόγα πριν ανοίξουν τα μάτια τους να αναγνωρίσουν το διδάσκαλο. Η φωτιά έφερνε την θερμαντική της ακτίνα κατ’ ευθείαν από τον ήλιο της δικαιοσύνης που είχε εγερθεί από τον τάφο με ίαση στις πτέρυγές του.

Η αμαρτία είναι ψυχρή, υπολογιστική, σκληρή. Φέρνει την παγωνιά μέσα μας. Η δικαιοσύνη του Χριστού είναι θερμή, φέρνει ζεστασιά και κατανόηση. Το έργο του Χριστού ήταν να μεταφέρει στον κόσμο αυτήν την ζεστασιά της θείας αγάπης. «Εγώ ήλθα για να βάλω φωτιά στην γη!] Στην θερμότητα της αγάπης του αναφέρονται αυτοί οι λόγοι. ¼πως οι άνθρωποι όταν κρυώνουν τρέχουν στην αναμμένη  φωτιά για να ζεσταθούν, έτσι οι ψυχές τρέχουν, μέσα στην παγωνιά της κοσμικής ζωής, να ζεσταθούν από τη φλόγα της αγάπης του.

Την ημέρα της Πεντηκοστής στο ιστορικό ανώγειο στα Ιεροσόλυμα, οι μαθητές του Κυρίου σύμφωνα με την εντολή που τους είχε δώσει, επερίμεναν με πίστη και δέηση. Ξαφνικά ένας θόρυβος ακούστηκε σαν βουή σφοδρού ανέμου. Εγέμισε όλο το σπίτι και ταυτόχρονα πύρινες φλόγες με σχήμα γλωσσών φάνηκαν, στάθηκαν επάνω στους αποστόλους και εγέμισαν όλοι με Πνεύμα ¢γιον. ¸τσι πραγματοποιήθηκε η υπόσχεση του Χριστού ότι το Πνεύμα θα ερχόταν να παραμείνει μαζί τους. Δεν ήταν πια η φωτιά στη βάτο· ούτε η φωτιά σε σχήμα νεφέλης, αλλά η φωτιά μέσα τους. ¼χι απλώς να γνωρίζουμε το Θεό από πάνω μας και μαζί μας· αλλά ο Θεός μέσα μας. Εκείνος που είναι πυρ καταναλίσκον, φωτιά που καίει, να εισέρχεται μέσα μας.

Σε μια εποχή Ψυχρή σαν την δική μας έχουμε ανάγκη από την πνευματική φωτιά. Τα παγκόσμια προβλήματα που απειλούν να φέρουν μία καταστρεπτική κρίση· τα κοινωνικά προβλήματα με τη βία που σαν κύμα σαρώνει και την ασπλαχνία του μηχανικού πολιτισμού μας· με την οικογένεια που έπαψε να είναι η φωλιά και η ξεκούραση αυτών που την αποτελούν, η προσευχή μας πρέπει να είναι να έλθει η πνευματική φωτιά από τον ουρανό.

ΙΙ. Εκτός όμως από τη θερμαντική της ιδιότητα η φωτιά έχει τη δύναμη να μεταβάλλει τη χημική ουσία των πραγμάτων. Αυτήν την ιδιότητα οι ειδικοί την ονομάζουν χλωρική ακτίνα.

Πραγματικά η φωτιά μεταβάλλει το ξύλο σε στάχτη. Λυώνει το ατσάλι και το κάνει υγρό. Τα σκληρά μέταλλα τα μεταμορφώνει. Αλλάζει και το σχήμα και το χρώμα των πραγμάτων.

Αυτή η ιδιότητα, η χλωρική ακτίνα που υπάρχει στις θερμές ηλιακές ακτίνες μεταβάλλει και μεταμορφώνει το ξερό και νεκρό σπόρο σε φυτό, το μπουμπούκι το ανοίγει σε λουλούδι όμορφο και μυρωδάτο. Κάμνει τη χλόη ξερό χορτάρι. Είναι η θαυμαστή ακτίνα που κάμνει τα άχρηστα χρήσιμα και ωριμάζει τα άγουρα. Τους δίνει χυμό και γεύση.

¼ταν ο άνθρωπος έλθει κάτω από την επίδραση αυτής της πνευματικής ακτίνας δεν μένει ο ίδιος. Μεταμορφώνεται. Ωριμάζει. Αποκτά μια νέα γεύση στη ζωή. Φυσικά ο άνθρωπος δεν είναι σαν το φυτό και το χορτάρι. ¸χει προσωπικότητα και βούληση. Αν δεχθεί την ευεργετική επίδραση της πνευματικής φωτιάς απολαμβάνει ευλογία και σώζεται. Αν κρατήσει αρνητική στάση εξοντώνει τον εαυτό του. Δύο ληστές βρέθηκαν στο Γολγοθά σταυρωμένοι δίπλα στον Ιησού. Ο ένας ληστής θερμαίνεται από τον ήλιο της αγάπης και σώζεται. Ο άλλος αποκρούει τη θερμότητα και χάνεται για πάντα στο σκοτάδι της αιωνιότητας.

Η πνευματική φωτιά  παίρνει τον αδύνατο και τον κάμνει δυνατό. Τον ακάθαρτο τον καθαρίζει. Τον αμαρτωλό τον κάμνει άγιο. ¼πως το χρυσάφι καθαρίζεται στη φλόγα έτσι η καρδιά μας καθαρίζεται  στη φλόγα της θείας αγάπης. Ο προφήτης Ιεζεκιήλ εξαγγέλλει την υπόσχεση του Θεού.«καρδίαν νέαν θέλω δώσει εις εσάς και πνεύμα νέον θέλω εμβάλλει εν υμίν» (Ιεζεκ 36:26). ¼ταν αφήσουμε τη φλόγα της θείας αγάπης να εισχωρήσει μέσα μας, θα διαμορφώσει αυτήν την νέα καρδιά. Και όταν διαμορφωθεί μέσα μας αυτή η νέα καρδιά, τότε διαμορφώνεται και ο χαρακτήρας μας και η συμπεριφορά μας. Αν είμαστε αδύνατοι τότε γινόμαστε δυνατοί. Ο δειλός και αναποφάσιστος γίνεται θαρραλέος και σταθερός. Ο ανώριμος ωριμάζει. Ο σκληρός μαλακώνει.

Τι ήταν ο Σίμων Πέτρος όταν τον εκάλεσε ο Χριστός; ¸νας ρευστός και αδύνατος άνθρωπος. Τόσο που δειλίασε και αρνήθηκε τον Κύριό του, όταν τον προκάλεσε η υπηρέτρια στο σπίτι του αρχιερέα την ώρα που δικαζόταν ο Κύριός του. Δείτε τώρα τον ίδιο τον Πέτρο μετά που υπέστη την επίδραση της πνευματικής φωτιάς. Την ημέρα της Πεντηκοστής, αφού η φλόγα του Αγίου Πνεύματος άναψε μέσα του, στέκει σαν βράχος και κηρύττει τον Σωτήρα που πριν λίγες εβδομάδες αρνήθηκε.

Και τι ήταν ο Σαύλος ο διώκτης των χριστιανών; ¸νας σκληρός Φαρισαίος που βάλθηκε να εξοντώσει τους πιστούς. Και όταν η φλόγα που ετύφλωσε τα σωματικά του μάτια έλαμψε μέσα του  έγινε ο πιο θερμός κήρυκας του Ευαγγελίου που πριν εδίωκε.

Το ίδιο μπορεί να γίνει και σ’ εμάς όταν αφήσουμε την αγάπη του Χριστού να μας διαπλάσει.

ΙΙΙ. Η θερμαντική λοιπόν ιδιότητα και η χλωρική, η μεταμορφωτική.

Η τρίτη ιδιότητα της φωτιάς είναι η φωτιστική. Η φωτιστική ακτίνα. Και φυσικά στην πνευματική φωτιά υπάρχει αυτή η βασική ιδιότητα: φωτίζει! Ο Ιωάννης (Α’1:5) μας λέει ότι ο Θεός είναι φως: «Αυτή είναι η μαρτυρία που ακούσαμε ότι ο Θεός είναι φως και σκοτία εν αυτώ δεν υπάρχει ουδεμία». Ο Θεός λοιπόν που είναι «πυρ καταναλίσκον», φωτιά που καίει, φωτίζει το νου φωτίζει τη ζωή και τα πάντα. Λέγει ο Παύλος (Β’Κορ.4:6):«ο Θεός που είπε να λάμψει φως μέσα από το σκοτάδι, αυτός είναι που έλαμψε μέσα στις καρδιές μας, για να φωτισθούμε με τη γνώση της δόξας του Θεού δια του προσώπου του Ιησού Χριστού».

¼ταν οι μαθητές του Χριστού φωτίστηκαν με αυτό το φως, άλλαξαν το ρεύμα της ιστορίας. Και η μαρτυρία τους εξακολουθεί να φωτίζει τους ανθρώπους, που διψούν για φως. Τα γραπτά που μας αφήκαν και τα έχουμε στην Κ.Διαθήκη είναι πηγή φωτός.

Αυτό το φως που είναι ο Χριστός, το φως το αληθινόν, φωτίζει τη ζωή, τις δοκιμασίες και τον πόνο. Και φωτίζει ακόμη και το θάνατο. Και ο ίδιος όταν προσκαλεί μας λέει:

¼στις με ακολουθήσει δεν θα περιπατήσει εις το σκότος, αλλά θα έχει το φως της ζωής. Φως σ’αυτή τη ζωή και φως πέρα, προς την αιωνιότητα…  

 

Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

του κ. Δημ. Βολιώτη

Ψαλμός ξθ:1-21, Ματθαίος κστ:36-56, Λουκάς κβ:44

 Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από μία πνευματική, θρησκευτική και ηθική ύφεση, η οποία εντείνεται μάλιστα με την μεγάλη έξαρση των τεχνοκρατικών επιστημών και της τεχνολογικής επικρατήσεως, σε όλους σχεδόν τους τομείς της ανθρώπινης ζωής και εν γένει της πραγματικότητας. Συχνά λέγεται μάλιστα πως  «η ζωή είναι σκληρή» και θα προσέθετα σε αυτό πως, ο σημερινός άνθρωπος χαρακτηρίζεται από κάποιον στωικισμό και κυνισμό, ακόμη και εάν θεωρεί τον εαυτό του, ή εν πάση περιπτώσει είναι, και Χριστιανός. Σε αυτή την ύφεση και απογοήτευση έρχεται να προστεθεί και μία καταστροφολογία από ορισμένους, που την συνδέουν μάλιστα και με την Χριστιανική μεταφυσική, με αποτέλεσμα η κατάσταση να γίνεται όλο και πιο αποθαρρυντική.

 

Ο τίτλος του άρθρου είναι: «η αγωνία της αγάπης». Η Μεγάλη Εβδομάδα διέπεται από μία έντονη διαλεκτική θεολογία, η οποία χαρακτηρίζει τη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο, τη ζωή, τη διδασκαλία και το έργο του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, καθώς επίσης και την ανθρώπινη ιστορία, ιδιαιτέρως τα τελευταία 2.000 χρόνια.

Θα δούμε λοιπόν πώς η διαλεκτική της «αγωνίας της αγάπης», της «αγωνίας του Θεού εν Χριστώ Ιησού» είναι το μόνο αντίδοτο στην εναγώνια προσπάθεια του ανθρώπου για «μακαριότητα». Χρησιμοποιώ την λέξη αυτή διότι ανταποκρίνεται πιο πιστά σε μια υγιή και αιώνια σχέση με τον Θεό απ’ ότι οι λέξεις ευδαιμονία, ευτυχία ή ευλογία. Φυσικά και δεν γνωρίζουν οι περισσότεροι άνθρωποι πως η διαρκής αναζήτηση στο ταξίδι της ζωής είναι η μακαριότητα, ως η σχέση με τον μόνο αληθινό Θεό, αλλά δανειζόμενοι την λέξη «μακαριότητα» από την Βιβλική διδασκαλία την εφαρμόζουμε και σε κάθε άλλου είδους προσπάθεια και αναζήτηση να λυθεί το ανθρώπινο υπαρξιακό πρόβλημα.

 

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να πούμε σε σχέση με το θέμα και το κείμενο που έχουμε από τον Ευαγγελιστή Ματθαίο είναι πως, η ερμηνευτική της αποκαλυπτικής φιλολογίας του Ιουδαϊσμού ανέμενε τον Μεσσία, τον Κεχρισμένο δηλαδή του Θεού, ο οποίος θα εγκαθίδρυε την επίγεια Βασιλεία  με κέντρο της την Ιερουσαλήμ και τον Δαβιδικό Θρόνο. Αυτός ο Μεσσίας – Βασιλιάς, ο οποίος θα ήταν άνθρωπος, θα ήταν εν δυνάμει ηγέτης και στρατηλάτης και θα έφερνε την ειρήνη και κυριαρχία με το «ξίφος» του. Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος έχοντας μπροστά του το κείμενο του Ευαγγελιστή Μάρκου καθώς επίσης και ό,τι άλλο εγνώριζε, συνθέτει ένα κείμενο το οποίο απηύθυνε κατεξοχήν σε Ιουδαίους – Χριστιανούς. Ο ουσιαστικός στόχος του Ματθαίου είναι να υποδείξει πως ο Ιησούς έχει εκείνα τα διαπιστευτήρια του αληθινού Μεσσία του Ισραήλ, ο Οποίος παρουσιάζεται ως ο υπέρτατος διδάσκαλος και ερμηνευτής του Μωσαϊκού Νόμου και δίδει τις αρχές εκείνες βάσει των οποίων το ακροατήριο του Ευαγγελιστή θα ζήσει ηθικώς. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Εμμανουήλ («Μεθ’ ημών ο Θεός»), ο Οποίος δεν ήλθε να καταλύσει τον Νόμο αλλά να εκπληρώσει ή, γιατί όχι, και να συμπληρώσει. Ο Χριστός είναι για τον Ματθαίο, όπως και για τον Μάρκο, ο Μεσσίας Εκείνος ο Οποίος διακατέχεται από μία όραση: την όραση της Βασιλείας του Θεού, της οποίας είναι ο Ιδρυτής και Εγκαινιαστής Βασιλέας και Κύριος. Στο πρόσωπο του Ιησού εκπληρώνεται η προσδοκία των Ιουδαίων για τον Μεσσία, αλλά με έναν ουκ άνευ τρόπο εκπληρώσεως, καθώς επίσης τελείως διαφορετικό από αυτόν που ανέμεναν οι Ιουδαίοι.

Ο τρόπος αυτός εκπληρώσεως της προσδοκίας τους για τον Μεσσία τους αφήνει το λιγότερο αδιάφορους και το περισσότερο εχθρικούς. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που Τον απορρίπτουν ως έθνος μέχρι το πλήρωμα των εθνών να Τον γνωρίσει (Ρωμ. 11:25-26), οπότε και εκείνοι θα Τον αναγνωρίσουν ως τον Μεσσία τους. Από την αρχή της γεννήσεώς Του ο Ιησούς χαρακτηρίζεται από ανέχεια, αφάνεια, φτώχεια, μη αναγνώριση, ενώ η διδασκαλία Του συναντά κάθε είδους απόρριψη. Η μόνη λύση, τελικώς, γι’ Αυτόν τον «περιπλανώμενο χωριάτη του Βορρά», που ταυτίζεται με κάθε λογής περιθωριακούς και αμαρτωλούς, που στηλιτεύει την στενή ερμηνευτική του Μωσαϊκού Νόμου, που εξευτελίζει την κατά γράμμα εφαρμογή του, που διευρύνει τα όρια του λαού του Θεού, που η όρασή Του για την Βασιλεία του Θεού έχει διαφορετικές αρχές και διαφορετική δομή, που απορρίπτει την θεοκρατία των Ιουδαίων, είναι ο θάνατος.

Ο Ιησούς έχει προ πολλού διαβλέψει την ώρα εκείνη που με το απέραντο σκοτάδι του πάθους και του θανάτου Του θα πλησιάσει η ολοκλήρωση της αφετηρίας της Βασιλείας του Θεού. Η ολοκλήρωση θα έλθει με το απέραντο φως της αναστάσεως. Αλλά η νέα ζωή για όλους προϋποθέτει τον θάνατο του Ενός. Κάτι το οποίο επέρχεται σταδιακά, με όνειδος, αγωνία, πόνο, απόγνωση.

 

Μετά λοιπόν την καθιέρωση της τελετής της Θείας Ευχαριστίας με το Τελευταίο Δείπνο του Ιησού με τους Δώδεκα, ο Μεθ’ ημών ο Θεός («μετ’ αυτών», 26:36) κατευθύνεται στην Γεθσημανή, το «λιοτρίβι» (κυριολεκτική μετάφραση), έναν ελαιώνα, προφανώς, όπου ο Ιησούς θα έλθει με όλη Του την ύπαρξη αντιμέτωπος με το απέραντο σκοτάδι του ανθρώπινου δράματος. Ένα δράμα με πολλές διαστάσεις: ηθική, ψυχολογική, κοινωνική, υπαρξιακή, διάσταση επιβιώσεως με πολιτικο-οικονομικές προεκτάσεις κ.ο.κ. Ένα δράμα που βιώνεται σε φυσικό αλλά και μεταφυσικό επίπεδο. Και φυσικά περιλαμβάνουμε όλες τις διαστάσεις του ανθρώπινου δράματος, της ανθρώπινης ζωής, διότι πολύ απλά ο Ιησούς με την όραση που είχε περί της Βασιλείας του Θεού δεν εννοούσε μόνον τα «πνευματικά», ή εν πάση περιπτώσει την «σωτηρία της ψυχής» από την αμαρτία ώστε μετά τον θάνατο να «μεταβεί η ψυχή στον ουρανό». Η όραση του Ιησού Χριστού για την Βασιλεία του Θεού αφορά σε όλους ανεξαιρέτως τους τομείς της ζωής και της πραγματικότητας γύρω μας.  Δεν οραματίστηκε ο Χριστός μια πνευματική Βασιλεία, αλλά μία Βασιλεία που αγκαλιάζει ολιστικά, με ολοκληρωμένο και πλήρη τρόπο όλους τους επιμέρους τομείς της ζωής.

Όμως ούτε οι Δώδεκα ούτε και οι Τρεις μπόρεσαν να ενισχύσουν, έστω συναισθηματικά, τον Ιησού που προχώρησε μόνος στην απόλυτη ταύτιση με το ανθρώπινο δράμα.

Η προσευχή Του μάλιστα να αποφύγει το «πικρό ποτήρι» δεν ήταν μία διάσταση ανάμεσα στην θεϊκή Του φύση και την ανθρώπινη. Ήταν ένας αγώνας προκειμένου για την τελική Του απόφαση να εγκαταλειφθεί μόνος, χωρίς τον Πατέρα Θεό, μέσα στο απόλυτο και το πλέον οδυνηρό σκοτάδι. Να μείνει μόνος χωρίς την συμπαράσταση των αγγέλων του Θεού, χωρίς την παρουσία του Θεού, χωρίς το φως του Θεού. Είναι ανεπιτυχής η προσπάθεια πολλών θεολόγων να ισχυρίζονται πως μόνον η ανθρώπινη φύση του Χριστού υπέφερε και κατ’ επέκταση μόνον η ανθρώπινη φύση του Χριστού πέθανε. Παρά όμως το μυστήριο της πίστεως, το μυστήριο της ενσαρκώσεως, το μυστήριο του θανάτου και της αναστάσεως του Ιησού Χριστού, θα πρέπει να πούμε κατηγορηματικώς πως ο Θεός από την Παλαιά κιόλας Διαθήκη ενώ φαίνεται να είναι όντως υπερβατικός, ταυτοχρόνως βρίσκεται στην κάθε στιγμή της ιστορίας, ταυτιζόμενος με τον πόνο, την θλίψη, την απογοήτευση, τον φόβο, ταυτιζόμενος με τον αμαρτωλό και τον χαμένο, διατηρώντας ταυτοχρόνως το αλώβητο του Εαυτού Του.  Η φύση του Θεού χαρακτηρίζεται από μία διαλεκτική, το πρόσωπο του τέλειου και αναμάρτητου Θεανθρώπου χαρακτηρίζεται επίσης από μία διαλεκτική, όπου ο υπερβατικός Θεός γίνεται τέλεια επικείμενος ως ενσαρκωμένος, απόλυτα άνθρωπος παρ’ εκτός αμαρτίας.

Ο πόνος του Θεού μέσα στο βιβλίο του Ωσηέ, με την οδυνηρή εμπειρία και την αποκαλυπτική σκέψη του προφήτη, τα παράπονα και η οργή του Θεού κατά την διάρκεια της ιστορίας του Ισραήλ στην Παλαιά Διαθήκη, ο θρήνος Του όταν ο λαός Του Του γυρίζει τα νώτα, η διαταραγμένη σχέση Του με τον λαό Του και την ανθρωπότητα, τα ερωτήματα, τα «ίσως» και τα «εάν» του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη, η συναισθηματική και ευάλωτη γεμάτη λύπη καρδιά Του, τα συχνά θεοφάνειά Του, δεν επιτρέπουν αντιλήψεις περί του Θεού ως να βρίσκεται κάπου μακριά, απρόσιτος, απαθής, να παίρνει ανθρώπινη μορφή και εικόνα (ανθρωπομορφισμός) χωρίς να ταυτίζεται όμως με τον άνθρωπο. Κάποιοι θεολόγοι όλως ανεπιτυχώς διεκήρυξαν πως ο Θεός είναι αυτάρκης. Όχι. Ο Θεός δεν είναι αυτάρκης. Η έννοια αυτή προέρχεται απ’ ευθείας από τους Στωικούς φιλοσόφους και δεν ταιριάζει στον Θεό της Βίβλου ο Οποίος από την φύση Του είναι Δημιουργικός και Κοινωνικός. Ο Τριαδικός Θεός έχει στην φύση Του την απόλυτη δημιουργικότητα και την απόλυτη κοινωνικότητα. Δημιουργεί ώστε να κοινωνεί με τα δημιουργήματά Του και ιδιαιτέρως τον άνθρωπο, όπως κοινωνούν μεταξύ τους τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Συνεπώς, η απομόνωση του Ιησού από τους αγαπημένους Του μαθητές και από τον Πατέρα Θεό προκειμένου εξ’ αγάπης να αντιμετωπίσει ΜΟΝΟΣ το σκοτεινό ανθρώπινο δράμα, Του προκαλεί αληθινή, γνήσια και αναπάντεχη αγωνία που βιώνει μέσα στην ιστορία, εν χρόνω, με όλη Του την ύπαρξη.

 

Και μόλις τώρα θίξαμε το βαθύτερο κίνητρο της υπάρξεως του Θεού και του Ενσαρκωμένου Λόγου, την αγάπη. Ο Αριστοτέλης έλεγε: «Η φιλία υφίσταται όπου η αγάπη είναι αμφίδρομη. Αλλά στην φιλία με τον Θεό δεν υπάρχει περιθώριο για αμφίδρομη αγάπη, άρα δεν υπάρχει περιθώριο για αγάπη. Θα ήταν μάλιστα αδιανόητο εάν κάποιος αγαπούσε τον Δία». Ο Θεός και για τον Αριστοτέλη είναι αυτάρκης, η δε άποψή του αυτή οδήγησε στην μεταφυσική αρχή περί του απαθούς Θεού. Αντιθέτως, ο Θεός ιδιαιτέρως των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, διακατέχεται από μεγάλο πάθος για τον λαό Του, πάθος το οποίο συνάδει όχι με την επιθυμία, την εκδίκηση και το κακό. Αλλά πάθος με την έννοια της αγάπης, της ευσπλαχνίας, της ταυτίσεως με τον πόνο και την αγωνία, για το δημιούργημά Του. Αγάπη η οποία δεν υποφέρει, δεν πονά, δεν αγωνιά, δεν θλίβεται, δεν ανησυχεί, δεν είναι αγάπη. Ο Θεός μας δεν είναι τέτοιος Θεός. Δεν είναι Θεός απαθής, ακούνητος, ανέγγιχτος και απρόσιτος. Διότι ο Θεός είναι αγάπη. Διότι ο Χριστός είναι αγάπη. Η αγωνία του Ιησού στην Γεθσημανή είναι η αγωνία όχι της ανθρώπινης φύσεώς Του. Είναι η αγωνία του Προσώπου Ιησού Χριστού. Είναι η «αγωνία της αγάπης». Στην σφαίρα λοιπόν του απαθούς Θεού, ο Χριστός είναι απαθής και ο άνθρωπος homo apatheticus. Ενώ στην περίπτωση του Θεού που διακατέχεται από πάθος για το δημιούργημά Του, ο Χριστός είναι ευσπλαχνικός γεμάτος αγωνία και ο άνθρωπος homo sympatheticus. Το να διακρίνει κανείς σε αυτή την εμπειρία του Χριστού έναν Θεό ο Οποίος δεν υποφέρει, τότε δαινομοποιεί τον Θεό. Το να περιγράφει κανείς τον Θεό ως απόλυτο, τότε δημιουργεί έναν Θεό που είναι ένα εξοντωτικό και εκμηδενιστικό μηδέν. Το να μιλά κάποιος για έναν Θεό που είναι αδιάφορος στον ανθρώπινο πόνο, τότε καταδικάζει τους ανθρώπους σε αδιαφορία και  ασπλαχνία. Ο θεολόγος δε ο οποίος πιστεύει πως οι διάφορες ευσπλαχνικές εικόνες του Θεού που συνοδεύονται από ευσπλαχνικά λόγια και έργα είναι ανθρωπομορφικά και όχι πραγματικά, έχει τοποθετήσει μία θεατρική μάσκα στο φανταστικό πρόσωπο του Θεού που παίζει θέατρο προσποιούμενος την αγάπη, την φιλία και την ευσπλαχνία χωρίς να είναι εκ φύσεως αγάπη, ευσπλαχνικός και φιλικός. Ούτε Στωικός φιλόσοφος είναι ο Ιησούς ώστε να υποφέρει σιωπηλά και αδιαμαρτύρητα τον πόνο, ούτε ανήκει ο Ιησούς στην αίρεση του Δοκητισμού κατά την οποία ο Χριστός εμφανίζεται να υποφέρει και να πεθαίνει χωρίς αυτό να συμβαίνει όντως.

 

Είναι πραγματική λοιπόν η απογοήτευση του ενιαίου προσώπου του Ιησού Χριστού μπροστά στο θέαμα των Τριών αγαπημένων Του μαθητών που κοιμούνται και ακόμη μεγαλύτερη η πίκρα Του όταν ο προδότης Του, τον οποίο έχει αγαπήσει, έχει βοηθήσει, έχει διδάξει και του έχει πλύνει τα πόδια, Τον προδίδει με φίλημα. Ένα έθιμο ένδειξη της φιλίας, της καλοπιστίας και καλής διαθέσεως. Που χρησιμοποιήθηκε όμως στην συγκεκριμένη περίσταση ως πράξη εσχάτης προδοσίας. Στην ανταπόκριση δε του Πέτρου με βία προς αυτούς που συνέλαβαν τον Ιησού, επί προδοσία προς τις θρησκευτικές αρχές του έθνους Του με πολιτικές επίσης προεκτάσεις, ο Ιησούς επιπλήττει τον ορμητικό μαθητή Του προτείνοντας όχι ένα μοντέλο απολύτως ειρηνιστικό αλλά μάλλον αυτό της αποφυγής βίας με κάθε δυνατή προσπάθεια. Μάλιστα, στην δική Του την περίπτωση ο Ιησούς αποφεύγει ακόμη και την πιθανότητα θεϊκής αμυντικής παρεμβάσεως με αγγελικά όντα, καθώς έχει ήδη πάρει την απόφαση να επιτρέψει την κλιμάκωση του πάθους Του. Αυτή δε η κλιμάκωση του πάθους Του και η απόφαση του Ιησού να την αποδεχθεί συνδέεται με το υπερβατικό στοιχείο της διαχρονικότητας του Θεού η οποία καθοδηγεί και κατευθύνει τα κείμενα των Γραφών, μέχρι την στιγμή που ο «καιρός επληρώθη» και ο Υιός του Θεού εν Σαρκί διακηρύσσει και εγκαινιάζει  την Βασιλεία του Θεού. Πρέπει λοιπόν οι Γραφές  να εκπληρωθούν, όχι όμως όπως οι Ιουδαίοι ανέμεναν, αλλά με έναν άλλο μυστικό έως τότε τρόπο ο οποίος συνέθετε κομμάτι της βουλής του υπερβατικού Θεού. Οι στιγμές είναι μοναδικές. Ο υπερβατικός, αιώνιος και άπειρος Θεός, ο Κυρίαρχος του παντός βρίσκεται σε μία διαλεκτική σχέση με τον πόνο, το κακό και την ανθρώπινη βούληση, εν χρόνω. Και επιλέγει το δεύτερο σκέλος της σχέσεως αυτής. Δεν απορρίπτει, ούτε απαρνείται την θεότητά Του. Αντιθέτως η θεότητά Του μαζί με την ανθρωπότητά του ταυτίζονται, εν τω προσώπω Του, τόσο πολύ με το ανθρώπινο δράμα ώστε παραδίδεται πλήρως στους πρωταγωνιστές εκείνους –εμάς όλους δηλαδή- της καταδίκης Του. Ήμασταν όλοι εκεί, εκείνο το θλιβερό και σκοτεινό βραδυνό. Ο Ιησούς ταυτίστηκε με όλους εμάς, με το σκοτάδι το ανθρώπινο, με το δράμα όλων μας ώστε παραδόθηκε στα χέρια μας. Και εμείς Τον καταδικάσαμε και Εκείνος τελικώς εξέπνευσε. Το πάθος όμως και ο θάνατος του Ιησού υποκρύπτει την αναστάσιμη δόξα, το ΟΧΙ του Σταυρού προοιωνίζει το ΝΑΙ της Αναστάσεως και της Βασιλείας του Θεού, διότι το σκοτάδι και ο θάνατος δεν είναι η τελευταία λέξη και η τελευταία πράξη του Θεού. Αντιθέτως, το φως, η ζωή, η νέα ποιότητα ζωής που απορρέουν από την ανάσταση είναι η σφραγίδα της νέας εποχής της Βασιλείας του Θεού. Η σφραγίδα του Ιησού Χριστού στην όρασή Του αυτή για την νέα εποχή αποτελεί υπόδειξη της προσκλήσεως και προκλήσεώς Του να ταυτίσουμε την δική μας όραση με την δική Του, σε μία νέα ποιότητα ζωής.

 

Όσοι αποφασίσουν να ταυτίσουν την δική τους όραση με την όραση Εκείνου γίνονται η προέκταση της δικής Του αγωνιώδους αγάπης για το ανθρώπινο δράμα σε όλες του τις διαστάσεις. «Η αγωνία της αγάπης του Ιησού Χριστού» γίνεται «η αγωνία της αγάπης των δικών Του», οι οποίοι με την σειρά τους ταυτίζονται με τον ανθρώπινο πόνο, είτε φυσικός είναι αυτός είτε πνευματικός. Ο Ματθαίος κλείνει το Ευαγγέλιό του με μία μεγάλη εντολή προς μία μεγάλη αποστολή. Αυτή δεν είναι μόνη της αλλά βρίσκεται σε απόλυτη επικοινωνία με την άλλη αποστολή που αναφέρει ο Ευαγγελιστής, κατά την οποία όταν ο οπαδός του Χριστού δίνει τροφή, δίνει νερό, επισκέπτεται τους φυλακισμένους, ντύνει τους γυμνούς, συμπαραστέκεται στους ασθενείς, φιλοξενεί τον ξένο, ανακουφίζει την χήρα και το ορφανό, τότε «καθ’ όσον το κάμει σε ένα τούτων των αδελφών Του των ελαχίστων, σ’ Εκείνον το κάμνει».

Η Ντόροθυ Νταίυ, μια σπουδαία Καθολική Ιεραπόστολος, που εφρόντιζε τους μετανάστες της Νέας Υόρκης στις αρχές του 20ου αιώνα, παίρνοντας μία μεγάλη απόφαση για την συνέχιση του έργου της προσευχήθηκε με έναν τρόπο εντυπωσιακό:

 

«Δεν μπορώ να σ’ αγαπήσω Χριστέ,

λερώνεσαι πάνω σου,

κλέβεις από το πορτοφόλι μου,

έχεις σχισμένα και λερωμένα ρούχα,

βρωμάς ολόκληρος από κρασί,

κάνεις εμετό,

και μου ζητάς βοήθεια,

με χρειάζεσαι…

Δεν μπορώ να τα υποστώ άλλο

όλα αυτά… μόνη μου.

Δώσε μου σε παρακαλώ κουράγιο

και δύναμη να κάνω αυτό που

μου ζητάς!…»

 

Τελειώνοντας το άρθρο τίθεται ένα ερωτηματικό:  Τι είναι η αγωνία της αγάπης του Χριστού στην Γεθσημανή και στον Σταυρό; Είναι μία θεατρική παράσταση ενός Θεού απαθούς που δεν υποφέρει και δεν πονά όντως μαζί σου και με τους άλλους; Είναι ένα σενάριο που διαδραματίσθηκε για να σε στείλει κάποτε στο μέλλον σε κάποιον ουρανό; Είναι κάτι μόνο πνευματικό που δεν αγγίζει την φυσική σφαίρα της ανθρώπινης ζωής;

Ή μήπως είναι η αγωνία της αγάπης του Θεού του Ιδίου εν Σαρκί; Του Θεού ο Οποίος προκαλεί και προσκαλεί εν Χριστώ Ιησού στην όραση της Θεϊκή Βασιλείας. Εάν ανταποκρίνεσαι σε αυτή την πρόκληση και πρόσκληση στην όρασή Του να ξέρεις πως η αγωνία της αγάπης Του γίνεται αγωνία της αγάπης σου όταν και εφόσον στέκεσαι ως προέκταση και αντιπρόσωπός Του στην επέκταση και επικράτηση της δικής Του Βασιλείας.

Το αποτέλεσμα θα είναι, με τη συνέργεια του Αγίου Πνεύματος, να συμβάλλουμε ώστε η ηθική, θρησκευτική και πνευματική ύφεση του κόσμου μας του τεχνοκρατούμενου να συμφιλιωθεί με το άλλο εκείνο απέραντο κακό της φτώχειας, της ανέχειας και της πείνας που μαστίζει την πλειονότητα του πλανήτη μας. Αμήν.

 

 

Η ΚΕΝΩΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗΣ

του Αιδ. Ιωάννη Υφαντίδη

Εισαγωγή

Τον 19ο αιώνα, η εμφάνιση νέων επιστημονικών θεωριών, συμπεριλαμβανομένης της βιολογικής θεωρίας της εξέλιξης, καθώς επίσης η ταχεία ανάπτυξη της βιβλικής κριτικής αλλά και μια νεοεμφανιζόμενη αντίληψη περί προσωπικότητας, συνέβαλαν στην διαμόρφωση νέων απόψεων αναφορικά με το πρόσωπο του Χριστού. Συνήθως αυτές οι ερμηνείες είχαν σκοπό να κάνουν το θαύμα της Ενσάρκωσης πιο λογικό ή πιο αποδεκτό στο επιστημονικό μυαλό εκείνου του αιώνα. Από τη μια πλευρά μπορεί να ήταν δυνατή η συμφωνία επάνω σε Πιστεύω και σε Ορισμούς, που εξυπηρετούσαν στον καθορισμό των ορίων της ορθοδοξίας (=βιβλικής πίστεως) και στον αποκλεισμό απαράδεκτων αποκλίσεων. Από την άλλη πλευρά όμως πώς θα μπορούσαν οι χριστιανοί μιας επιστημονικής εποχής να έχουν μια βαθύτερη κατανόηση του Ιησού ο Οποίος ανέλαβε τη φύση μας, αυξήθηκε στη σοφία και στο ανάστημα, πειράστηκε κατά πάντα όπως και εμείς και έμαθε την υπακοή διαμέσου των παθημάτων, και παρόλα αυτά, όπως η εκκλησία πιστεύει, ήταν ο Λόγος που έγινε σάρκα, η εικόνα του αόρατου Θεού, ο Κύριος που δημιούργησε τα πάντα, και ο Σωτήρας που γεύθηκε τον σταυρικό θάνατο για χάρη των ανθρώπων ; Το να μιλά κάποιος για ένα ‘πρόσωπο’ εκείνη την εποχή της ψυχολογικής επανάστασης σήμαινε να σκέπτεται μια πραγματική και ζωντανή προσωπικότητα - με όλα όσα αυτός ο όρος έφτασε να σημαίνει - και όχι μια φιλοσοφική αφηρημένη έννοια. Πώς λοιπόν η χριστιανική ομολογία ότι ο Ιησούς είναι Κύριος μπορούσε να έχει κάποια σημασία και αξία για τους ανθρώπους του 19ου αιώνα;

Ένας από τους κύριους τρόπους προσέγγισης όσον αφορά τη λύση του μυστήριου του πώς ο Υιός ή Λόγος, ο οποίος μετείχε σε όλες τις ιδιότητες της Θεότητος, ήταν δυνατό να ενσαρκωθεί στον άνθρωπο Ιησού, είναι η θεωρία της ‘κένωσης’. Η θεωρία αυτή βασίζεται εν μέρει επάνω στη δήλωση της Προς Φιλιππησίους Επιστολής 2 : 5-8 : “?ïò 'åí ìïñö[{ç èåï[õ "õðÜñ÷ùí ï'õ÷ 'áñðáãì]ïí "çãÞóáôï ô]ï å=éíáé /éóá èå{[ù, 'áëë'' "åáõô]ïí 'åêÝíùóåí ìïñö]çí äïýëïõ ëáâþí, 'åí "ïìïéþìáôé 'áíèñþðùí ãåíüìåíïò· êá]é ó÷Þìáôé å"õñåèå]éò "ùò /áíèñùðïò 'åôáðåßíùóåí "åáõô]ïí ãåíüìåíïò "õðÞêïïò ìÝ÷ñé èáíÜôïõ, èáíÜôïõ ä]å óôáõñï[õ.” Ωστόσο η θεωρία αυτή μπορεί να λεχθεί ότι είναι εντελώς ανεξάρτητη από την παραπάνω πολυσυζητημένη περικοπή, ενώ αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του γεγονότος ότι ‘ "ï Ëüãïò ó]áñî 'åãÝíåôï’, γεγονός που αυτόδηλα συνεπάγεται τουλάχιστον τον περιορισμό της φανέρωσης της θεϊκής δόξας.

Οι κενωτικές θεωρίες

Η Κενωτική Θεωρία έχει πάρει διάφορες μορφές, ανάλογα με το πώς γίνεται αντιληπτή η έκταση και ο βαθμός της κένωσης. Έχουν υπάρξει τέσσερις γενικές κενωτικές θεωρίες που όλες έχουν τον ίδιο σκοπό. Σύμφωνα με τον A.B.Bruce “η δεσπόζουσα ιδέα της Κενωτικής Χριστολογίας είναι ότι κατά την Ενσάρκωση, και για να μπορέσει να δώσει στην Ενσάρκωση την πραγματική ιστορική μορφή της, ο αιώνιος προϋπάρχων Λόγος μείωσε τον Εαυτό Του στο βαθμό και το μέτρο της ανθρώπινης φύσης”. Οι τέσσερις τύποι του κενωτικού συλλογισμού είναι:

Ο απόλυτος δυϊστικός τύπος

Ο απόλυτος μεταμορφωτικός

Ο απόλυτος ημιμεταμορφωτικός

Ο πραγματικός αλλά σχετικός.

Η πρώτη άποψη πρωτοδιατυπώθηκε από τον διαπρεπή θεολόγο του Erlangen, Thomasius και υποστηρίχθηκε από θεολόγους του κύρους των Franz Delitzsch και A.M. Fairbairn. O Thomasius δίδαξε ότι κατά την Ενσάρκωση ο θείος Υιός “εγκατέλειψε τις σχετικές θεϊκές Του ιδιότητες, δηλαδή αυτές που χαρακτηρίζουν τη σχέση του Θεού με τον κόσμο: παντοδυναμία, πανσοφία, και πανταχού παρουσία”, και “διατήρησε μόνο τις έμφυτες ιδιότητες που ανήκουν στον Θεό ανεξάρτητα από τη σχέση Του με τον κόσμο: αγιότητα, δύναμη, αλήθεια, και αγάπη”. Με αυτόν τον τρόπο πίστευε ότι μπορούμε να κατανοήσουμε την ανθρώπινη ζωή του Χριστού, χωρίς να χρειαστεί να προχωρήσουμε σε ερμηνείες περί “εγκατάλειψης της θεϊκής ουσίας ή ζωής”. Στην Ενσάρκωση, ο Χριστός, ο Λόγος, αντάλλαξε τη θεική του συνείδηση με συνείδηση ανθρώπινη, ή καλύτερα θεανθρώπινη κι έτσι έγινε δυνατό να διαμορφώσει τον πυρήνα μιας ενιαίας προσωπικής ζωής. Με αλλά λόγια, “Αυτός εκούσια περιόρισε τη ζωή Του στη μορφή και τις διαστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης υποτάσσοντας τον εαυτό του στους νόμους της ανθρώπινης σωματικής και διανοητικής ανάπτυξης και διατηρώντας τις απόλυτες δυνάμεις Του μόνο στον βαθμό που αυτές ήταν αναγκαίες για το απολυτρωτικό Του έργο. Στο τέλος της επίγειας διακονίας Του, απέκτησε και πάλι τη δόξα και το μεγαλείο που είχε αφήσει”. Η παραπάνω άποψη μπορεί να θεωρηθεί ως η κλασσική μορφή της κενωτικής θεωρίας.

Η δεύτερη άποψη, που υποστηρίχθηκε από τους Gess, Godet και Newton Clarke, είναι η πιο συνεπής και η δημοφιλέστερη από τις κενωτικές θεωρίες. Σύμφωνα με αυτήν τη θεωρία, ο Λόγος κένωσε τον Εαυτό Του από όλες τις θεϊκές ιδιότητες κατά τέτοιο τρόπο, ώστε κυριολεκτικά έπαυσε τις υπερκόσμιες λειτουργίες Του και την αιώνια συνείδηση Του κατά την διάρκεια της επίγειας ζωής Του. Με αλλά λόγια, Αυτός τόσο απογύμνωσε τον Εαυτό Του, ώστε η συνείδηση Του έγινε η συνείδηση μιας ανθρώπινης ψυχής. Ο Λόγος μεταμορφώθηκε σε ανθρώπινη ψυχή. Για να αποφύγουν το στίγμα της αίρεσης του Απολλινάριου οι υποστηρικτές της θεωρίας ισχυρίστηκαν ότι “η Εκκλησία πολύ σωστά επιβεβαίωσε ότι ο Χριστός είχε μια αληθινή ανθρώπινη ψυχή. Δεν βλέπει ωστόσο ποια είναι η αλήθεια, ότι, δηλαδή, ο Λόγος ο ίδιος ήταν αυτή η ψυχή. Δεν ανέλαβε ανθρώπινη ψυχή, αλλά έγινε ανθρώπινη ψυχή.” Με την παραπάνω συλλογιστική διαφυλάσσεται η αληθινή ανθρωπότητα του Χριστού, μάλιστα μέχρι του σημείου να του αποδίδεται η δυνατότητα να αμαρτήσει.

Η τρίτη άποψη, που διατυπώθηκε από τον Ebrard, ισχυρίζεται ότι ο Αιώνιος Υιός, στην διαδικασία της ενανθρώπησης, δεν υπέστη απώλεια της θεότητάς Του αλλά την συγκάλυψε κατά τέτοιο τρόπο ώστε “οι θεϊκές ιδιότητες, ενώ διατηρήθηκαν, κατέχονταν από τον Θεάνθρωπο μόνο με τον τρόπο που αρμόζει στην πεπερασμένη ανθρώπινη ύπαρξη. Ο Λόγος, καθώς ανέλαβε σάρκα, αντάλλαξε την θεϊκή του μορφή, δηλαδή τον αιώνιο τρόπο ύπαρξης του, με την ανθρώπινη μορφή, δηλαδή τον εν χρόνω τρόπο ύπαρξης.

Η τέταρτη άποψη, η οποία προωθήθηκε από τον Martensen, βεβαιώνει ότι ο ενσαρκωμένος Λόγος κατείχε ακόμη τη θεότητά Του με την πραγματική και αληθινή σημασία της έννοιας, αλλά περιόριζε την εμπειρία Του στο επίπεδο της ανθρώπινης συνείδησης. Η αληθινή θεότητα του Χριστού ποτέ δεν υπάρχει έξω από την αληθινή ανθρωπότητά Του. “Δεν βλέπουμε στο πρόσωπο του Χριστού την ασυγκάλυπτη εικόνα του Θεού, αλλά την πληρότητα του Θεού μέσα στα όρια της ανθρώπινης φύσης· δεν βλέπουμε τα χαρακτηριστικά της θείας υπόστασης στην απεραντοσύνη τους, αλλά εκείνες τις θεϊκές ιδιότητες που μεταβάλλονται σε χαρακτηριστικά της ανθρώπινης οντότητας.”

Το πρόβλημα με όλες τις προαναφερθείσες απόψεις είναι ότι αποτυγχάνουν να αποδώσουν στο πρόσωπο του Χριστού πλήρη θεότητα. Αυτό συμβαίνει, διότι διαβάζουν στα χωρία της προς Φιλιππησίους επιστολής 2: 5-8 περισσότερα από όσα η ίδια η περικοπή δηλώνει, και έρχονται έτσι σε αντίθεση με άλλες βιβλικές περικοπές που πλήρως υποστηρίζουν την θεότητα του Χριστού σε όλη τη διάρκεια της επίγειας ζωής του. Ο Lewis S. Chaffer δηλώνει ότι η περικοπή της προς Φιλιππησίους “λόγω του γεγονότος ότι η απιστία την παρερμήνευσε και τη μεγαλοποίησε δυσανάλογα, έχει εξηγητικά αναλυθεί από τους ερμηνευτές των παλαιοτέρων γενεών πολύ εκτενέστερα από οποιαδήποτε άλλη περικοπή στο λόγο του Θεού· και σε αυτή την περικοπή θα αναφερθούμε αμέσως παρακάτω.

Η ερμηνεία της περικοπής προς Φιλιππησίους 2: 1-5

Μια ματιά στα συμφραζόμενα της περικοπής προς Φιλιππησίους 2: 1-5 αμέσως μας φανερώνει ότι η πρόθεση του αποστόλου ήταν να προτρέψει τους αναγνώστες σε ανιδιοτέλεια, ανιδιοτέλεια τέτοια ώστε να θεωρούμε τους άλλους ανώτερους από τους εαυτούς μας και να ενδιαφερόμαστε όχι μόνο για τα δικά μας αλλά επίσης και για το συμφέρον των άλλων. Το παράδειγμα του Ιησού μέσα από τα εδάφια της υπό συζήτηση περικοπής έρχεται να ενισχύσει και να υποστηρίξει αυτήν την παρότρυνση για ανιδιοτέλεια. Αυτός δεν ενδιαφερόταν για ‘τα εαυτού’ αλλά μάλλον για ‘τα των άλλων’. Δηλαδή, δεν υπερασπίσθηκε τα δικαιώματα του, άλλα ήταν πρόθυμος για το καλό των άλλων να απαρνηθεί όλα όσα δικαίως μπορούσε να απαιτήσει για τον εαυτό Του. Και εμείς οφείλουμε να έχουμε το ίδιο φρόνημα με του Χριστού: το νου, το πνεύμα, τη συνήθεια της αυταπάρνησης, το πνεύμα της αυτοθυσίας και της υπακοής στον Θεό. Πρέπει να ταπεινώσουμε τους εαυτούς μας κάτω από το παντοδύναμο χέρι του Θεού, εάν θέλουμε να εξυψωθούμε από Αυτόν σε εύθετο χρόνο (1 Πέτρου 5:6). Για να μας παρουσιάσει το παράδειγμα του Ιησού με τον πιο ζωντανό τρόπο, ο απόστολος Παύλος μας μεταφέρει πίσω στη θέση που ο Μεσσίας κατείχε στην αιωνιότητα. Πρώτα μας παρουσιάζει το υπέρτατο αξίωμα και τη δόξα που είχε ο Χριστός, έπειτα μας υπενθυμίζει τα ανεξιχνίαστα βάθη της συγκατάβασης και ταπείνωσης, όπου Αυτός κατέβηκε για χάρη μας.

Η σημασία της φράσης ‘ 'åí ìïñö[[[[[{ç èåï[õ "õðÜñ÷ùí

Το πρώτο πράγμα που ο απόστολος μάς αναφέρει σχετικά με την υπέρτατη μετάβαση του Χριστού από την αιώνια δόξα, που ανήκει μόνο στον Θεό, στον σταυρικό θάνατο, που αρμόζει σε εγκληματία, είναι η δήλωση ‘ 'åí ìïñö[[[[[{ç èåï[õ "õðÜñ÷ùí’. Η μετοχή ‘"õðÜñ÷ùí’ δεν δηλώνει μια κατάσταση που υφίστατο κάποτε στο παρελθόν, αλλά δεν ισχύει άλλο πια.

“Δεν δηλώνει την παύση μιας κατάστασης, ενός χαρακτήρα, ή τρόπου ύπαρξης. Και πολύ λιγότερο στην παρούσα περίπτωση, όπου το ρήμα, όντας σε συνεχή χρόνο, σε καμία περίπτωση δεν δηλώνει ότι ο εν λόγω τρόπος ύπαρξης έχει τερματιστεί στην πράξη που περιγράφεται από το ακόλουθο ρήμα. (βλέπε τα παράλληλα χωρία Λουκάς 16:14 και 23, 23:50, Πράξεις 2:30, 3:2, Γαλάτας 1:14). Ο απόστολος Παύλος δεν μας λεει εδώ τι ήταν κάποτε στο παρελθόν ο Κύριός μας, αλλά τι ήδη ήταν Αυτός, όταν ενσαρκώθηκε, ή καλύτερα τι Αυτός είναι στην πραγματική φύση Του. Δεν μας περιγράφει έναν παρελθοντικό και περασμένο τρόπο ύπαρξης του Κυρίου, πριν από τήν πράξη της ενσάρκωσης, η οποία εδώ παρατίθεται ως παράδειγμα ταπείνωσης - παρόλο που ο περιγραφόμενος τρόπος ύπαρξης του Κυρίου μας προηγούνταν της ενσάρκωσης - αλλά μάλλον καθορίζει το πλαίσιο και το υπόβαθρο επάνω στο οποίο τελέστηκε και έλαβε εξέχον νόημα η ενσάρκωση. Ο απόστολος μας εξηγεί ποιος και τι είναι Αυτός, ποιος είναι Αυτός που έκανε όλα αυτά τα πράγματα για εμάς, ώστε να εκτιμήσουμε την αξία όλων αυτών που έκανε για εμάς”.

Η φράση ‘ìïñö[{ç èåï[õ’ σημαίνει πολύ περισσότερα από την απλή εξωτερική όψη ή εμφάνιση. Ο Lightfoot ερμηνεύει τη φράση αυτή ως εξής: “Παρόλο που η ‘μορφή’ δεν είναι το ίδιο όπως η ‘φύσις’ ή ‘ουσία’, ωστόσο η κατοχή της ‘μορφής’ συνεπάγεται επίσης συμμετοχή και στην ‘ουσία’. Γιατί, η ‘μορφή’ δεν υποδηλώνει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά αλλά τις ουσιώδεις ιδιότητες.” Ο Müller παρατηρεί σε μία από τις υποσημειώσεις του ότι η ‘μορφή’ δηλώνει την εσωτερική ουσία, όπως αυτή πραγματικά και συγκεκριμένα βρίσκει υπόσταση στο άτομο. Ο καλύτερος ορισμός και επεξήγηση του όρου ‘μορφή’ δίδεται από τον Dr. Benjamin B. Warfield:

“ ‘Μορφή’ είναι ο όρος που εκφράζει το σύνολο όλων εκείνων των χαρακτηριστικών ιδιοτήτων που προσδιορίζουν ένα πράγμα, δηλαδή που κάνουν ένα πράγμα αυτό που ακριβώς είναι. Συνεπώς η ‘μορφή’ του ξίφους - στην προκειμένη περίπτωση ασχολούμαστε μόνο με την εξωτερική διαμόρφωση (μορφή) του αντικειμένου - είναι αυτή που μας κάνει να ονομάσουμε ένα κομμάτι μετάλλου συγκεκριμένα ‘ξίφος’ και όχι ‘φτυάρι’. Τοιουτοτρόπως , η ‘μορφή’ του Θεού είναι το σύνολο των χαρακτηριστικών που συνιστά την οντότητα που ονομάζουμε ‘Θεό’ συγκεκριμένα, αντί για κάποιο άλλο ον, ας πούμε ένα άγγελο ή ένα άνθρωπο. Όταν αναφέρεται ότι ο Κύριος Ιησούς έχει την ‘μορφή’ του Θεού, ουσιαστικά διακηρύσσεται με τον πιο δυνατό και εκφραστικό τρόπο ότι είναι αυτό που ο ίδιος ο Θεός είναι και ότι κατέχει την πληρότητα των ιδιοτήτων που κάνει ένα Θεό, Θεό”.

Άρα, αυτό που μας λέει ο Παύλος στην Φιλιππησίους 2: 6 είναι ότι ο Ιησούς Χριστός πάντοτε ήταν και συνεχίζει να είναι Θεός από τη φύση Του, η έκφραση της εικόνας της Θεότητας. Ο συγκεκριμένος χαρακτήρας του Θεού, όπως αυτός εκφράζεται με όλες τις θεϊκές ιδιότητες, ήταν και είναι ο χαρακτήρας του Χριστού, αιωνίως.

Συνεπώς, αν και υπήρχε έχοντας τη ‘μορφή’ του Θεού, ο προϋπάρχων Χριστός “δεν θεώρησε την ισότητά του με τον Θεό αποτέλεσμα αρπαγής”. Δεν την θεώρησε σαν κάτι που δεν έπρεπε να ξεφύγει από την κατοχή του, διότι ανήκε ήδη σ’ Αυτόν κατ’ ουσίαν και δικαιωματικά. Ήταν δική του ως αναφαίρετο δικαίωμα.

“Ο Χριστός θα μπορούσε να συνεχίσει να υπάρχει αποκλειστικά και μόνο ως Θεός, θα μπορούσε να εμφανιστεί μόνο ως Θεός και με τρόπο ισάξιο του Θεού. Αυτό ήταν αποκλειστικό του δικαίωμά. Δεν είχε ανάγκη να χρησιμοποιήσει κάποιο άλλο τρόπο ύπαρξης. Ωστόσο, δεν θεωρούσε την ισότητά του με τον Θεό σαν ένα είδος πολύτιμης κατοχής ή σαν κάτι στο οποίο έπρεπε να προσκολληθεί πάση θυσία. Η αξιύμνητη αγάπη και χάρη Του, Τον οδήγησε μέσα από την ενσάρκωση να εισέλθει σε έναν άλλο –πιο ταπεινό- τρόπο ύπαρξης και να λάβει τη μορφή δούλου”.

Η σημασία της φράσης ‘ "åáõô]ïí 'åêÝíùóåí

Στο έβδομο εδάφιο ο απόστολος γράφει “'áëë'' "åáõô]ïí 'åêÝíùóåí ìïñö]çí äïýëïõ ëáâþí”. Η λέξη που κυρίως μας απασχολεί είναι ‘ 'åêÝíùóåí’. Η ερώτηση που εγείρεται είναι η εξής: από τι ο Χριστός κένωσε τον Εαυτό Του; Ο Καλβίνος μάς λέει: “Αυτός άφησε τη δόξα Του για χάρη της ανθρωπότητας, όχι ελαττώνοντάς την αλλά συγκαλύπτοντάς την”. “Η ταπείνωση της ενσάρκωσης ήταν, ωστόσο, σαν ένα πέπλο που κάλυψε την θεϊκή του μεγαλοπρέπεια”. Ο Johnstone εξηγεί ότι ο Χριστός κένωσε τον εαυτό Του από “τη δόξα με την οποία είχε αποκαλυφθεί στους αγγέλους στον ουρανό, από τη δόξα με την οποία κατά περιόδους και κάτω από όλες τις οικονομίες της αποκάλυψης του Θεού πριν από την ενσάρκωση, φανέρωσε τον Εαυτό Του στους ανθρώπους, όπως στο όρος Σινά, ή στον Ησαΐα, όταν ο τελευταίος είδε ‘τον Κύριον καθήμενον επί θρόνου υψηλού και επηρμένου, και το κράσπεδον αυτού εγέμισε τον ναόν’ - από αυτή τη δόξα κένωσε τον Εαυτό Του.”. Ο Lightfoot το τοποθετεί ως εξής: “Απεκδύθηκε …τις δόξες, τα θεϊκά προνόμια.” “Απεκδύθηκε τα εμβλήματα της μεγαλειότητάς Του”. Ωστόσο ο Müller εγείρει την αντίρρηση ότι το εδάφιο δεν μας λεει ότι ο Χριστός κένωσε τον Εαυτό Του από τη ‘μορφή’ του Θεού. Στην πραγματικότητα δεν μας αναφέρει καθόλου από τι ο Χριστός κένωσε τον Εαυτό Του. Απλώς δηλώνει ότι ο Χριστός υπήρχε με τη μορφή του Θεού και κένωσε τον Εαυτό Του, χωρίς να μας δίνει το περιεχόμενο της κένωσης. Το να υποθέσουμε ότι Αυτός απεκδύθηκε τη δόξα του, λέει ο Müller, “δεν είναι θεμιτό συμπέρασμα που μπορεί να απορρεύσει από την εν λόγω φράση, αλλά μάλλον ένα αρκετά τολμηρό συμπέρασμα, που βασίζεται στην επόμενη δήλωση, ότι δηλαδή ο Χριστός έλαβε μορφή δούλου”. Ο Warfield, με τον οποίο ολόκαρδα συμφωνώ, έχει να μας παρουσιάσει μερικές ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις πάνω σε αυτό το θέμα. Αναφέρει συγκεκριμένα:

“Το ρήμα ‘ 'åêÝíùóåí χρησιμοποιείται μονίμως μεταφορικά (βλ. στην Καινή Διαθήκη Ρωμαίους 4:14, Α’ Κορινθίους 1:17 και 9:15, Β’ Κορινθίους 9:3) και δεν μπορεί στην προκειμένη περίπτωση να ερμηνευτεί κυριολεκτικά. Αυτό είναι ήδη εμφανές από τον προσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο ‘η κένωση’ επιτεύχθηκε, που δίνεται από το μετοχικό σύνολο το οποίο ακολουθεί αμέσως μετά: ‘λαβών δούλου μορφήν’. Δεν μπορεί να ‘κενώσεις’ με το να ‘λάβεις’, με το να προσθέσεις. Η μεταφορική έννοια, ωστόσο, είναι επίσης φανερή από την έμφαση που δίνεται στη λέξη ‘εαυτόν’ μέσα από τη θέση της σε όλη τη φράση. Μπορούμε ίσως να μιλήσουμε για τον Κύριο μας, σαν να ‘κενώνει τον Εαυτό Του’ από κάτι άλλο, αλλά με δυσκολία μπορούμε να το επαναλάβουμε με έμφαση στη λέξη ‘εαυτόν” - σαν Αυτός ‘να κενώνει τον Εαυτό Του’ από κάτι άλλο. Πράγματι το εμφατικό ‘Εαυτόν’ που παρεμβάλλεται μεταξύ της προηγούμενης πρότασης και του ρήματος ‘εκένωσε’ δημιουργεί ένα φράγμα που εμποδίζει την έρευνά μας από τι ο Χριστός κένωσε τον Εαυτόν Του. Ολόκληρος ο συλλογισμός αναγκαστικά περιέχεται μέσα στις δύο λέξεις ‘εαυτόν εκένωσε’, όπου η λέξη ‘εκένωσε’ πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να έχει έννοια ανάλογη με αυτήν που έχει στα άλλα χωρία της Καινής Διαθήκης, όπου χρησιμοποιείται. Ο Παύλος εν ολίγοις δεν μας λέει τίποτα παραπάνω από το ότι ο Χριστός, ο Οποίος δεν κοίταξε με άπληστα μάτια πάνω στο αξίωμα της ισότητάς του με τον Θεό, κένωσε τον Εαυτό του (αν μπορούμε να μιλούμε έτσι) από τον Εαυτό Του. Αυτό σημαίνει με άλλα λόγια, ότι ‘ο Χριστός δεν κοίταξε το συμφέρον Του’, και αυτό συμφωνεί επακριβώς με τις προθέσεις του αποστόλου, ο οποίος παραθέτει εδώ το παράδειγμα του Χριστού, με σκοπό να ενισχύσει την προτροπή του προς τους πιστούς να μην είναι ιδιοτελείς. ‘Δεν λογάριασε τον Εαυτό Του’ θα μπορούσαμε να αποδώσουμε τη φράση. Εάν λάβουμε αυτά υπόψη, όλες οι ερωτήσεις από τι Αυτός κένωσε τον Εαυτόν Του παραμερίζονται. Αυτό που ο Κύριος πραγματικά έκανε, σύμφωνα με τον Παύλο, εκφράζεται στις ακόλουθες προτάσεις, εκείνες που αφορούν περισσότερο την ηθική πλευρά των πράξεών του: Έλαβε ‘δούλου μορφήν’ και κατ’ αυτόν τον τρόπο έγινε όμοιος με τους ανθρώπους. Αυτό μας δείχνει ότι δεν απέδωσε υπερφίαλη σημασία στην θέση της ισότητάς του με τον Θεό, και ότι δεν θεώρησε τον Εαυτό του το επίκεντρο όλων των προσπαθειών του. Δεν κοιτούσε τα δικά Του, αλλά αντίθετα ενδιαφερόταν για τους άλλους. Συνεπώς, γίνεται για μας το τέλειο παράδειγμα της αυταπάρνησης.”

Είναι ξεκάθαρο ότι το νόημα της πρότασης ‘ "åáõô]ïí 'åêÝíùóåí’ προέρχεται από την φράση που αμέσως ακολουθεί, δηλαδή, ‘ìïñö]çí äïýëïõ ëáâþí’ και ‘ 'åí "ïìïéþìáôé 'áíèñþðùí ãåíüìåíïò’. Ο Χριστός κένωσε τον Εαυτό Του με το να πάρει τη μορφή δούλου. Επιπλέον, όταν έγινε δούλος, δεν υποδυόταν απλώς κάποιο ρόλο. Απεναντίας έγινε δούλος στην εσωτερική του φύση, γιατί, όπως διαβάζουμε, έλαβε ‘ìïñö]çí äïýëïõ’. Η φράση ‘ìïñö]çí äïýëïõ’ είναι ταυτόσημη όσον αφορά το νόημά της με τη φράση ‘ìïñö[{ç èåï[õ’. Η τελευταία φράση δηλώνει ότι από την αρχή ο Χριστός ήταν Θεός και είχε όλες τις ιδιότητες που προσδιορίζουν τον Θεό. Η πρώτη φράση μας φανερώνει ότι αυτός έγινε δούλος και είχε όλα τα χαρακτηριστικά που συνιστούν την υπόσταση ενός δούλου. Αυτή είναι η χαρμόσυνη είδηση που μας αφήνει άφωνους από θαυμασμό. Αυτός, ο Παντοκράτορας, γίνεται υπηρέτης όλων, κι όμως παραμένει Παντοκράτορας. Το κείμενο δεν μπορεί να σημαίνει ότι ο Χριστός αντάλλαξε τη μορφή του Θεού με μορφή δούλου, όπως συχνά ισχυρίζονται κάποιοι. Ανέλαβε τη μορφή δούλου, ενώ διατηρούσε τη μορφή του θεού. Είναι ακριβώς αυτό το γεγονός που κάνει τη σωτηρία μας δυνατή και την πραγματοποιεί.

Όταν ο Χριστός έλαβε τη μορφή δούλου, Αυτός, που πριν από όλη την αιωνιότητα είχε τη θεϊκή φύση και που συνεχίζει να την έχει σε όλη την αιωνιότητα, “'åí "ïìïéþìáôé 'áíèñþðùí ãåíüìåíïò” ανέλαβε την ανθρώπινη φύση. Ήταν άνθρωπος, ένας όρος, ωστόσο, που είναι ανεπαρκής για να Τον προσδιορίσει. Λόγω του θεανθρώπινου προσώπου Του, η ανθρώπινη φύση Του, παρόλο που ήταν πλήρως παρούσα, περιγράφεται καλύτερα με τη φράση ‘'åí "ïìïéþìáôé 'áíèñþðùí ãåíüìåíïò’. Υπήρχε ομοιότητα και παραλληλισμός αλλά όχι μια τέτοια απόλυτη ταύτιση που δεν επιδεχόταν περαιτέρω προσδιορισμούς. Το χαρακτηριστικό εκείνο που τον διέκρινε και τον ξεχώριζε από άλλους ανθρώπους μας γίνεται γνωστό στη συγγενική περικοπή της επιστολής προς Ρωμαίους 8: 3 με τη διακήρυξη ότι ο θεός Τον απέστειλε όχι με αμαρτωλή σάρκα, αλλά μόνο ‘ 'åí "ïìïéþìáôé óáñê]ïò "áìáñôßáò’. Η αυθεντικότητα της σάρκας του Κυρίου δεν αμφισβητείται από αυτήν την αποστροφή του λόγου, αλλά διακηρύσσεται η απαλλαγή της από την αμαρτία, η οποία συνδέεται με την σάρκα της αμαρτωλής ανθρωπότητας (2 Κοριν. 5: 21). Αν και αληθινός άνθρωπος, λοιπόν, (2 Κορινθίους 15: 21, Πράξεις των Αποστόλων 17: 32) ωστόσο διέφερε από τους άλλους ανθρώπους. Αυτή η διαφορά δεν έγκειται όμως απλά και μόνο στην αμαρτωλή κατάσταση στην οποία τώρα βρίσκονται οι άνθρωποι, αλλά επιπλέον και στην προέλευσή τους : αυτοί προέρχονται από χαμηλά· Αυτός ‘άνωθεν’, “ "ï ðñ[ùôïò /áíèñùðïò 'åê ã[çò ÷ïúêüò, "ï äåýôåñïò /áíèñùðïò "ï Êýñéïò 'åî ï'õñáíï[õ” (Επιστολή 1η προς Κορινθίους. 15: 47). Αυτή είναι η ιδιαιτερότητά Του: γεννήθηκε από μία γυναίκα, όπως όλοι οι άνθρωποι· ωστόσο κατέβηκε από τον ουρανό (Επιστολή προς Εφεσίους 4: 9, Ευαγγέλιο κατά Ιωάννην 3: 13).

Πώς λοιπόν περιγράφεται η κένωση του Χριστού από τον Απόστολο Παύλο σε αυτήν την περικοπή; Η απάντηση είναι, “ìïñö]çí äïýëïõ ëáâþí, 'åí "ïìïéþìáôé 'áíèñþðùí ãåíüìåíïò. Μελετώντας ολόκληρη την περικοπή διαπιστώνουμε ότι δεν υπάρχει καμία δήλωση για απώλεια της θεότητας, αλλά μάλλον περιγράφεται ο περιορισμός της φανέρωσής Της. Είναι ξεκάθαρο από άλλες διακηρύξεις του αποστόλου Παύλου ότι αναγνώριζε ότι ο Ιησούς Χριστός εν σαρκί ήταν όλα όσα ο Θεός είναι, αν και ήταν Άνθρωπος.

Το ζήτημα της άγνοιας του Χριστού

Τώρα, προτού προβούμε στην αξιολόγηση των κενωτικών θεωριών, πρέπει να εξετάσουμε το δύσκολο θέμα της άγνοιας του Χριστού. Ο Χριστός συχνά διετύπωνε ερωτήσεις και ο πιο φυσικός τρόπος για να κατανοήσουμε αυτό το γεγονός, είναι να τον δούμε να προσδοκά να ανακαλύψει τις απαντήσεις που δεν γνώριζε. Αυτός φαίνεται να είναι ο σωστός τρόπος να διαβάζουμε τα ευαγγέλια σε πολλά χωρία. Ο Κύριος ζητά περιστασιακά πληροφορίες : “ôßò ìïõ ?çøáôï ô[ùí "éìáôßùí;” “ðüóïõò /áñôïõò /å÷åôå;” (Ευαγγέλιο κατά Μάρκον 5: 30, 6: 38). Σε ένα άλλο σημείο δεν μας αφήνει αμφιβολία ότι αγνοεί την ημερομηνία της Δεύτερης Του Έλευσης. Ο ίδιος ο Χριστός ξεκάθαρα δήλωσε ότι δεν γνώριζε πότε θα λάβει χώρα (Κατά Μάρκον 13: 32). Από αυτά μπορούμε ξεκάθαρα να συμπεράνουμε ότι υπήρχε κάποιος περιορισμός στην γνώση του.

Ο περιορισμός της γνώσης φαίνεται να είναι ένα απαραίτητο στοιχείο για να υπάρξει μία γνήσια ενσάρκωση. Είναι ουσιώδες χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ζωής και πολλές φορές είμαστε υποχρεωμένοι να ενεργούμε με βάση την ατελή μας γνώση. Η απόκτηση της γνώσης είναι συνήθως αργή και κοπιώδης (“η πολλή μελέτη είναι μόχθος εις την σάρκα” Εκκλησιαστής 12: 12). Χωρίς αυτόν τον περιορισμό, δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ανθρώπινη ζωή, όπως τη γνωρίζουμε, αλλά για κάτι εντελώς διαφορετικό. Πόσο διαφορετικό θα ήταν για ένα φοιτητή να γνωρίζει στην αρχή της ακαδημαϊκής χρονιάς τα θέματα των τελικών εξετάσεων! Αυτό όμως δεν ανήκει στην ιδιότητα του φοιτητή.

Το παραπάνω χαρακτηριστικό μάς εισάγει στον καθημερινό τρόπο ζωής του ανθρώπου. Όταν ζυγίζουμε εναλλακτικούς τρόπους για να ενεργήσουμε, χωρίς να γνωρίζουμε την κατάληξή τους, μιλάμε για την ουσία της ανθρώπινης καθημερινότητας. Προσπαθούμε να συγκεντρώσουμε όσο περισσότερες πληροφορίες μπορούμε. Ίσως ζητήσουμε τις γνώμες άλλων ατόμων, που χρειάστηκε να πάρουν παρόμοιες αποφάσεις στο παρελθόν και να δούμε τα τελικά αποτελέσματα των επιλογών τους. Αλλά τελικά, εμείς οι ίδιοι θα πρέπει να πάρουμε την οριστική απόφαση, που συνήθως δεν θα βασίζεται σε τίποτα άλλο παρά στη δική μας εκτίμηση των διαφόρων δυνατοτήτων. Δεν υπάρχει τρόπος να προχωρήσουμε πέρα από αυτό το σημείο. Η άγνοια είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης ζωής που γνωρίζουμε. Μας περιστοιχίζει καθημερινά. Είναι ένας εχθρός με τον οποίο βρισκόμαστε μονίμως σε πόλεμο. Όσο περισσότερα ξέρουμε, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε ότι η γνώση μας είναι ατελής. Η αύξηση της γνώσης ποτέ δεν μας ελευθερώνει από την ανάγκη να παίρνουμε αποφάσεις για τις ενέργειες μας με βάση την μερική γνώση.

Το να σκεφτούμε τον Χριστό χωρίς αυτόν τον περιορισμό είναι σαν να Τον τοποθετούμε έξω από τα όρια της ανθρώπινης φυλής και να γελοιοποιούμε την ιδέα της ενσάρκωσης. Χωρίς να σκοπεύουν να καταργήσουν κάποιο μέρος της Χριστιανικής πίστης, κάποιοι ενστερνίζονται μια τέτοια ιδέα για τον Χριστό. Τον φαντάζονται να βαδίζει σε μια γαλήνια οδό, γνωρίζοντας όλη την ώρα όλα τα μυστικά του σύμπαντος, τις μυστικές σκέψεις όλων των ανθρώπων που Τον περιστοίχιζαν και την τελική έκβαση κάθε ενέργειας. Εάν η προαναφερθείσα αντίληψη ισχύει, τότε ο Χριστός δεν ζούσε μία ανθρώπινη ζωή. Τέτοιου είδους ζωή θα στερούνταν αναγκαίες ποιότητες της ανθρώπινης ζωής, ακόμα και του πιο υψηλού επιπέδου. Εν πάση περιπτώσει, τέτοια αντίληψη δεν βρίσκεται σε αρμονία με τα Ευαγγέλια. Οι ευαγγελιστές μας απεικονίζουν ένα Χριστό που ήταν γνήσιος άνθρωπος.

Από την άλλη πλευρά οι κενωτικοί θεολόγοι είναι τόσο πεπεισμένοι για την ανθρώπινη φύση του Χριστού, ώστε η θεϊκή Του υπόσταση στην ουσία χάνεται από τα μάτια τους. Βλέπουν ολοκάθαρα ότι ο Χριστός ήταν άνθρωπος. Όταν όμως κάποιος δίνει μεγάλη έμφαση στην ανθρωπότητά Του, πρέπει να προσέξει να μην υποβιβάσει τον Χριστό στο δικό μας επίπεδο από όλες τις απόψεις. Ο Gore βλέπει τον Χριστό ως τίποτε περισσότερο από έναν τυπικό Ιουδαίο του πρώτου αιώνα, με όλες τις λαθεμένες ιδέες που χαρακτήριζαν τότε τους Ιουδαίους, αν και σωστό σε μερικές από τις αντιλήψεις του περί Θεού. Μια τέτοια ιδέα προσπαθώντας να παραμείνει πιστή στην ομοιότητα του Χριστού με τους ανθρώπους, αποτυγχάνει τελικά να δει την ομοιότητά Του με τον Θεό.

Αλλά ενώ τα ευαγγέλια μάς αναφέρουν ορισμένα περιστατικά της άγνοιας του Χριστού, σε άλλα σημεία, Τον παρουσιάζουν να έχει τέλεια γνώση για πράγματα, τα οποία κάποιος που δεν θα ήταν τίποτε παραπάνω από απλός άνθρωπος οπωσδήποτε θα αγνοούσε. Έτσι σε μία περίπτωση ο Χριστός γνώριζε τις σκέψεις των φίλων Του (Κατά Λουκάν 9: 47) και σε μία άλλη τις σκέψεις των εχθρών του (Κατά Λουκάν 6: 8). Ο απόστολος Ιωάννης μάς λεει ότι Αυτός γνώριζε την κρυφή εμπειρία του Ναθαναήλ (Κατά Ιωάννην 1: 47 κ.ε.), το παρελθόν της Σαμαρείτισσας (Κατά Ιωάννην 4: 29), και ακόμη το τι ένας άνθρωπος έχει μέσα του (Κατά Ιωάννην 2: 25). “Παρομοίως, ο Ιησούς περιστασιακά παρουσιάζει υπερφυσική δύναμη σε θαύματα θεραπείας, στους χορτασμούς του πλήθους, στις αναστάσεις νεκρών. Η εντύπωση που μας δίνουν τα Ευαγγέλια για τον Χριστό δεν είναι ότι στερούνταν ολοκληρωτικά τη θεία γνώση και δύναμη, αλλά αντίθετα ότι Αυτός περιοδικά έκανε χρήση και των δύο, ενώ ευαρεστούνταν για μεγάλα χρονικά διαστήματα να μην τις χρησιμοποιεί. Με άλλα λόγια, η εντύπωση που μας δίνεται δεν είναι ότι μειώθηκε η θεότητα, αλλά ότι συγκρατούνταν οι θεϊκές ικανότητες.”

Ο William G.J. Shedd μας προσφέρει κάποιους πολύ καλούς συλλογισμούς και λύσεις σε αυτό το πρόβλημα:

Η διαλεύκανση του δύσκολου θέματος της άγνοιας του Χριστού και της αύξησής Του στη σοφία και τη γνώση, βασίζεται στον διαχωρισμό μεταξύ της ύπαρξης του Λόγου στο πρόσωπο του Χριστού και της φανέρωσης αυτής της ύπαρξης. Αυτός ο διαχωρισμός είναι το κλειδί στη θεωρία της κένωσης. Παρόλο που ο Λόγος μόνιμα κατοικούσε μέσα στον Ιησού Χριστό, δεν ενεργούσε συνεχώς δια μέσου της ανθρώπινης ψυχής και του σώματός Του. Δεν έκανε θαύματα αδιάκοπα, ούτε και μετέδωσε στην ανθρώπινη ψυχή του Χριστού την πληρότητα της απέραντης γνώσης Του ... Ο Χριστός μέσα στη φάτνη ονομάστηκε ‘ο μεσσιανικός Βασιλιάς’ και υπό αυτή την ιδιότητα προσκυνήθηκε από τους Μάγους. Ακόμα και το θεανθρώπινο έμβρυο ‘το γεννώμενον’ ονομάστηκε ‘ο Υιός του Θεού’ (Κατά Λουκάν 1: 35). Αλλά ο Λόγος, αν και παρών, δεν μπορούσε με αρμόζοντα και κατάλληλο τρόπο, να κάνει τέτοιου είδους φανέρωση γνώσης δια μέσου της βρεφικής ψυχής και του σώματος, όπως θα μπορούσε δια μέσου της παιδικής και ακόμα περισσότερο της ανδρικής ψυχής και του σώματος. Θα ήταν αφύσικο εάν ο Λόγος ικάνωνε το νήπιο Ιησού να κάνει είτε θαύματα ή να κηρύξει την επί του όρους ομιλία.

Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των νηπιακών χρόνων της ασχημάτιστης και υπό ανάπτυξη ανθρώπινης φύσης, ο Λόγος, μονολότι παρών, ήταν επισκιασμένος στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Όταν το βρέφος Ιησούς ήταν μέσα στη φάτνη, ο Λόγος ήταν παρών και ενωμένος με την ανθρώπινη φύση τόσο πραγματικά και ολοκληρωμένα όσο είναι και αυτήν τη στιγμή, αλλ’ όμως δεν πρόβαλλε τον Εαυτό Του. Ήταν Θεάνθρωπος στη φάτνη, όπως Θεάνθρωπος ήταν επάνω στον σταυρό.

Ωστόσο, η έλλειψη ανώτερων συλλογισμών στο ανθρώπινο μυαλό του νηπίου Ιησού, δεν συνεπάγεται παρόμοια κατάσταση στο Λόγο. Πρέπει να θυμηθούμε ότι, αν και ο Λόγος έδειξε συγκαταβατικότητα στο να πάρει ‘δούλου μορφή’, δεν έπαψε να υπάρχει στη ‘μορφή του Θεού’. Ενώ Αυτός εκούσια υποτάσσεται στους περιορισμούς της ανθρώπινης νηπιακής ηλικίας και ενώ δεν κάνει στη σφαίρα του πεπερασμένου νηπίου τίποτε περισσότερο από όσα το αδύναμο όργανο που καταδέχτηκε να χρησιμοποιήσει άρμοζε να κάνει, Αυτός ωστόσο στην άπειρη σφαίρα της θεότητάς Του είναι το ίδιο πάνσοφο και παντοδύναμο πρόσωπο, που πάντοτε ήταν. Ο Υιός του Ανθρώπου βρισκόταν ταυτοχρόνως και στη γη και στον ουρανό (Κατά Ιωάννην 3: 13). Το ότι ο Λόγος περιορίστηκε από το ανθρώπινο σώμα πάνω στη γη, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν συνέχισε να υπάρχει και να ενεργεί στον ουρανό. Και το ότι ο Λόγος δεν συλλογιζόταν με το μυαλό του νηπίου Ιησού, δεν σημαίνει ότι δεν συλλογιζόταν με τον άπειρο νου Του. Η ανθρώπινη υπόσταση του Ιησού, επομένως, γνώρισε τόσα και μόνο τόσα όσα ο Λόγος ευαρεστήθηκε να αποκαλύψει και να φανερώσει δια μέσου του ανθρώπινου μυαλού.

Εάν υποθέσουμε ότι ο Χριστός, όταν είπε στους μαθητές του ‘δεν γνωρίζω’, αγνοούσε την ακριβή μέρα της κρίσεως, μπορεί Αυτός μεταγενέστερα να την είχε γνωρίσει, καθώς η ανθρώπινη φύση Του αυξανόταν στην γνώση διά του θείου φωτισμού. Ο Bengelm αναφέρει ότι “η έμφαση στο Κατά Ματθαίον 24:36 τοποθετείται σε χρόνο ενεστώτα, ‘ï'õäå]éò ï=éäåí’, ‘κανένας δεν το ξέρει’. Εκείνη την εποχή κανένας άνθρωπος δεν γνώριζε την ήμερα της κρίσεως, ακόμα και ο Υιός. Αλλά, μετά ταύτα, ο Κύριος την γνώριζε, γιατί την φανέρωσε στο βιβλίο της Αποκάλυψης.” Ο Χριστός είχε σχετική άγνοια και όχι απόλυτη, αφού ήταν προορισμένος μεταγενέστερα να γνωρίσει την ώρα της ημέρας της κρίσεως. Είναι πιο πιθανόν ότι ο δοξασμένος ανθρώπινος νους του Ιησού, καθώς είναι τώρα καθήμενος στο μεσιτικό θρόνο, γνωρίζει την ώρα της ημέρας της κρίσεως, παρά ότι βρίσκεται ακόμη σε μία κατάσταση άγνοιας.”

Θετικές συνεισφορές των κενωτικών θεωριών

Παρόλο που η κύρια προσπάθεια των κενωτικών θεωριών οδήγησε σε άγονους διαλογισμούς και εικοτολογίες, πρέπει ορθώς να σημειώσουμε τις θετικές συνεισφορές τους στο δόγμα της Ενσάρκωσης:

1. Η κένωση δίνει έμφαση στη θεϊκή πρωτοβουλία. Με μερικές εξαιρέσεις, οι θεολόγοι της κενωτικής θεωρίας διακηρύσσουν ότι η σωτηρία προέρχεται από ψηλά παρά από χαμηλά, δηλαδή από τον Θεό και όχι από τον άνθρωπο.

Η κένωση τονίζει την ελεύθερη και εκούσια απόφαση του Υιού πριν την ενσάρκωση να διαλέξει το μονοπάτι της ταπείνωσης. Όχι από αναγκαιότητα, αλλά εξαιτίας της κυρίαρχης εκλογής της αγάπης εγκατέλειψε την ουράνια δόξα για τον δρόμο του σταυρού .

Με τα παραπάνω συνδέεται στενά η έμφαση που δίνεται στο ότι ο Χριστός συνειδητά περιόριζε τη χρησιμοποίηση των θεϊκών Του δυνάμεων κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής Του. Ασφαλώς, σύμφωνα με την μαρτυρία των Ευαγγελίων, ο Χριστός κατείχε δυνάμεις, τις οποίες θα μπορούσε να επικαλεστεί για να Τον ελευθερώσουν, αλλά αρνήθηκε να τις χρησιμοποιήσει. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι αυτός ο συνεχής εκούσιος περιορισμός είναι υψίστης σημασίας στην κατανόηση μας για το πρόσωπο του Χριστού. Χωρίς αυτό το στοιχείο ο Χριστός θα κατέληγε να είναι ένα ανήμπορο θύμα της Ενσάρκωσης, μιας και η αρχική απόφαση είχε ληφθεί, και η σπουδαία, επαναλαμβανόμενη, εθελοντική υποταγή του Χριστού στα πάθη και τον θάνατο, θα καταστρεφόταν.

Η κένωση επιπλέον με έμφαση διαφύλαξε το δόγμα της αληθινής ανθρώπινης φύσης του Χριστού σε πείσμα όλων των δοκητικών προσπαθειών που ήθελαν να την υπονομεύσουν. Το βασικό κίνητρο πίσω από τις περισσότερες κενωτικές ερμηνείες είναι ξεκάθαρα να προμηθεύσουν ένα πρότυπο σκέψης όπου η συγκατάβαση και η ταπείνωση του Χριστού λαμβάνονται σοβαρά υπόψη.

 

Κριτική των κενωτικών θεωριών

Η πιο καυστική κριτική ενάντια στην κενωτική θεωρία είναι αυτή που εκτοξεύεται και ενάντια στον Άρειο, τον Ευτύχιο και τον Νεστόριο και τους πολλούς θεολόγους που απορρίφθηκαν από το κύριο ρεύμα της χριστιανικής κοινότητας. Όλοι αυτοί έκαναν το τραγικό λάθος να προσπαθήσουν να δώσουν λογική εξήγηση στο υπέρτατο θαύμα της Ενσάρκωσης, να κάνουν κατανοητό με αναλογίες και με παραδείγματα ένα γεγονός που δεν έχει παράλληλό του στην ιστορία, δηλαδή τον ερχομό του θεϊκού Όντος στον κόσμο μας ως πραγματικού ανθρώπου.

Στενά συνδεδεμένη με την προαναφερθείσα κριτική είναι και η ακόλουθη: ότι η κενωτική θεωρία απέτυχε να μας δώσει μία εξήγηση για το πώς ο Υιός ή Λόγος συνέχισε να ‘συγκρατεί’ το σύμπαν με τη δύναμη του λόγου Του (Εβραίους 1: 3) κατά τη διάρκεια της ένσαρκης ζωής Του. Όπως o Temple το τοποθετεί: “το να πούμε ότι το νήπιο Ιησούς μέσα από τη φάτνη ασκούσε τη θεία πρόνοια στο σύμπαν είναι σίγουρα κάτι το τερατώδες · αλλά να το αρνηθούμε και επιπλέον να διακηρύξουμε ότι ο δημιουργικός Λόγος είχε κενωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην έχει ύπαρξη πέραν του νηπίου Ιησού, είναι σαν να ισχυριζόμαστε ότι για κάποια συγκεκριμένη περίοδο η ιστορία του κόσμου δεν βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο του δημιουργικού Λόγου.”

Η κενωτική θεωρία έχει επίσης επικριθεί ότι απέτυχε να εκτιμήσει σωστά είτε τη θεότητα του Χριστού κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής του είτε την ανθρώπινη φύση του δοξασμένου Ιησού. Ο D.M. Bailie σχολιάζει:

“Αντί να μας δώσει ένα δόγμα της Ενσάρκωσης, όπου ο Χριστός να είναι ταυτόχρονα και Θεός και άνθρωπος, η κενωτική θεωρία, κατά την γνώμη μου, μάς δίνει μία αφήγηση προσωρινής Θεοφάνειας, κατά την οποία Αυτός που ήταν προηγουμένως Θεός μετάλλαξε τον Εαυτό Του προσωρινά σε άνθρωπο ή αντάλλαξε την θεότητα του με την ανθρώπινη φύση ... Αυτός είχε υπάρξει Θεός αλλά τώρα ήταν άνθρωπος. Εάν συλλογιστούμε όλες τις συνέπειες της παραπάνω ερμηνείας, η θεωρία της κένωσης μοιάζει μάλλον με μια ειδωλολατρική ιστορία μεταμόρφωσης παρά σαν το χριστιανικό δόγμα της Ενσάρκωσης, που έβλεπε πάντοτε στην επίγεια ζωή του Χριστού Θεό και άνθρωπο ενωμένους ταυτόχρονα -‘Θεό συγκαλυμμένο μέσα στην ανθρώπινη σάρκα’ και όχι μεταλλαγμένο σε άνθρωπο. Αναμφισβήτητα, η σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπου στο θαύμα της Ενσάρκωσης είναι ένα πολύ βαθύτερο μυστήριο από τον παραπάνω συλλογισμό της κενωτικής θεωρίας.”

Επιπλέον, εάν η Ενσάρκωση ερμηνεύεται ως Κένωση, τότε αυτό το φαινόμενο έλαβε θεωρητικά τέλος με τον δοξασμό του Κυρίου. Η κενωτική θεωρία στην ακραία της μορφή υποστηρίζει ότι “ο Κύριος Ιησούς δεν ήταν ταυτόχρονα Θεός και άνθρωπος σε μια υποστατική ένωση, αλλά διαδοχικά - πρώτα Θεός, έπειτα άνθρωπος, και τελικά Θεός ξανά.” Αλλά αυτή η άποψη “φαίνεται να μην αφήνει κανένα περιθώριο για το παραδοσιακό καθολικό δόγμα της μονιμότητας της ανθρώπινης φύσης του Χριστού, ‘ο οποίος όντας ο αιώνιος Υιός του Θεού, έγινε άνθρωπος και έτσι ήταν και συνεχίζει να είναι, Θεός και άνθρωπος με δύο ξεχωριστές φύσεις σε ένα πρόσωπο για πάντα.’

Καθώς συνεχίζουμε την κριτική μας επάνω στις κενωτικές θεωρίες, πρέπει να έχουμε υπόψη μας τη φύση της θεϊκής υπόστασης. Ο Θεός είναι απλός · δεν συγκροτείται από μέρη που μπορούν να προστεθούν, να αφαιρεθούν ή να αλλάξουν, όπως συμβαίνει με τους ανθρώπους. Οι θεϊκές ιδιότητες δεν βρίσκονται απλά στην κατοχή Του, αλλά είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής Του, είναι η ίδια Του η υπόσταση. Δεν είναι απλά ένα θεϊκό Ον, που επιπλέον τυχαίνει να είναι άγιο, ενάρετο, δίκαιο, παντοδύναμο, πάνσοφο, πανταχού παρόν κτλ. Οι ιδιότητές Του αποτελούν την ίδια την ουσία της ύπαρξής Του. Ο Θεός είναι αγάπη, όχι απλώς, ‘ο Θεός αγαπά’. Ο Θεός είναι δίκαιος, και όχι απλώς ‘ενεργεί πάντα δίκαια’. Ο Θεός κάνει αυτά που κάνει, γιατί είναι Αυτός που είναι. Οι πράξεις Του βρίσκονται πάντοτε σε συμφωνία με την έκφραση της ίδιας Του της φύσης. Έτσι, αν ο Θεός, υπό οποιαδήποτε άποψη, είχε απεκδυθεί έστω και μία από τις χαρακτηριστικές Του ιδιότητες, θα έπαυε να είναι ό,τι είναι, η υπόστασή Του θα άλλαζε και ως εκ τούτου θα έπαυε να είναι Θεός.

Βέβαια, η άποψη του Thomasius και των οπαδών του κάνει μία διάκριση μεταξύ των σχετικών και των έμφυτων ιδιοτήτων του Θεού. Είναι ωστόσο δικαιολογημένη μια τέτοιου είδους διάκριση; Πώς μπορεί η απλότητα της υπόστασης του Θεού να διατηρηθεί και παράλληλα να κατέχει ιδιότητες της οικονομικής Τριάδος, που δεν είναι ουσιώδεις στην οντολογική Τριάδα; Σίγουρα, οι ονομαζόμενες σχετικές ιδιότητες του Θεού δεν είναι καθόλου σχετικές, αλλά οντολογικά απαραίτητες για τον ίδιο Του τον Εαυτό πριν και πέρα από οποιαδήποτε σχέση με τη δημιουργία. Για παράδειγμα, ο Θεός δεν χρειάζεται να έχει μία δημιουργία που πρέπει να γνωσθεί, προτού να μπορέσει να αποκτήσει πληρότητα γνώσης. Η γνώση του είναι άμεση και αιώνια. Ο Θεός είχε πλήρη και ολοκληρωμένη γνώση αυτού του κόσμου και όλων όσων λαμβάνουν χώρα σε αυτόν, επειδή ο Ίδιος έχει πλήρη και ολοκληρωμένη γνώση του Εαυτού Του, των σχεδίων Του και των σκοπών Του για τον κόσμο που Αυτός πλάθει. Ο Θεός δεν αποκτά την πανσοφία Του μετά τη δημιουργία του σύμπαντος. Μάλλον εάν η πανσοφία του δεν είναι αναγκαία ιδιότητα της υπόστασής Του, δεν θα μπορούσε να γνωρίσει κανένα σύμπαν. Και οι τρεις αυτές ιδιότητες (παντοδυναμία, πανσοφία και η πανταχού παρουσία) είναι ριζωμένες στην ίδια την ουσία του Θεού .

Επιπλέον, μία από τις θεϊκές ιδιότητες είναι το αναλλοίωτο του Θεού. ' Éçóï[õò ×ñéóô]ïò 'å÷è]åò êá]é óÞìåñïí "ï á'õô]ïò êá]é å'éò ôï]õò á'é[ùíáò (Εβραίους 13: 8). ‘Διότι εγώ είμαι ο Κύριος · δεν αλλοιούμαι’ (Μαλαχίας 3: 6). Το να ισχυριστούμε ότι ο αναλλοίωτος Θεός απεκδύθηκε μερικές από τις ιδιότητές Του και ταυτόχρονα διατήρησε το αμετάβλητο της ύπαρξής Του είναι μία εξ ορισμού αντίφαση.

Τελικά ο Müller επικρίνει την κενωτική θεωρία, γιατί καθιστά το μεσιτικό ρόλο του Χριστού αδύνατο. Γράφει: “Εάν ο Χριστός άφησε τις θεϊκές Του ιδιότητες ή έπαψε για κάποιο χρονικό διάστημα να υπάρχει ως ίσος με τον Θεό, τότε η αυταπάρνησή Του χάνει τη σωτηριολογική της αξία και το συμφιλιωτικό έργο της χάρης Του χάνει τη δύναμη να σώζει. Εάν δεν ήταν αληθινός Θεός και αληθινός άνθρωπος, τότε δεν είναι και αληθινός μεσίτης ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο.”

Συμπέρασμα

 

Πρέπει να δηλώσουμε ξεκάθαρα ότι ο Χριστός ήταν άνθρωπος. Οποιαδήποτε προσέγγιση που σκιάζει ή μειώνει την αξία αυτής της μεγάλης αλήθειας αποτυγχάνει να κάνει σωστή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων. Τίποτε δεν πρέπει να συγκαλύψει την γνησιότητα της ενσάρκωσης. Ωστόσο θα πρέπει επίσης να διακηρύξουμε ότι ο Χριστός δεν ήταν μόνο άνθρωπος. Ήταν κάτι περισσότερο · ήταν ο Θεός εν σαρκί. Ομολογουμένως βρισκόμαστε σε αυτό το σημείο αντιμέτωποι με ένα μυστήριο. Το ζήτημα είναι ότι η Ενσάρκωση είναι κάτι το μοναδικό. Δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να συγκριθεί με αυτό το γεγονός. Το πεπερασμένο ανθρώπινο μυαλό δεν μπορεί ούτε να συλλάβει όλα όσα εμπεριέχονται στην έννοια της Ενσάρκωσης, ούτε να εξηγήσει πώς ένα τέτοιο φαινόμενο έλαβε χώρα. Ωστόσο, θα επιμείνουμε ότι η Αγία Γραφή μάς μιλά για γνήσια Ενσάρκωση. Ο Θεός έγινε άνθρωπος · και θα πρέπει να κατανοήσουμε την ανθρώπινη φύση του Κυρίου μας με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην αποκλείεται η αληθινή θεότητά Του.

Ενώ είμαστε ευγνώμονες για την υπεράσπιση της ανθρώπινης φύσης του Χριστού, που μας προσφέρει η κενωτική θεωρία, είμαστε επίσης ευγνώμονες που δεν χρειάζεται να υπερασπίσουμε αυτό το δόγμα στηριζόμενοι επάνω σε παραπλανητικές βάσεις, αντιλήψεις και έννοιες όπως αυτές που έχουν επικριθεί σε αυτό το δοκίμιο. Μπορούμε να διακηρύξουμε την ανθρώπινη φύση που ο Χριστός ανέλαβε, χωρίς να προσπαθούμε να καθορίσουμε ορισμένες πλευρές της θεϊκής υπόστασης, που θα μπορούσε να είχε εγκαταλείψει. Μπορούμε σίγουρα να υποκλιθούμε μπροστά στον θρόνο, όπου ο Κύριος μας εξυψώθηκε δια του σταυρικού Του θανάτου.

 

 

________________________________

Το σύμβολο που εμφανίζεται στο εξώφυλλο του “Τετραδίου” ονομάζεται “τρικβέτρα” (triquetra) και είναι ένα πρωτοχριστιανικό σύμβολο για την Αγία Τριάδα. Συμπεριλαμβάνει τρία συνυφασμένα τόξα διαφορετικά, ίσα και αχώριστα, συμβολίζοντας ότι Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα είναι τρία διαφορετικά αλλά ίσα πρόσωπα και ένας αδιαίρετος Θεός.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Aldwinckle, R.F., More than Man, Gr. Rapids: Eerdmans Publ. Co., 1976.

Baillie, D.M., God was in Christ. N. York: Charles Scribner’s Sons, 1948.

Bavinck, H. Our reasonable Faith. Gr. Rapids: Baker Book House, 1977.

Berkhof, L. Systematic Theology. Gr. Rapids: Eerdmans Publ. Co., 1976.

Berkhof, L. The History of Christian Doctrine. Edinburgh: Banner of Truth Trust, 1978.

Berkouwer, G.C. The Person of Christ. Gr. Rapids: Eerdmans Publ. Co., 1977.

Bruce, A.B. The Humiliation of Christ. Gr. Rapids: Eerdmans Publ. Co., 1955.

Calvin, John. Institutes of the Christian Religion, vol. 1. Philadelphia: Westminster Press, 1975.

Calvin, John. Commentary on Galatians, Ephesians, Philippians and Colossians.

Gr. Rapids: Eerdmans Pub. Co., 1974.

Chafer, S.L. Systematic Theology. Dallas: Dallas Seminary Press, 1947. vol. 1.

Cullman, O. The Christology of the N.T. Philadelphia: The Westminster Press, 1963.

Dawe. D.G. The Form of a Servant. Philadelphia: Westminster Press, n.d.

Dawe, D.G. “A Fresh Look at the Kenotic Christologies”, Scottish Journal of Theology, 15

(1962, 337-349).

Douglas, J.D. The New Bible Dictionary. Gr. Rapids: Eerdmans Pub. Co., 1975.

Goodwin, Thomas. Christ our Mediator. Gr. Rapids: Sovereign Grace Publishers, 1971.

Green, M. The Truth of God Incarnate. Gr. Rapids: Eerdmans Pub. Co., 1977.

Guthrie, D. New Testament Theology. Downers Grove: InterVarsity Press, 1981.

Hall, J.F., The Incarnation. N.York: Longmans, Green and Co., 1921.

Hendriksen, W. Philippians. Gr. Rapids: Baker Book House, 1977.

Hodge, Charles. Systematic Theology, vol. 2. Gr. Rapids: Eerdmans Publ. Co., 1977.

Hodge, A.A. Evangelical Theology. Edinburgh: Banner of Truth Trust, 1976.

Hodge, A.A. Outlines of Theology. London: Banner of Truth Trust, 1972.

Johnstone, R. Lectures on the Epistles of Paul to the Philippians. Gr. Rapids:

Baker Book House, 1955.

Kittel, G. Theological Dictionary of the N.T., vol. 3. Gr. Rapids: Eerdmans Publ. Co., 1976.

Ladd, G.E. A Theology of the N.T. Gr. Rapids: Eerdmans Publ. Co., 1974.

Lightfoot, J.B. St. Paul’s Epistles to the Philippians. Gr. Rapids: Zondervan Publ., 1976

Lloyd-Jones, D.M. Romans: Exposition of Ch. 7:1 - 8:4. Gr. Rapids: Zondervan Publ., 1973.

Mackintosh, H.R. The Doctrine of the Person of Jesus Christ. Edinburgh: T+T Clark, 1972.

Müller, J.J. Philippians and Philemon. Gr. Rapids: Eerdmans Pub. Co., 1974.

Packer, I.J. Knowing God. Downers Grove: InterVarsity Press, 1973.

Pannenberg. W. Jesus - God and Man. Philadelphia: Westminster Press, 1975.

Pink, A. Gleanings in the Godhead. Chicago: Moody Press, 1977.

Ridderbos, H. Paul: An Outline of His Theology. Gr. Rapids: Eerdmans Pub. Co., 1975.

Ridderbos H. Paul and Jesus. N. Jersey: Presbyterian + Reformed Publ. Co., 1957.

Shedd, W.G. Dogmatic Theology, vol.2. Minneapolis: Klock+Klock, 1979.

Taylor, V. The Person of Christ. London: MacMillan+Co LTD, 1959.

The International Standard Bible Encyclopedia, vol. III. Gr. Rapids: Eerdmans Publ., 1970.

The Zondervan Pictorial Encyclopedia, vol. 3. Gr. Rapids: Zondervan Publ. House, 1975.

Thiessen, H.C. Introductory Lectures in Systematic Theology. Gr. Rapids: Eerdmans Publ. Co., 1974

LaTouche, E.D. The Person of Christ in Modern Thought. London: James Clarke, 1912.

Walvoord, J.F. Jesus Christ Our Lord. Chicago: Moody Press, 1969.

Warfield, B.B. The Person and Work of Christ. Philadelphia: Presbyterian+Reformed Publ.Co., 1970.

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο ΕΚΛΕΚΤΟΣ ΛΑΤΡΕΥΤΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΤΟΥ

 

του αιδ. Μελ Μελετιάδη

 

 (Εξ. 10,21-24  Μαρκ. 10,17-31  12,35-44)

 Αυτό το άρθρο αποτελεί το τρίτο μέρος της τριλογίας που πηγάζει από την αντίδραση του Φαραώ προς το κάλεσμα του Θεού να αφήσει τον Λαό Του ελεύθερο να πάει στην έρημο όπου ο Ίδιος να του αποκαλυφθεί και εκεί ο Λαός να Τον γνωρίσει και να Τον λατρεύσει.  Η τριλογία, λοιπόν, αποτελείται από:

Ο Θεός και ο Εκλεκτός Λατρευτής Του

Ο Θεός και η Οικογένεια του Εκλεκτού  Λατρευτή Του

Ο Θεός και η Περιουσία του Εκλεκτού Λατρευτή Του.

 

Μια απλή και μόνο ματιά στα θέματα της τριλογίας οδηγούν τον μελετητή στο συμπέρασμα ότι το κάλεσμα του Θεού και η λύτρωση που Εκείνος προσφέρει στον Εκλεκτό Λατρευτή Του δεν περιορίζονται σε μια ηδονιστική αντίληψη της αιώνιας ζωής.  Όχι!  Εκείνο θα είναι η Σαββατιανή Αιώνια ανάπαυση αλλά τώρα, στη διάρκεια της επίγειας ζωής, μας καλεί να Τον λατρεύσουμε επειδή είμαστε διαλεγμένοι (Εφεσίους 1.3-6).  Όμως, το κάλεσμα δεν περιορίζεται σε μια ατομικο-κεντρική λατρεία του Θεού.  Μας καλεί να Τον λατρεύσουμε όχι μόνοι, αλλά με την οικογένειά μας και όχι με άδεια χέρια αλλά με γεμάτα από τις ευλογίες που Εκείνος μας έχει ευλογήσει.

Αδιαμφισβήτητα προκαλεί εντύπωση (αν και διαδοχικά μειώνεται) η πιστότητα την οποία ο Φαραώ επιδεικνύει και η επιμονή με την οποία παλεύει για κάθε εκατοστό ελευθερίας που ο Θεός απαιτεί για το Λαό Του.

Αρχικά ήταν τελική και ολοκληρωτική άρνηση

Μετά συμβιβάζεται με την ιδέα της λατρείας αλλά μόνο εάν αυτή πραγματοποιηθεί μέσα στην Αίγυπτο.

Στη συνέχεια ενώ αποσύρει τον γεωγραφικό όρο επιμένει μόνο οι άνδρες να πάνε.

Στην παρούσα περικοπή δέχεται ολόκληρες οι οικογένειες να πάνε αλλά προβάλει τον όρο της περιουσίας.

 

Βέβαια, για να φθάσει ο Φαραώ σε κάθε μια απ’ αυτές τις συμβιβαστικές/εναλλακτικές προτάσεις στην απαίτηση του Θεού, έπρεπε ο Θεός να του ‘στρίψει’ το χέρι.  Η τελευταία αντί-πρόταση ήρθε εξ αιτίας της απροειδοποίητης Ένατης Κρίσης που πλήγωσε τον Φαραώ και τους Αιγυπτίους.  Μια κρίση που εκφράστηκε μέσα από ένα πυκνό και αφύσικο σκοτάδι το οποίο διήρκεσε 3 μερόνυχτα.  Δεν έχουμε το χρόνο να εξετάσουμε την 9η κρίση αλλά είναι η χειρότερη που ο Θεός έχει στείλει μέχρι αυτό το σημείο.  Στην πραγματικότητα είναι ‘σημαδιακή’ καθώς αποτελεί τον προ-πομπό του ‘καθολικού σκοταδιού’ που θα επικρατήσει πάνω στην Αίγυπτο σε όχι μεγάλο χρονικό διάστημα.  Σε λίγο το ‘σκοτάδι’ θα πέφτει στην Αίγυπτο και θα γίνεται διαδοχικά βαρύτερο:

Τώρα δεν βλέπουν με τα φυσικά τους μάτια

Σε λίγο θα χάσουν την ελπίδα τους για το μέλλον καθώς το ‘φως’ τους θα το κηδεύουν

Τέλος, θα γνωρίσουν το σκοτάδι της θάλασσας όταν τα νερά της θάλασσας θα τους οδηγήσουν στην άβυσσο.

Η εικόνα αυτή του απροειδοποίητου και αφύσικου σκοταδιού είναι της Ημέρας του Γιαχβέ η οποία θα έρθει σε όλους τους αμετανόητους ξαφνικά και θα είναι σκοτεινή (Ησαίας 8.22, Ιωήλ 2.1, Σοφονίας 1.15, Αποκάλυψη 18.23).

Όπως οι Αιγύπτιοι, έτσι και όλοι αμετανόητοι θα βιώσουν το ‘αφύσικο’ σκοτάδι της Ημέρας του Κυρίου.  Διότι, «Εάν δε και ήναι το ευαγγέλιον ημών είναι κεκαλυμμένον, εις τους απολλυυένους είναι κεκαλυμμένον. των οποίων, απίστων όντων, ο θεός του κόσμου τούτου ετύφλωσε τον νούν, δια να μη επιλάμψη ο φωτισμός του ευαγγελίου της δόξης του Χριστού, όστις είναι εικών του Θεού» (Α’ Κοριν. 4.3-4).  Επειδή αγάπησαν το σκοτάδι και το λάτρευσαν θα κριθούν με εκείνο που αγάπησαν.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η κρίση Του Θεού δεν είχε ως στόχο απλώς τους Αιγυπτίους.  Όχι! ο στόχος ήταν βαθύτερος και ουσιαστικότερος.  Ο Θεός στόχο είχε να καταστρέψει και να κρίνει τα αντικείμενα λατρείας που οι Αιγύπτιοι είχαν δημιουργήσει.  Γι’ αυτό ο Θεός με τις Πληγές στην πραγματικότητα έκρινε τους θεούς που εκείνοι λάτρευαν (Εξ.12,12).  Με κάθε κρίση έκρινε και μια ή μερικές απ’ τις θεότητες αποδεικνύοντας ότι αυτές δεν έχουν καμιά ισχύ.  Έτσι, με τη κρίση του σκοταδιού κρίνει τον θεό Ήλιο – Ρα!  Τον Ρα τον οποίο λάτρευαν και στον οποίο απέδιδαν τιμές και δόξα που ανήκουν μόνο στο Θεό.  Αυτό διαφαίνεται από τα κείμενα λατρείας προς τον Ρα τα οποία έχουν διασωθεί.  Σ’ ένα από αυτά διαβάζουμε για τον ιερέα του Ρα στη διάρκεια της τελετής να εκφωνεί:

«’Εγώ είμαι αυτός που ανάμεσα στους θεούς δεν μπορεί να κλονισθεί.’

Ποιος είναι αυτός; Αυτός είναι ο Ρα που παρουσιάζεται στον ανατολικό ορίζοντα του ουρανού» (ΑΝΕΤ,34)[1]

Με τις θεότητες, λοιπόν,  που είχαν δημιουργήσει και λάτρευαν ήταν ενδεικτικό ότι είχαν αγαπήσει το σκοτάδι μάλλον παρά το φως.  Από την πλευρά Του ο Θεός πάντοτε κρίνει τον άνθρωπο με εκείνο ακριβώς που αυτός λατρεύει.  Γι’ αυτό και η Ένατη Πληγή.  Αντίθετα, στην πλευρά του λαού Ισραήλ η ιστορία είναι διαφορετική, ‘’… εις πάντας Δε τους υιούς Ισραήλ ήτο φως εν ταις κατοικίαις αυτών’’ (Εξ 10,23β).  Στα σπίτια τους μέσα υπήρχε το φως της παρουσίας του Θεού.  Ήσαν ελεύθεροι να κινηθούν, να εργασθούν, να είναι δημιουργικοί όπως ο Θεός τους κι όχι αδρανείς.  Όμως, γιατί είχαν φως;  Σίγουρα δεν είχαν φως λόγω δικής τους ηθικής ανωτερότητας, κάτι με το οποίο ασχοληθήκαμε στο πρώτο μέρος της τριλογίας.  Η αλήθεια είναι ότι είχαν το φως επειδή ήσαν οι ΔΙΑΛΕΓΜΕΝΟΙ / ΕΚΛΕΚΤΟΙ.  Στην Καινή Διαθήκη ο απ. Παύλος μας υπενθυμίζει ότι τα παιδιά του Θεού είναι ‘’παιδιά φωτός’’ (Εφ.5,8).  Εάν η Ημέρα της Κρίσης είναι ζοφερό σκοτάδι για τους αμετανόητους αντίθετα η Ημέρα της Κρίσης θα είναι ημέρα φωτός για τους Εκλεκτούς (Αποκ. 21,23).  

Η κρίση του σκοταδιού με την οποία κλονίζεται ολόκληρο το Αιγυπτιακό Πάνθεο οδηγεί τον Φαραώ στην πιο συμβιβαστική πρόταση, ‘’Τότε εκάλεσεν ο Φαραώ τον Μωϋσήν, και είπεν, ‘Υπάγετε, λατρεύσατε τον Κύριον. Μόνον τα πρόβατά σας και οι βόες σας ας μείνωσι. Και τα τέκνα σας ας έλθωσι μεθ’ υμών’’’ (Εξ. 10,24).  

Όμως, στην πρόταση του Φαραώ ο Μωϋσής αντιδρά.  Η αντίδρασή του φανερώνει και την άρνηση Του Θεού για παζαρέματα καθώς η Λατρεία που απαιτεί από τον Εκλεκτό Λατρευτή Του διεκδικεί αποκλειστικότητα.  ‘’Και είπεν ο Μωϋσής, ‘Αλλά και θυσίας και ολοκαυτώματα πρέπει συ να μας δώσης, δια να θυσιάσωμεν εις Κύριον τον Θεόν ημών. Τα κτήνη ημών ομοίως θέλουσιν υπάγει μεθ’ ημών. δεν θέλει μείνει οπίσω ουδέ ονύχιον. Διότι εκ τούτων πρέπει να λάβωμεν, δια να λατρεύσωμεν Κύριον των Θεόν ημών. και ημείς δεν εξεύρωμεν με τι έχομεν να λατρεύσωμεν τον Κύριον, εωσού να φθάσωμεν εκεί’’’ (Έξ. 10.25-26).

Ο Μωϋσής επαναλαμβάνει στον Φαραώ στην περίπτωση που έχει ξεχάσει:  ‘’Όχι μόνο οι άνδρες.  Όχι μόνον οι οικογένειες.  Αλλά και ολόκληρη η περιουσία μας.’’  Όλοι και όλα πρέπει να φύγουν, να αλλάξουν Κύριο, για να λατρεύσουν τον Θεό.

Ο Θεός όμως σκληραίνει την καρδιά του Φαραώ σε σημείο που αυτός εξοργίζεται με τον Μωϋσή για την αδιαλλαξία του και όχι μόνο δεν δέχεται να εξαποστείλει τον Εκλεκτό Λαό, αλλά διώχνει και τον Μωϋσή από μπροστά του  απειλώντας τον ότι την επόμενη φορά που θα τον δει, θα πεθάνει. (Εξ. 10,27-28).  Ο Μωϋσής δέχεται να παίξει με τους όρους του παιχνιδιού που ο Φαραώ θέτει.  Δέχεται τον όρο του Φαραώ ότι την επόμενη φορά που θα συναντηθούν οι δύο, κάποιος θα πεθάνει (Εξ.10,29).  Αλλά, τι ειρωνική τραγωδία, ο νεκρός θα είναι ο Φαραώ!

 

Αυτή είναι όλη η ιστορία. Τώρα θα ήθελα να κοιτάξουμε την πρόταση του Φαραώ και την αντίδραση του Μωϋσή.

Η όλη ιστορία στηρίζεται στην ολιστική άποψη της Κυριαρχίας που ο Θεός εξασκεί πάνω στον Εκλεκτό Λατρευτή Του.  Η περιουσία του πιστού δεν αποτελεί ξεχωριστό κομμάτι της ζωής του καθώς λατρεύει τον Θεό.  Αυτό προσπαθεί ο Φαραώ να πετύχει.  Γι’ αυτό θα προσπαθήσει να τους εμποδίσει από του να λατρεύσουν τον Θεό, όπως ο Θεός ήθελε.  Στην πραγματικότητα τους προτείνει να λατρεύσουν όπως οι ίδιοι θα ήθελαν!  Αυτό είναι κάτι το πολύ σημαντικό και για εμάς.  Διότι πάρα πολλές φορές τη λατρεία την εννοούμε και την πραγματοποιούμε με γνώμονα τις δικές μας αντιλήψεις για το πώς ο Θεός πρέπει να λατρεύεται και με στόχο την προσωπική, ψυχολογική, και κοινωνιολογική ικανοποίηση.  Και ο Θεός λεει: ΟΧΙ!  Για παράδειγμα οι διατάξεις / τελετουργικό της λατρείας στην Παλαιά Διαθήκη όπου ο Θεός δίνει και την παραμικρή λεπτομέρεια!

Έρχεται, λοιπόν, ο Φαραώ και προτείνει, ‘’Τότε εκάλεσεν ο Φαραώ τον Μωϋσήν, και είπεν, ‘Υπάγετε, λατρεύσατε τον Κύριον. Μόνον τα πρόβατά σας και οι βόες σας ας μείνωσι. Και τα τέκνα σας ας έλθωσι μεθ’ υμών’’’ (Εξ. 10,24).  Προσέξτε μια πολύ σημαντική λέξη που χρησιμοποιεί ο Φαραώ, λεει: ‘μόνον’’.  Είναι τόσο σημαντική αυτή η λέξη που κάνει όλη τη διαφορά.  Ο Φαραώ καταλαβαίνοντας ότι δεν μπορεί να τους κρατήσει ούτε αυτούς, ούτε τις οικογένειές τους προσπαθεί να εμποδίσει τη λατρεία του Θεού εμποδίζοντάς τους να πάρουν τα υπάρχοντά τους μέσα από τα οποία θα έπρεπε να προσφέρουν στον Θεό θυσίες όταν έφθαναν στην έρημο.  Ο Θεός ξεκάθαρα τους είχε πει και θα το επαναλάμβανε παρακάτω, ότι ως Λυτρωμένος Λαός πρέπει να προσφέρουν τα καλύτερα ζώα τους από τα κοπάδια τους και όχι από λαφυραγωγημένα ζώα.  Διότι θυσίες από λαφυραγωγημένα αγαθά δεν είχαν κανένα κόστος για τον λατρευτή του Θεού.

Έτσι, ο Φαραώ δείχνει ότι δεν είναι ανόητος αλλά πάρα πολύ έξυπνος στην τακτική του διότι γνωρίζει πολύ καλά ότι εάν καταφέρει να κρατήσει τα υπάρχοντά τους στην Αίγυπτο τότε θα τους έχει στο χέρι του.  Κι αυτό διότι η καρδιά τους θα είναι αιχμαλωτισμένη απ’ αυτά, η σκέψη τους θα ήταν σ’ αυτά με αποτέλεσμα να μην μπορούν να λατρεύσουν τον Θεό με όλη την καρδιά τους.

Τα λόγια του Κυρίου αποτελούν καθολικό νόμο, είναι αναλλοίωτα και ισχύουν για κάθε εποχή και γενιά ανθρώπων, ‘’Επειδή όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θέλει είσθαι και η καρδία σας’’ (Ματθ. ς’ 21).  Εάν, λοιπόν, η περιουσία έμενε πίσω στην Αίγυπτο, στην ουσία δεν θα είχαν φύγει ποτέ, διότι η καρδιά τους θα ήταν εκεί ακριβώς όπου βρισκόταν ο θησαυρός τους.  Αυτό ακριβώς έκαναν ο Ανανίας και η Σαπφείρα.  Τον θησαυρό τους τον άφησαν στην ‘Αίγυπτο’ στον οποίο και ξαναγύρισαν.  Αυτό ακριβώς έκανε και ο Δημάς, για τον οποίο ο απ. Παύλος γράφει ότι, ‘’… με εγκατέλιπεν, αγαπήσας τον παρόντα κόσμον, και απήλθεν…’’ (Β’ Τιμ. 4,10).  Πόσοι και πόσοι, ενώ ξεκινούν με τον Κύριο στη συνέχεια επειδή δεν τα πήραν όλα από την ‘Αίγυπτο’ αλλά άφησαν τα υπάρχοντά τους εκεί, γύρισαν πίσω καθώς η απάτη του πλούτου τους δελέασε.

Ο Φαραώ προτείνει ‘’μόνον’’ και ο Μωϋσής απαντά και λεει ‘’ούτε ονύχιον’’.  Τι όμορφη εικόνα και δίδαγμα! Ούτε το νυχάκι τους.  Τίποτα δεν μένει πίσω.  Όλοι κι όλα θα πάνε για να προσφέρουνε και να προσφερθούνε στον Κύριο.  Είναι ένα καλό ερώτημα που πρέπει να θέσεις σήμερα στον εαυτό σου: ‘’Πού έχω αφήσει την περιουσία μου; Πίσω στον κόσμο ή την έχω δώσει στον Κύριο;’’  Ξέρεις το όλο θέμα είναι τρομερά σημαντικό διότι είναι θέμα αιώνιας ζωής και αιώνιου θανάτου.  Διότι αυτό το ‘’μόνο’’ του Διαβόλου είχε γίνει αιτία ζωές να χαθούν.

Όταν ο νέος της περικοπής του Μάρκου 10,17-31, πλησιάζει τον Κύριο του θέτει μια τρομερά σημαντική ερώτηση: ‘’Διδάσκαλε αγαθέ, τι να κάνω για να κληρονομήσω αιώνια ζωή;’’  Ο Κύριος απαντά στην ερώτησή του προτείνοντας του εκείνα που η Π.Δ. έλεγε  και ο ίδιος ο νέος γνωρίζει.  Του αναφέρει το 2ο μισό των 10 εντολών εκείνες που διέπουν την οριζόντια διάσταση του ανθρώπου.  Ο νέος αμέσως απαντά και βεβαιώνει τον Ιησού ότι όλα αυτά τα κράτησε από μικρό παιδί (δικαιώνοντας έτσι τον εαυτό του).  Σαν συνέχεια ίσως θα περίμενε τον έπαινο και την επιδοκιμασία του Χριστού αλλά αντίθετα ο Χριστός αδιαφορώντας για την ψυχολογική αναστάτωσή που η απάντησή Του θα προκαλούσε στον νέο, του ρίχνει μια ολόκληρη βόμβα.

Ο λόγος που ο Χριστός αδιαφορεί είναι διότι το θέμα της ερώτησής του νέου είναι θέμα ζωής και θανάτου.  Γι’ αυτό του λεει Ο Ιησούς, ‘’Εν σοι λείπει. Ύπαγε, πώλησον όσα έχεις και δος εις τους πτωχούς. Και θέλεις έχει θησαυρόν εν ουρανώ. Και ελθέ, ακολούθει μοι, σηκώσας τον σταυρόν’’ (Μκ. 10.21).

Α! ‘’Εν σοι λείπει! Εν σε υστερεί!’’ Εκείνο το ‘’μόνον’’ που αυτός ο νέος δεν είχε πάρει απ’ την ‘Αίγυπτο’ για να λατρεύσει ολιστικά τον Θεό.  Δεν του λεει σε τι υστερεί αλλά από τα συμφραζόμενα καταλαβαίνουμε.  Του ζητά να κάνει 4 πράγματα:

Πήγαινε πούλησε τα υπάρχοντά σου.

Δώσε τα χρήματά σου στους φτωχούς.

Έλα σε μένα.

Ακολούθησέ με.

Δυστυχώς, όμως, εκείνο που του ζήτησε ο Χριστός του ήταν τόσο μεγάλο που δεν μπορούσε να το πραγματοποιήσει κι έτσι, διαβάζουμε, ότι ο νέος έφυγε εγκαταλείποντας και την ευκαιρία για αιώνια ζωή. Η ιστορία φανερώνει ότι Κύριος γνώριζε ότι πέρα από την φαινομενική ευσέβεια που ο νέος έδειχνε, βαθιά μέσα στην καρδιά του τα υλικά πράγματα της ζωής είχαν πάρει τη θέση του Θεού. Η περιουσία του ήταν ο θεός του!  Ενώ πίστευε ότι κρατούσε τις εντολές και έτσι λάτρευε τον Θεό, στην πραγματικότητα ο Χριστός του αποκαλύπτει ότι επειδή την περιουσία του ποτέ δεν την έκανε μέρος της λατρείας του δεν τηρούσε την 1η και μεγαλύτερη εντολή, ‘’Θέλεις αγαπά Κύριο το Θεό σου με όλη την καρδιά σου, και με όλη την ψυχή σου και με όλη τη δύναμή σου και με όλο το μυαλό σου’’. Και επειδή δεν τηρούσε την 1η εντολή ως έκφραση λατρείας του Θεού, δεν τηρούσε και την 2η μεγάλη εντολή ‘’και θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως εαυτόν’’ (Μάρκος 10,22).

Το ένα που του έλειπε, το είχε αφήσει στην ‘Αίγυπτο’.  Δεν το έδινε στον Κύριο και έγινε η αιτία να χάσει την αιώνια ζωή.  Ο νέος αυτός τελικά έγινε αιτία ο Χριστός να πει, ‘’Πόσον δυσκόλως θέλουσιν εισέλθει εις την βασιλείαν του Θεού οι έχοντες το θάρρος αυτών εις τα χρήματα;’’  (Μάρκος 10.24).

Αναμφίβολα τα λόγια του Κυρίου είναι δύσκολα να τα χωνέψουμε ιδιαίτερα στη σύγχρονη ‘Αίγυπτό’ μας.  Σήμερα που η έμφαση είναι στο χρήμα, στην ευημερία, στους λογαριασμούς, στις μετοχές, στο χρηματιστήριο, στα καζίνα, κ.λπ.  Είναι τραγικό αλλά η αλήθεια είναι ότι οι εκκλησίες έχουν ‘αδειάσει’ λόγω ευημερίας! Κι εδώ ακριβώς έγκειται ο κίνδυνος.  Ή να προσπεράσουμε περικοπές σαν κι αυτήν ή να τις ερμηνεύσουμε με τέτοιο τρόπο που να χάσουν την αιχμή τους.

Πρέπει, όμως, να δηλώσουμε ότι ο Χριστός με τα λόγια Του περί πλούτου:

Δεν εννοεί ότι ο πλούτος είναι κακός

Δεν μας καλεί σε ένα ασκητισμό

Δεν μας καλεί να είμαστε φτωχοί

Αλλά μας καλεί όλους να φέρουμε την περιουσία που μας έχει χαρίσει και να την κάνουμε μέσο λατρείας του Θεού.  Να την φέρουμε μπροστά ου κι Εκείνος θα ζητήσει όσο και ότι θέλει.

Όλοι γνωρίζουμε ότι ο πλούτος είναι απατηλός και εύκολα αλλάζει αξίες και αρχές με τις οποίες ζούμε.  Ο νέος δεν μπορούσε να δώσει σ’ εκείνους που είχαν ανάγκη διότι ενδιαφερόταν μόνο για τον εαυτό του, ούτε για τον Θεό, ούτε για τον πλησίον.  Ήταν φυλακισμένος του εαυτού του και της σκλαβωμένης καρδιάς του στην περιουσία του, στη γη της ‘Αιγύπτου’ και την οποία διακαώς επιθυμούσε.

Στο βιβλίο του Πόση Γη Χρειάζεται Ένας Άνθρωπος;, ο Λέων Τόλστοη μιλά για ένα χωρικό, τον Παχώμιο.  Ο Παχώμιος αν και ξεκίνησε τη ζωή του φτωχός με την εργατικότητά και τη δημιουργικότητα που τον διέκρινε κατάφερε να αποκτήσει κάποια αξιόλογη περιουσία.  Η περιουσία όμως το μόνο που κατάφερε να κάνει ήταν να του δημιουργήσει ‘δίψα’ για περισσότερη.  Μέσω κάποιων περαστικών από το χωριό του και κάποιων άλλων γνωστών, έμαθε ότι στην άλλη πλευρά του Βόλγα υπάρχουν εύφορες αλλά ακαλλιέργητες αχανείς εκτάσεις.  Μάλιστα, τα νέα έγιναν καλύτερα για τον Παχώμιο όταν έμαθε ότι οι ιδιοκτήτες αυτών των αχανών εκτάσεων ήσαν ένας νομαδικός λαός ονόματι Βασκιραίοι και πουλούσαν την γη τους για ψίχουλα.  Έτσι ο Παχώμιος ταξίδεψε στην μακρινή αυτή περιοχή.  Όταν έφτασε εκεί όντως η γη ήταν όπως είχε ακούσει.  Επίπεδη, με μαύρο καλό χώμα και με το χορτάρι να φτάνει το μπόι του. 

     ‘’Πόσο κοστίζει το στρέμμα;’’ ρώτησε ο Παχώμιος τον αρχηγό της φυλής.

     ‘’Η τιμή μας είναι πάντοτε η ίδια: χίλια ρούβλια την ημέρα!’’ απάντησε ο αρχηγός.

     Ο Παχώμιος δεν κατάλαβε αυτό το είδος της τιμής.

     ‘’Την ημέρα;  Μα τι μέτρο είναι αυτό;  Με πόσα στρέμματα ισοδυναμεί;’’

     ‘’Δεν γνωρίζουμε πώς να το εξισώσουμε’’ απάντησε ο αρχηγός.  ‘’Πουλάμε με την ημέρα.  Όσο μπορείς να περπατήσεις με τα πόδια σου μέσα σε μια ημέρα θα είναι δική σου και η τιμή θα είναι χίλια ρούβλια.’’

     Ο Παχώμιος έμεινε έκπληκτος!

     ‘’Μα σε μια μέρα κάποιος μπορεί να περπατήσει και να καλύψει ένα μεγάλο κομμάτι γης’’, είπε.

     Ο αρχηγός χαμογέλασε.

     ‘’Θα είναι δική σου!’’ του είπε.  ‘’Αλλά υπάρχει ένας όρος: εάν δεν επιστρέψεις την ίδια μέρα στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησες, θα χάσεις τα χρήματά σου.’’

     Εκείνο το βράδυ ο Παχώμιος δεν μπορούσε να κοιμηθεί.  Νωρίς, πριν ακόμη χαράξει ο ήλιος ο Παχώμιος κατευθύνθηκε στο λόφο όπου ήταν και το σημείο εκκίνησης.  Αφού έδωσε τα χίλια ρούβλια στον αρχηγό που τον περίμενε, ο Παχώμιος ξεκίνησε το περπάτημα.  Στην αρχή το περπάτημά του δεν ήταν γρήγορο μα μήτε αργό.  Όμως, σιγά-σιγά άρχισε να αναπτύσσει ταχύτητα διότι κατάλαβε ότι με κάθε βήμα κέρδιζε περισσότερη γη.  Κι όχι μόνο αυτό αλλά με κάθε βήμα η γη φαινόταν καλύτερη.  Στην προσπάθειά του να κατοχυρώσει ένα πολύ καλό κομμάτι γης περπάτησε περισσότερο απ’ ότι έπρεπε πριν ξεκινήσει το δρόμο του γυρισμού.  Αφού κάρφωσε το σύνορο της γης ‘του’ πήρε το δρόμο της επιστροφής. 

Καθώς ξεκίνησε την επιστροφή ο ήλιος μεσουρανούσε και η ζέστη άρχισε να τον εξαντλεί.  Όμως, δεν ήταν μόνο η ζέστη που τον ταλαιπωρούσε, τώρα και τα πόδια του τα αισθανόταν πολύ κουρασμένα τόσο που είχε αρχίσει να τα σέρνει.  Το στήθος του, επίσης, είχε αρχίσει να χτυπάει βαριά, όπως και η καρδιά του.  Αλλά, έστω και με δυσκολία ο Παχώμιος πλησίαζε τον λόφο της εκκίνησης και τώρα μπορούσε να ακούσει τις ενθαρρυντικές φωνές του αρχηγού που στεκόταν εκεί.

Και ο Τόλστοη κλείνει την αφήγηση, λέγοντας:

‘Ο Παχώμιος μπορούσε να δει τον ήλιο που είχε αγγίξει πια τη γη.  Η μια πλευρά του είχε ήδη κρυφτεί.  Με όλη τη δύναμη που του έμενε άρχισε να τρέχει, προβάλλοντας το σώμα του προς τα εμπρός τόσο που τα πόδια του με δυσκολία τον κρατούσαν από του να μη πέσει.  Μόλις έφτασε στη βάση του λόφου ξαφνικά σκοτείνιασε.  Κοίταξε προς τα επάνω – ο ήλιος είχε ήδη δύσει!  Άρχισε να φωνάζει λέγοντας, ‘Όλος ο κόπος μου πήγε χαμένος’, νόμισε και ήταν έτοιμος να τα παρατήσει, αλλά άκουσε τους Βασκιραίους να του φωνάζουν και θυμήθηκε ότι ενώ γι’ αυτόν εκεί κάτω ο ήλιος είχε δύσει, εκείνοι στην κορυφή μπορούσαν ακόμη να τον βλέπουν.  Πήρε μια βαθιά αναπνοή κι έτρεξε στην κορυφή του λόφου.  Ήταν ακόμη ημέρα εκεί.  Άγγιξε την κορυφή.  Στάθηκε μπροστά στον αρχηγό, … αλλά τότε τα πόδια του τον εγκατέλειψαν κι έπεσε με το πρόσωπο στη γη….

Ο υπηρέτης του πήρε το φτυάρι κι άνοιξε ένα τάφο τόσο όσο να χωρούσε ο Παχώμιος και τον έθαψε.  Ένα και μισό μέτρο από το κεφάλι έως τις φτέρνες ήταν όση γη χρειαζόταν.[2]

Η ιστορία του Παχώμιου είναι μια σύγχρονη ιστορία.  Το κυνήγι του πραγματοποιείται και σήμερα στους δρόμους της Αθήνας, του Βόλου, της Θεσσαλονίκης έως και του μικρότερου κι ασήμαντου χωριού.  Ναι, το χρήμα μιλάει και λεει πολλά για το τι είδους λατρευτές είμαστε.  Το χρήμα μιλάει όχι απ’ το πόσο δίνουμε αλλά από το πόσα κρατάμε για τον εαυτό μας.  Κι αυτός είναι ένας σημαντικός παράγοντας εάν θέλουμε να ελέγξουμε τον εαυτό μας και τη λατρεία που προσφέρουμε στον Θεό.

Είναι εκείνοι που έχουν άγνοια Θεού που μετρούν τη θεοσέβεια από το ποσό και το πόσο δίνουν. Ο Θεός, όμως, έχει διαφορετικό μέτρο με το οποίο μετράει τη θεοσέβειά μας. Ο Θεός κοιτάζει πόσα κρατάμε για τον εαυτό μας!  Το δείχνει αυτό στην περικοπή του Μάρκου 12.35-44 όπου αφού ο Κύριος απορρίπτει τις ιδέες περί θεοσέβειας που οι γραμματείς είχαν (αλήθεια πόσο μοιάζουν με σύγχρονες ‘ευαγγελικές’ μορφές θεοσέβειας):

Περιβολή

Πρωτοκαθεδρίες

Μεγάλες και ρητορικές προσευχές

στη συνέχεια στέκεται ο Ιησούς απέναντι από το γαζοφυλάκιο του Ναού και τους δίνει ένα ακόμα μάθημα του τι δεν είναι θεοσέβεια (αληθινή λατρεία) και του τι είναι.

Παρατηρεί λοιπόν ο Ιησούς όλους εκείνους που δίνουν στον Ναό, και είναι πολλοί οι πλούσιοι ‘’που έβαλαν πολλά’’ (41).  Ανάμεσα σ’ αυτούς έρχεται μια φτωχή χήρα η οποία δίνει τη δική της προσφορά: 2 λεπτά.  Ναι, δύο λεπτά! Τι αγοραστική αξία έχει ένα ΛΕΠΤΟ; Τίποτε, μηδέν!  Δεν είχαν καμιά αξία. Όμως τον Κυρίου δεν τον ενδιαφέρει η αγοραστική αξία του λεπτού αλλά το κίνητρο της γυναίκας.  Γι’ αυτό και ο Κύριος την συγχαίρει! (Μάρκ. 12.43-44)

Η δικιά της προσφορά κάλυψε όλες τις άλλες.  Γιατί; Διότι οι πλούσιοι επειδή δεν γνώριζαν τον Θεό έδιναν από το περίσσευμα, δεν θυσίαζαν το υστέρημά τους.  Τους ενδιέφερε πόσο έδιναν.  Αντίθετα, αυτή η γυναίκα επειδή γνώριζε τον Θεό της Του τα δίνει ΟΛΑ!  Του τα ΘΥΣΙΑΖΕΙ!  Θα μπορούσε να κρατήσει το ΕΝΑ!  Αλλά, αυτή τα δίνει και τα δύο.  Δίνει ΤΑ ΠΑΝΤΑ!  Εκείνο το Πάσχα, η γυναίκα αυτή έλεγε στον Θεό με την πράξη της ‘’Σ’ αγαπάω και ότι έχω είναι δικά Σου! Να η ζωή μου!’’ και το εννοούσε.

Τον Κύριο δεν τον ενδιαφέρει ΠΟΣΑ αλλά το ΤΙ κρατάμε και η ΠΡΟΘΥΜΙΑ με την οποία προσφέρουμε.  Η Βίβλος μας φανερώνει ότι ο Θεός δεν εκτιμά την ΑΝΩΔΥΝΗ προσφορά, αλλά εκείνη που είναι αποτέλεσμα ΣΤΕΡΗΣΗΣ.  Εκείνο που είναι ΘΥΣΙΑ.  Γι’ αυτό το λόγο ζητούσε τα πρωτότοκα ζώα και τα τέλεια.  Γι’ αυτό το λόγο απαγόρευε θυσίες από λαφυραγωγημένα ζώα.

Ναι, οι πλούσιοι έδιναν το 10% σύμφωνα με την Λευιτική Διάταξη της Π.Δ.  Πολλές φορές κηρύττουμε για την εγκυρότητα του 10% που προϋπήρχε του Λευιτικού Νόμου καθώς ο Αβραάμ δεκάτισε απ’ όλα τα υπάρχοντά του και τα πρόσφερε στον Μελχισεδέκ ο οποίος ήταν τύπος του Ιησού Χριστού.  Όμως, εάν θεωρούμε  ότι το 10% είναι δύσκολο και σκληρό, τότε πως είναι δυνατόν να δεχθούμε την επιθυμία και το κάλεσμα του Κυρίου στην ΚΔ που δεν περιορίζεται στο 10% αλλά επεκτείνεται στο ‘’πάντα όσα είχεν’’;  Να θυμόμαστε ότι ο Κύριος μετρά την προσφορά μας, όχι με βάση τα πόσα δίνουμε, αλλά με βάση το πόσα κρατάμε.

Πόσο διαφορετικό θα ήταν το έργο των εκκλησιών και των ιεραποστολών εάν την περιουσία μας την βγάζαμε από την ‘Αίγυπτο’;  Πως μπορούμε να εξηγήσουμε το γεγονός εμείς να ζούμε με τα εξοχικά μας σπίτια, με τα ακριβά μας αμάξια, με λογαριασμούς εκατομμυρίων και από την άλλη το έργο πάντοτε να δεινοπαθεί οικονομικά, άνθρωποι να πεθαίνουν λόγω ασιτίας και να αρρωσταίνουν λόγω υποσιτισμού;  Εξέτασε τον εαυτό σου! Τι λεει η προσφορά σου για την πνευματική σου κατάσταση;

Στο βιβλίο της Teaching a Stone to Talk: Expeditions and Encounters η συγγραφέας Annie Dillard γράφει για την αποτυχημένη ναυτική εκστρατεία ονόματι Franklin που πραγματοποιήθηκε το 1845.  Οι προετοιμασίες για το ταξίδι ταίριαζαν περισσότερο για κάποια Λέσχη του Βασιλικού Ναυτικού στην Αγγλία παρά για τον παγωμένο Βόρειο Πόλο.  Οι εξερευνητές διαμόρφωσαν το πλοίο έτσι ώστε τοποθέτησαν μια μεγάλη βιβλιοθήκη, ένα αρμόνιο, σειρές από σερβίτσια πορσελάνης, κρυστάλλινα ποτήρια κρασιού και ασημένια μαχαιροπήρουνα, αντί να προμηθευθούν περισσότερο απ’ ότι έπρεπε κάρβουνα.  Μάλιστα τα περίτεχνα μαχαιροπήρουνα είχαν χαραγμένα τα αρχικά και το οικόσημο του κάθε αξιωματικού που απάρτιζε το πλήρωμα του πλοίου.

Όταν το πλοίο άργησε να δώσει σημεία ζωής, ξεκίνησαν ομάδες ανεύρεσης τους οι οποίες λίγο αργότερα βρήκαν τα πτώματα των αξιωματικών σε μια μικρή ακτίνα από το πλοίο.  Μάλλον είχαν βγει να αναζητήσουν βοήθεια όταν τα εφόδιά τους είχαν τελειώσει.  Ένας σκελετός ήταν ντυμένος με την όμορφη στολή του αξιωματικού του ναυτικού, κεντημένη όμορφα με χρυσή μεταξωτή κλωστή, κάθε τι άλλο, όμως, για το τρομερό κρύο.  Ένας άλλος μάλλον θα σκέφτηκε να κουβαλήσει μαζί του μια ολόκληρη σειρά ασημένια μαχαιροπήρουνα.  Τι άραγε να σκεφτόταν για να πάρει τα ασημένια μαχαιροπήρουνα στην αναζήτηση τροφής;  Σίγουρα κανένας απ’ αυτούς τους αξιωματικούς την ώρα που πέθαιναν δεν θα σκεφτόταν, ‘’Αχ δεν έπαιρνα μερικές ακόμη σειρές μαχαιροπήρουνα;’’[3]

Φαίνεται ανόητο αλλά μήπως εκείνη την ημέρα της κρίσης οι ανόητοι θα είμαστε εμείς; ‘’Όπου είναι ο θησαυρός σας εκεί θα είναι η καρδιά σας’’.  Μερικοί δεν μπορούν να ζήσουν δίχως τον γήινο ‘θησαυρό’ τους και κινδυνεύουν να χάσουν τον ΕΝΑ  και ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΘΗΣΑΥΡΟ. 

ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΣΟΥ;  ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ Ή ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ;

 ‘’Και είπεν ο Μωϋσής, ‘Αλλά και θυσίας και ολοκαυτώματα πρέπει συ να μας δώσης, δια να θυσιάσωμεν εις Κύριον τον Θεόν ημών. Τα κτήνη ημών ομοίως θέλουσιν υπάγει μεθ’ ημών. δεν θέλει μείνει οπίσω ουδέ ονύχιον. Διότι εκ τούτων πρέπει να λάβωμεν, δια να λατρεύσωμεν Κύριον των Θεόν ημών. και ημείς δεν εξεύρωμεν με τι έχομεν να λατρεύσωμεν τον Κύριον, εωσού να φθάσωμεν εκεί’’’ (Έξ. 10.25-26).

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Αρχή ] Πάνω ] Βιβλικό Μήνυμα ] GREEK EVANGELICAL CHURCH ] Συχνές Ερωτήσεις ]
Send mail with questions or comments about this web site. to webmaster- Copyright © 2006 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Last modified: 04/11/2006